Κυριακή 24 Γενάρη 2010
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 9
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ
Ο οπορτουνισμός ως πολιτικό ρεύμα στο έδαφος του καπιταλισμού

Τέταρτο μέρος

Τα διάφορα ζιγκ-ζαγκ της αστικής πολιτικής, οι διάφορες αλλαγές στην τακτική που ακολουθεί η αστική τάξη, μπορούν να προκαλέσουν με ποικίλους τρόπους δυνάμωμα του αναθεωρητισμού, του οπορτουνισμού.

Και πάλι θα προστρέξουμε στον Λένιν: «Αν η τακτική της αστικής τάξης ήταν πάντα ομοιόμορφη ή έστω πάντα ομοιότυπη, η εργατική τάξη γρήγορα θα μάθαινε να απαντάμε με την ίδια ομοιόμορφη ή ομοιότυπη τακτική. Στην πράξη η αστική τάξη όλων των χωρών μπορεί να επεξεργάζεται αναπόφευκτα δύο συστήματα διοίκησης, δύο μέθοδες πάλης για να υπερασπίσει τα συμφέροντα και την κυριαρχία της, και μάλιστα οι δύο αυτές μέθοδοι πότε αντικαθιστούν η μία την άλλη, πότε περιπλέκονται μεταξύ τους σε διάφορους συνδυασμούς. Πρώτο είναι η μέθοδος της βίας, της άρνησης κάθε παραχώρησης στο εργατικό κίνημα (...) η μέθοδος της άρνησης των μεταρρυθμίσεων»22.

«...Η δεύτερη μέθοδος είναι η μέθοδος του "φιλελευθερισμού", των βημάτων προς την πλευρά της ανάπτυξης των πολιτικών δικαιωμάτων, προς την πλευρά των μεταρρυθμίσεων, των παραχωρήσεων κτλ.

Η αστική τάξη περνάει από τη μία μέθοδο στην άλλη όχι εξαιτίας των κακόβουλων προθέσεων ορισμένων προσώπων ή τυχαία, αλλά εξαιτίας της βαθιάς αντιφατικότητας της ίδιας της θέσης της. Μια ομαλή καπιταλιστική κοινωνία δεν μπορεί να αναπτύσσεται με επιτυχία, αν δεν έχει σταθεροποιημένο αντιπροσωπευτικό σύστημα, αν δεν υπάρχουν ορισμένα πολιτικά δικαιώματα για τον πληθυσμό, που δεν μπορεί παρά να τον διακρίνει κάποια σχετικά υψηλή απαιτητικότητα από "πολιτιστική" άποψη (...). Οι ταλαντεύσεις της τακτικής της αστικής τάξης, οι μεταπτώσεις από το σύστημα της βίας στο σύστημα των δήθεν παραχωρήσεων προσιδιάζουν για αυτό το λόγο στην ιστορία όλων των ευρωπαϊκών χωρών...»23.

Ετσι μια στροφή προς τις «παραχωρήσεις», τα πολιτικά δικαιώματα, μπορεί να αποδειχτεί ιδιαίτερα επικίνδυνη για την υποταγή του επαναστατικού κόμματος στον αστικό μεταρρυθμισμό, να το μετατρέψει σε εξάρτημά του. «Συχνά η αστική τάξη για ορισμένο χρονικό διάστημα πετυχαίνει τους σκοπούς της με την "φιλελεύθερη" πολιτική που είναι (...) "πιο πονηρή" πολιτική. Ενα μέρος των εργατών, ένα μέρος των εκπροσώπων τους κάπου-κάπου ξεγελιέται από τις φαινομενικές παραχωρήσεις»24.

Αντίστοιχα η πολιτική της συστηματικής βίας από την πλευρά της αστικής τάξης ενάντια στο προλεταριάτο και την ιδεολογική και πολιτική του πρωτοπορία, το επαναστατικό κομμουνιστικό κόμμα, ασκεί πίεση για υποταγή στην αστική νομιμότητα, για διάχυση του κόμματος ή αναστολή της λειτουργίας των οργανώσεών του ή ακόμα και διάλυσή του.

Ασφαλώς όλες οι αστικές κυβερνήσεις, σε συνθήκες είτε κοινοβουλευτικές είτε όχι, χρησιμοποιούν πάντοτε ταυτόχρονα όλες τις μεθόδους, που όλες τους έχουν ως ξεχωριστή στόχευση το δυνάμωμα της οπορτουνιστικής πίεσης ή ταλάντευσης.

Η καθεαυτή γνωσιολογική ρίζα του αναθεωρητισμού και του οπορτουνισμού είναι η αδυναμία κατανόησης ότι η ανάπτυξη γίνεται με διαλεκτικό τρόπο, τόσο βαθμιαία όσο και με άλματα, ότι σε κάθε περίπτωση προχωρεί ανάμεσα από αντιθέσεις και μέσω αντιθέσεων, ότι η προχωρητική της πορεία περιλαμβάνει ζιγκ-ζαγκ, προσωρινά πισωγυρίσματα. Κάθε μονομέρεια, κάθε αποστέωση της σκέψης, κάθε μονόπλευρη προσκόλληση αποκλειστικά σε μία πλευρά του ζητήματος μπορεί να προκαλέσει ιδεολογικές συγχύσεις. Ασφαλώς ο μαρξισμός με όπλο την υλιστική διαλεκτική μπορεί να αγκαλιάσει και να κατανοήσει όλο τον πλούτο της ανάπτυξης. Ωστόσο «οι μάζες διδάσκονται από τη ζωή και όχι από τα βιβλία και για αυτό τα μεμονωμένα πρόσωπα ή ομάδες πάντα υπερβάλλουν, ανάγουν σε μονόπλευρη θεωρία, σε μονόπλευρο σύστημα τακτικής πότε το ένα και πότε το άλλο χαρακτηριστικό γνώρισμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, πότε το ένα και πότε το άλλο "δίδαγμα" της ανάπτυξης αυτής (...). Οι αναθεωρητές θεωρούν λογοκοπία όλους τους συλλογισμούς σχετικά με τα "άλματα" και με την αντίθεση - από άποψη αρχών - του εργατικού κινήματος προς όλη την παλιά κοινωνία. Παίρνουν τις μεταρρυθμίσεις για μερική πραγματοποίηση του σοσιαλισμού. Ο αναρχοσυνδικαλιστής αποκρούει την "ψιλοδουλειά" (...). Στην πράξη η τελευταία αυτή τακτική καταλήγει στην αναμονή "μεγάλων ημερών", μια και δεν είναι σε θέση να συγκεντρώσει τις δυνάμεις που δημιουργούν τα μεγάλα γεγονότα. Και οι πρώτοι και οι δεύτεροι φρενάρουν το πιο βασικό, το πιο επείγον ζήτημα: τη συσπείρωση των εργατών σε οργανώσεις μεγάλες, ισχυρές, που να λειτουργούν καλά, και να είναι σε θέση να λειτουργούν καλά κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, σε οργανώσεις διαποτισμένες από το πνεύμα της ταξικής πάλης, που να έχουν σαφή επίγνωση των σκοπών τους και να διαπαιδαγωγούνται με την πραγματική μαρξιστική κοσμοαντίληψη»25.

ΟΙ ΜΑΡΞ ΚΑΙ ΕΝΓΚΕΛΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΝ ΑΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΚΟ ΡΕΦΟΡΜΙΣΤΙΚΟ «ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ»

Στην περίοδο που οι Μαρξ και Ενγκελς έγραψαν το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», καθώς και μέχρι την Παρισινή Κομμούνα το 1871, δεν μπορούμε να μιλάμε για οπορτουνισμό με τα χαρακτηριστικά που αυτός έχει στον ιμπεριαλισμό.

Ο ιδεολογικός αγώνας των Mαρξ και Ενγκελς από την αρχή συνδέθηκε με την προσπάθειά τους να συμβάλουν στην ωρίμανση του πολιτικού κινήματος της εργατικής τάξης σε ανειρήνευτη αντιπαράθεση με τις διάφορες αστικές και μικροαστικές αντιλήψεις για το σοσιαλισμό. Το νεαρό εργατικό κίνημα έκανε τότε τα πρώτα του βήματα και ασφαλώς ήταν κάτω από την πολιτική και ιδεολογική κηδεμονία της αστικής τάξης.

Πολεμώντας όλες αυτές τις τάσεις οι Μαρξ και Ενγκελς αποκάλυψαν τις ταξικές τους ρίζες, άσκησαν κριτική στα βασικά τους δόγματα και απέδειξαν τον ουτοπικό χαρακτήρα των ρεφορμιστικών επιδιώξεων.

Χαρακτηριστική ήταν η διαπάλη των Μαρξ και Ενγκελς με τη μικροαστική ρεφορμιστική σοσιαλιστική θεωρία του Πιερ-Ζοζέφ Προυντόν26. Ο Προυντόν εξέφραζε τις αυταπάτες της πλατιάς μάζας των μικροϊδιοκτητών, πρώτα και κύρια, των κατεστραμμένων και καταχρεωμένων χωρικών και των σκληρά εργαζόμενων μικροτεχνιτών των πόλεων, θεωρούσε αναγκαίο να μελετήσει μέτρα που σκόπευαν να διατηρήσουν τη μικρή ιδιοκτησία και να δημιουργήσει μια κοινωνία από «ίσους» ιδιωτικούς εμπορευματοπαραγωγούς. Η ουτοπιστική θεωρία του οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι είναι δυνατή η κοινωνική επανάσταση με ειρηνικά μέσα, με βάση τη συνεργασία του προλεταριάτου και της αστικής τάξης, γι' αυτό διακήρυσσε την αποχή από κάθε πολιτική πάλη.

Οι Μαρξ και Ενγκελς πολέμησαν επίσης το ρεφορμισμό των βρετανικών συνδικάτων, γνωστών και ως τρέιντ-γιούνιον. Ο τρέιντ-γιουνιονισμός ξεκινούσε με την παραδοχή της μονιμότητας των καπιταλιστικών σχέσεων και επιδίωκε, μέσω μεταρρυθμίσεων, να βελτιώσει τη θέση των οργανωμένων στα συνδικάτα εργατών μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα. Η δραστηριότητα των τρέιντ-γιουνιονιστών ήταν αγώνας για τη βελτίωση των όρων πώλησης της εργατικής δύναμης και όχι για την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος. Η τρέιντ-γιουνιονιστική πολιτική ήταν έτσι αστική πολιτική του εργατικού κινήματος και η αυθόρμητη τρέιντ-γιουνιονιστική ιδεολογία ήταν η αστική ιδεολογία.

Ενα από τα πιο σημαντικά εμπόδια στη διάδοση της επιστημονικής επαναστατικής θεωρίας, ιδιαίτερα στο γερμανικό εργατικό κίνημα, ήταν ο λασαλισμός27. Αυτή τη μορφή ρεφορμισμού αντιμετώπισαν οι Μαρξ και Ενγκελς για πρώτη φορά στη δεκαετία του 1860. Αυτή η τάση αναπτύχθηκε μέσα στο γερμανικό εργατικό κίνημα και συνδέθηκε με τη δραστηριότητα μιας πολιτικής μαζικής οργάνωσης, της Γενικής Ενωσης Γερμανών Εργατών.

Ο Λασάλ απέρριπτε την αναγκαιότητα σοσιαλιστικής επανάστασης και θεωρούσε ότι με το καθολικό δικαίωμα ψήφου θα ήταν δυνατός ένας ειρηνικός μετασχηματισμός του αστικού κράτους. Σημαντικό είναι ότι οι οπαδοί του λασαλισμού παρουσίαζαν την πολιτική τους γραμμή ως καθαρή τακτική.

Ο Μαρξ, στο γράμμα του προς τον Ενγκελς στις 9 Απριλίου του 1863, ειρωνεύομενος τον Λασάλ γράφει: «Αυτός (σ.σ. ο Φερντινάντ Λασάλ) μου έστειλε προχθές την "απαντητική επιστολή του" (...). Λύνει το πρόβλημα της μισθωτής εργασίας - κεφαλαίου με την "ευκολία παιχνιδιού" (κυριολεκτικά). Δηλαδή οι εργάτες θα πρέπει να προπαγανδίζουν το γενικό δικαίωμα ψήφου και μετά να στέλνουν ανθρώπους σαν και αυτόν, οπλισμένους "με το λαμπρό όπλο της επιστήμης" στη βουλή. Μετά θα φτιάξουν εργοστάσια των εργατών, πράγμα για το οποίο θα προκαταβάλλει το κράτος το κεφάλαιο και αυτά τα ιδρύματα θα απλωθούν σιγά-σιγά σε όλη την χώρα. Αυτό το ζήτημα είναι από κάθε άποψη εκπληκτικά καινούριο...»28.

Οι δεκαετίες ανάμεσα στα 1871-1914 είναι περίοδος όπου αναπτύσσεται το μονοπώλιο, είναι η εποχή της ολοκληρωτικής κυριαρχίας και παρακμής της αστικής τάξης. Ακριβώς σε αυτές τις δεκαετίες διαμορφώθηκε ο τύπος των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων της Β' Διεθνούς.

Ουσιαστικά πρόκειται για μια περίοδο που σημαδεύεται από την υποχώρηση του επαναστατικού κινήματος. Διαμορφώνονται κόμματα στα οποία συνυπάρχουν οι επαναστατικές μαρξιστικές με τις συμβιβαστικές τάσεις.

Σημαντικά ορόσημα σε αυτά τα χρόνια είναι: Το συνέδριο της Γκότα το 1875, όπου πραγματοποιήθηκε μετά από μακροχρόνιες αντιπαραθέσεις και συζητήσεις ένας συμβιβασμός με τη συνένωση των αϊζεναχικών και των λασαλικών για τη δημιουργία του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Γερμανίας (αργότερα σοσιαλδημοκρατικού)29. Η δημιουργία της Β' Διεθνούς το 1889, καθώς και η υιοθέτηση του περίφημου προγράμματος της Ερφούρτης το 189130 από το γερμανικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, το οποίο έγινε στην ουσία πρότυπο για όλη τη Β' Διεθνή.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

(Το άρθρο βασίζεται σε κείμενο της Ιδεολογικής Επιτροπής της ΚΕ του ΚΚΕ)

Σημειώσεις:

22. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 20, σελ. 70.

23. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 20, σελ. 70-71.

24. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 20, σελ. 72.

25. Β. Ι. Λένιν: «Απαντα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», τ. 20, σελ. 69-70.

26. Πιερ-Ζόζεφ Προυντόν (1809-1865): Γάλλος μικροαστός δημοσιολόγος, οικονομολόγος και φιλόσοφος, ιδεολόγος του αναρχισμού.

27. Ορος που προέρχεται από τον Φερντινάντ Λασάλ (1825-1864), Γερμανό σοσιαλιστή, δημοσιογράφο και δικηγόρο.

28. Κ. Μαρξ - Φρ. Ενγκελς: «Για το ρεφορμισμό», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 235.

29. Οι αϊζεναχικοί θεωρούνταν ως η πιο επαναστατική πτέρυγα του σοσιαλιστικού κινήματος στη Γερμανία σε αντίθεση με τους λασαλικούς. Ο Μαρξ επέκρινε αμείλικτα τη συμφωνία της Γκότα, που ήταν το πρώτο παράδειγμα, που έδειχνε την τάση των Γερμανών σοσιαλδημοκρατών να αποσιωπήσουν τα κύρια προβλήματα εν ονόματι της ενότητας του κόμματος. Για περισσότερα δες Κ. Μαρξ: «Η κριτική του προγράμματος της Γκότα», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».

30. Το πρόγραμμα αυτό γράφτηκε από τον Κ. Κάουτσκι. Αν και ήταν γεμάτο από περισπούδαστες αναλώσεις, προσπερνούσε ή αγνοούσε τελείως το βασικό ζήτημα, δηλαδή τη δικτατορία του προλεταριάτου και την επανάσταση. Η κριτική του Ενγκελς στο πρόγραμμα της Ερφούρτης αποκρύφτηκε και δημοσιεύτηκε μετά από 10 χρόνια. Για περισσότερα δες Β. Ι. Λένιν: «Κράτος και Επανάσταση», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή».


Κορυφή σελίδας

Διαβάστε στο «Ρ»

Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org