Κυριακή 21 Φλεβάρη 2010
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 8
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΔΙΗΓΗΜΑ
Το ξύπνημα

Παπαγεωργίου Βασίλης

Η γυναίκα του βογγολογάει, κουβαριασμένη δίπλα στο παραγώνι. Ενα χοντρό κούτσουρο κουφοκαίει ακόμα καπνίζοντας πάνω στη στάχτη κι ο καπνός πνιγερός, άλλος σκορπιέται μέσα στην κάμαρα, άλλος κάνει να βγει από το μικρό φεγγίτη θολώνοντας τον αγέρα. Ρηχτές χάμω στη γης καμπόσες τάβλες χοροπηδούνε στο κάθε πάτημα.

Ενα ψωμί κριθαρένιο, μαύρο, κρέμεται στο σκοινί, πάνω στην τάβλα.

- Βασίλη, μουρμουρίζει η άρρωστη με τα μάτια σφαλιχτά, ενώ η κάψα της πιπιλίζει το μυαλό. Η γλώσσα της καίει.

Σκυφτός εκείνος όξω στον κήπο, βοτανίζει με μιαν άσπρη πουκαμίσα δεμένη στη μέση του, ξεστήθιαστος, με τις άντζες γυμνές, μπρούντζινες. Ο ήλιος φουντωμένος, ξεφρενιασμένος χύνει αλύπητα το κάμα του στη διψασμένη γης, ρουφώντας κάθε στάλα δροσιάς από τα σωθικά της τα πυρωμένα. Τ' αραποσίτια ψιλόλιγνα γέρνουνε λυπημένα, λιγοθυμώντας τα φτωχά για λίγο νεράκι. Δυο τρία παιδάκια, μισόγυμνα, ξυπόλυτα, αχτένιστα, κυλιούνται στο χώμα το καυτερό.

- Πατέρα, κάτι άνθρωποι, φωνάζει η μικρά του κόρη, η Κατερίνα, ως οχτώ χρονών με κάτι γαμπίτσες σαν καλάμια, μάτια γαλανά και μαλλιά κίτρινα, χρυσόξανθα ώριμα στάχια.

Βγαίνει από τον κήπο μ' ένα κακό προαίστημα. Τι θέλουνε ξένοι άνθρωποι στο σπίτι του; Αυτός πουθενά δεν πάει και κανείς δεν του πατάει.

Σοβαροί, αμίλητοι ζυγώνουνε οι ξένοι. Φορτωμένος χαρτιά ο ένας τυλίγει στο μανίκι του μιαν ασπρογάλαζη κορδελίτσα, ψιθυρίζει κάτι παράξενα ακατάληφτα λόγια, κι αρχίζει να γράφει ακουμπώντας το χαρτί πάνω στην πεζούλα του πηγαδιού. Οι άλλοι δυο σιγαλοκουβεντιάζουνε. Ο Βασίλης χάσκει. Τα παιδιά μαζώνουνται δίπλα του φοβισμένα, σαν κλωσοπούλια, που βλέπουνε να περνάει αψηλά το μαύρο γεράκι, κοιτάζοντας με απορία τους ξένους.

Ο άνθρωπος με την κορδελίτσα όλο και γράφει. Οι άλλοι δυο ζυγώνουνε τον Βασίλη και ζητάνε να του πιάσουνε κουβέντα. Κείνος τους κοιτάζει κατάματα σα να μη νιώθει τι του λένε.

- Υγεία να 'ναι, μουρμουρίζει ο ένας.

- Ετσι είναι ο κόσμος, αντισκόβει ο άλλος.

Τριμμένα τα λόγια τους, κοντά. Ποιος είπε πως έτσι είναι ο κόσμος; Και γιατί να 'ναι έτσι; Και γιατί να μην είναι για όλους;...

Ο άνθρωπος με την κορδελίτσα τέλειωσε το γράψιμο κάποτε. Δυο αγελάδες στέκονται παραπέρα συλλογισμένες, ενώ κάμποσες κότες τσιμπούνε τις κοπριές πίσω τους. Το γουρούνι χώνεται ακόμα βαθύτερα στο λάκκο του μουγκρίζοντας.

Ο Βασίλης τα βλέπει όλα, όλα τα νιώθει, μα δεν έχει κουράγιο ν' ανοίξει το στόμα του, λες και του δέθηκε η γλώσσα.

Ενας άνθρωπος ζυγώνει στις αγελάδες, τους περνάει και των δυονών ένα σκοινί στο λαιμό κι αρχίζει να τις τραβάει στο δρόμο.

- Εχε γεια Βασίλη.

- Πομονή και γεια να 'ναι, ξαναλέει πάλε ο άλλος ηλίθια.

Μου ου ου!... Μουγκρίζουνε λυπητερά οι αγελάδες γυρίζοντας πίσω τα κεφάλια τους με μάτια βουρκωμένα, λες και δε θέλουνε να φύγουνε. Στυλώνουνε χάμω τα πόδια τους, τινάζουνε τις ουρές τους, μουγκρίζουνε σα να λένε: «Βασίλη, πού μας αφήνεις;».

Κείνος κοιτάζει με μάτια γουρλωμένα.

- Καλέ πατέρα, δε βλέπεις; Μας παίρνουνε την Κανέλλα μας και την Ξανθή μας, φωνάζει ο Θύμιος, ένα αγοράκι ως πέντε χρονών και παίρνοντας από χάμω πετρίτσες, αρχίζει να τους πετροβολάει τους ξένους τους κλέφτες με μάτια γιομάτα έκπληξη, που ο πατέρας του δεν κουνιέται σε μια τόσο φανερή κλεψιά.

- Πατέρα, μας τις πήρανε, πάει! φωνάζει δυνατά σα να θέλει με τις φωνές του να τον συνεφέρει από τον ύπνο που φαίνεται βυθισμένος.

Ο σκύλος γαβγίζει και φτάνοντας γοργός δαγκώνει την ουρά της Κανέλλας και στυλώνεται στα πισινά πόδια του, σα να λέει: «Οχι, δε θα αφήσω να σε πάρουνε». Τα παιδιά αρχινάνε τα κλάματα, οι κότες ξαφνιασμένες κακαρίζουνε. Σα να βγάζουνε κανένα λείψανο μέσα από το σπίτι!

Τώρα πια οι αγελάδες δε φαίνονται. Από μακριά μόνο κάποτε φτάνουνε σβηστά τα μουκανητά τους.

- Θα μας τις φέρουνε πάλε πίσω, καλέ; ρωτάει ο Θύμιος που σπάζει το μυαλουδάκι του για να ξηγήσει το φέρσιμο του πατέρα του.

Ο Βασίλης ζαρώνει τα χείλια του. Δεν του πάει να πει ψέμματα.

- Γιατί μας τις πήρανε, πατέρα; ρωτάει η Κατερίνα σοβαρεμένη κάτι σπουδαίο βάζοντας μέσα στο ξανθό κεφαλάκι της.

- Γιατί χρουστάμε, παιδί μου, μουρμουρίζει ο Βασίλης κοιμισμένα.

Γουρλώνει τα ματάκια του ο Θύμιος για να ξηγήσει την πρωτάκουστη λέξη με την ιδέα πως γίνεται έτσι σοφότερος.

Ο Βασίλης μπαίνει στο σπίτι.

- Τι κάνουνε οι αγελάδες; ρωτολογιέται η άρρωστη κάτω από τη χοντρή βελέντζα που τις αγκυλώνει τα μάγουλα, δίχως να βγάλει όξω τη μύτη της.

- Οξω, βόσκουνε, αποκρίνεται κείνος σιγαλά.

Νυχτώνει.

- Σύρε Βασίλη, ν' αρμέξεις τις αγελάδες και φέρε μου μια κούπα γάλα να δροσιστώ, μουρμουράει η άρρωστη.

Βγαίνει ο Βασίλης στην αυλή, φωνάζει την Κατερίνα, της δίνει την κούπα, της βάζει και μερικές πεντάρες στη χούφτα.

- Γλήγορα να 'ρθεις, της φωνάζει, ενώ κείνη φεύγει τρέχοντας. Ο σκύλος τηνε παίρνει από πίσω για συντροφιά.

Νύχτα βαθιά. Σιγαλιά. Ολοι μέσα κοιμούνται.

Ο Βασίλης κάθεται στον κήπο καταμόναχος, συλλογισμένος.

Η γης αχνίζει ακόμα, το χώμα καίει.

Το φεγγάρι περνάει από πάνω του αργά, θλιμμένο. Κάποιο τριζόνι τραγουδάει μέσα στο βάλτο.

- Σα σηκωθεί και δε βρει τα ζωντανά της, τι θα πει; Τι ζωή πια είναι αυτή; Σα σκλάβος δουλεύω χρόνια τούτη τη γης. Που 'ναι τα χαΐρι μου, που 'ναι τα κόπια μου; Ανάθεμά τηνε τέτοια ζωή! Να είμαστε δίκαιοι, μας είπε τις προάλλες ο Δεσπότης στην εκκλησιά. Δε βαριέσαι, Δέσποτά μου!

Αναστέναξε και σκούπισε από το κούτελό του το ψημένο τον ιδρώτα με τη χούφτα του τη ροζάρικη. Γύρισε το κεφάλι του και κοίταξε πέρα. Το νερό έτρεχε μέσα στ' αυλάκια ποτίζοντας τ' αραποσίτια του γείτονά του του άρχοντα. Με τις ώρες και το νερό, του Θεού το νεράκι. Ωρες ποτίζει ο γείτονας ξένοιαστα σα να μην έχει σκοπό να το κόψει. Τονέ βλέπει από μακριά μια να σηκώνεται, μια να σκύβει πάνω στ' αψηλά αραποσίτια του. Κάμπος ατέλειωτος!

Τ' αστέρια κατεβήκανε. Ο πετεινός λάλησε.

- Αϊ, γείτονα, θέλουμε και μεις να ποτίσουμε, βάζει μια φωνή μέσα στη σιγαλιά της νύχτας.

Καμιά απόκριση. Το νερό γοργοκυλάει χαρούμενο κι η μονότονη μουσική του αυλακιού αντισκόβει τη σιγαλιά. Κοιτάζει τ' αραποσίτια του. Διψάνε τα έρημα, καήκανε... Η ώρα πέρασε, την έφαγε όλη ο γείτονας. Πότε να ποτίσει πια αυτός που περιμένει ο παρακατιανός του να πάρει το νερό;

Φορτώνεται το τσαπί, καθώς το κρατούσε στα χέρια, πηδάει το φράχτη. Το σκυλί του γείτονα αρχίζει ν' αλυχτάει.

- Τι ζητάς εδώ τέτοιαν ώρα; ρωτάει ο γείτονας φοβισμένος.

- Τις αγελάδες μου μού τις πήρες γιατί σου χρώσταγα, αμ το νερό του Θεού γιατί μού το κόβεις; Δε θέλουμε να φάμε και μεις ψωμί; ρωτάει πνιγμένος από το θυμό του.

Σωπαίνουνε κάμποσο.

- Πήγαινε από δω. Ο,τι μ' αρέσει θα κάνω, λόγο δε θα σου δώσω.

- Το νερό σε ρωτάω γιατί μου το κόβεις; ξαναρωτάει.

Το αίμα του ανέβηκε τώρα στο κεφάλι.

- Σου είπα πήγαινε από δω, ψωριάρη...

Σήκωσε το τσαπί και του το κατέβασε στο κεφάλι. Τα αίματα κατεβήκανε στα μούτρα του, μούγκρισε κι έπεσε χάμω, μέσα στ' αραποσίτια του.

- Φονιά, μούγκρισε.

- Κλέφτη, ψιθύρισε κείνος σα να 'βγαλε κάποιο βάρος από πάνω του.

Το φεγγάρι κοίταζε περίεργο.

Νόμισε πως τον ξέκανε.

Εφυγε τρέχοντας, πήδησε το φράχτη. Το πρωί οι στρατιώτες που ψάχνανε, τόνε βρήκανε μέσα στον αχερώνα κάτω από κάτι δεμάτια σανό.

- Σκότωσες κοτζάμ νοικοκύρη, του 'πε ένας στρατιώτης.

- Πάει ο πατέρας! ψιθυρίζει ο Θύμιος βλέποντας τον πατέρα του να τον πηγαίνουνε δεμένο πιστάγκωνα.

Τα μικρά του ματάκια αστράφτανε από την οργή που του πλημμυρίζει το μικρό του στήθος τη στιγμή εκείνη, σφίγγει τη γροθιά του, κοιτάζει, κοιτάζει και κάτι παράξενες σκέψεις του ανεβαίνουνε για πρώτη φορά στο κεφάλι... Κάτι ξυπνάει μέσα του...

- Βασίλη, Βασίλη; Μα δεν ακούς πια; φωνάζει μέσα από τα ρούχα η άρρωστη...


Κορυφή σελίδας

Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org