Τετάρτη 21 Νοέμβρη 2007
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 22
Θέατρο
ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
Εξαιρετικά έργα στο Εθνικό Θέατρο
«Ο Ηλίθιος»

«Η κασετίνα»
«Η κασετίνα»
Σπουδαίο επίτευγμα όλων των δημιουργικών και ερμηνευτικών συντελεστών της αποτελεί η παράσταση του ντοστογιεφσκικού «Ηλίθιου» στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, σε σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού, που επαναλαμβάνεται φέτος (δυστυχώς όχι για πολύ ακόμα, ενώ θα έπρεπε). Η υπογράφουσα τολμά αυτήν την κρίση, θυμούμενη αρκετές παραστάσεις με τολστοϊκά και ντοστογιεφσκικά μυθιστορήματα (μεταξύ των οποίων και τέσσερις παραστάσεις του «Ηλίθιου») που είδε από διακεκριμένους ρώσικους, πολωνικούς, βουλγάρικους, ουγγρικούς θιάσους. Το επίτευγμα της ελληνικής παράστασης οφείλεται πρωτίστως στις εξαιρετικές σπουδές του Στ. Λιβαθινού στη Ρώσικη Ακαδημία Θεάτρου, επόμενα και στη γνώση του για τις παραδόσεις του ρωσικού θεάτρου και της ρωσικής λογοτεχνίας, αλλά και του ανήσυχου αισθητικά, τελειοθηρικά εργατικού ταλέντου του. Ο Λιβαθινός ευφυώς, αντί μιας «κλασικής» διαλογικής μορφής δραματοποίησης του μυθιστορήματος, ανέθεσε στον Σάββα Κυριακίδη (βάσει της αξεπέραστης μετάφρασης του Αρη Αλεξάνδρου), τη διασκευή, διασκευή εξαιρετικό κράμα αφήγησης, ανάγνωσης χαρακτηριστικών σύντομων αποσπασμάτων του πρωτοτύπου και διαλογικών μερών για τις κορυφαίες - χαρακτηρολογικές, ψυχογραφικές και συγκρουσιακές- στιγμές των προσώπων και της δραματικής κατάληξής τους. Η σύλληψη μιας τέτοιας διασκευής σεβάστηκε όλη την πλοκή του μυθιστορήματος. Ανέδειξε την έντονη «θεατρικότητα» του ντοστογιεφσκικού μυθιστορήματος και τους αλλεπάλληλους, κορυφούμενους κύκλους της πολυπρόσωπης, πολυφωνικά δραματικής, μυθιστορηματικής πλοκής που λειτουργεί σε τρία επίπεδα: στο προσκήνιο, στο παρασκήνιο και στη σκηνή, στην οποία συντελούνται οι μεγάλες συγκρούσεις και η κορύφωση του δράματος. Πρόβαλε τους σχολιασμούς του συγγραφέα για το χαρακτήρα, τις συμπεριφορές, την ιδιοσυγκρασία, τα πάθη των προσώπων που έπλασε και την καταλυτική επίδραση της κοινωνίας στη δραματική «μοίρα» τους. Πρωτίστως, καθόρισε την αισθητικο - ιδεολογικά τριπλή σκηνοθετική «ανάγνωση». Τριπλή, γιατί Διττή, αφ' ενός με την «αποστασιοποίηση» των ηθοποιών στα αφηγηματικά μέρη και αφ' ετέρου με την απόλυτα ρεαλιστική ενσάρκωση της αλήθειας, του ψυχισμού και του δράματος του προσώπου που υποδύονται. Κατόρθωμα συμπυκνωτικής αναπαράστασης των πολλαπλών χωρο-χρόνων του μυθιστορήματος αποτελεί το ευρηματικότατο σκηνικό και τα όμορφα δια-χρονικά κοστούμια (Ελένη Μανωλοπούλου). Εξαιρετικοί συντελεστές της υπέροχης αυτής παράστασης είναι η κινησιολογία (Σεσίλ Μικρούτσικου), οι φωτισμοί (Αλέκος Αθανασίου), η μουσική (Θόδωρος Αμπατζής). Ενθερμο έπαινο δικαιούται η πειθαρχημένη, ολόψυχη, ευγενούς άμιλλας, ερμηνευτική κατάθεση όλων των ηθοποιών (αρκετοί μάλιστα σε διάφορους μικρούς ρόλους), με μέγιστη και κυρίαρχη τη γεμάτη απλότητα αλήθεια, ανθρώπινη θερμότητα, βαθύτατα συγκινητική, διόλου μελοδραματική, ερμηνεία του Βασίλη Ανδρέου (Ηλίθιος).

«Η κασετίνα»

«Πλαστελίνη»
«Πλαστελίνη»
Πριν λίγα χρόνια, το «Θέατρο του Νότου» του Γιάννη Χουβαρδά «αποκάλυψε» έναν σπουδαίο, κι όμως άγνωστο στο ελληνικό θέατρο, δραματουργό και σκηνοθέτη - εκπρόσωπο του γερμανικού εξπρεσιονισμού, τον Καρλ Στέρνχαϊμ (1878 - 1942), ανεβάζοντας το αριστουργηματικό έργο του «Το βρακί» (1911). Φέτος, το Εθνικό Θέατρο, διευρύνει τη γνωριμία μας με την πρωτοπόρα και τολμηρή ιδεολογοαισθητικά και θεματολογικά δραματουργία του Στέρνχαϊμ, ανεβάζοντας (στο θέατρο «Κάππα») το έργο του «Η κασετίνα», σε εξαιρετική - άμεση γλωσσικά, δραστική νοηματικά - μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα. Εργο άκρως επίκαιρο, σαρκαστικός κόλαφος για το άπληστο, μονομανιακό κυνήγι του χρήματος και τη «θεοποίησή» του, από την αστική και μικροαστική τάξη. Κυνήγι που διαφθείρει και εκτροχιάζει ποικιλοτρόπως - επαγγελματικά, ηθικά, ψυχοδιανοητικά, συναισθηματικά - τον άνθρωπο και καταλύει τους δεσμούς του, ακόμα και την ίδια τη ζωή του. Με μια απλή, λιγοπρόσωπη μυθοπλοκή, αλλά με τον γκροτέσκα μεγεθυντικό «φακό» του εξπρεσιονισμού, ο Στέρνχαϊμ, καυτηρίασε αποκαλυπτικά το κυνήγι πλουτισμού, με χρηματιστηριακά «παιχνίδια», τραπεζικά ομόλογα, πλαστό χρήμα, στη γερμανική κοινωνία - «μήτρα» του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Το κεντρικό πρόσωπο του έργου, ο εκπαιδευτικός Κρουλ, χήρος, πατέρας μιας κόρης, φρεσκοπαντρεμένος με την όμορφη αδελφή της νεκρής γυναίκας του, πέφτει «θύμα» της πλούσιας θείας του, που για να τον κάνει «δούλο» των θελήσεών της, του τάζει την κασετίνα με τα ομόλογά της, ενώ τα έχει κληροδοτήσει στην εκκλησία. Παθιασμένος πια με το χρήμα, αδιαφορεί για την κόρη του, η οποία παντρεύεται ένα φωτογράφο που προσδοκά μερίδιο από την κασετίνα, αλλά και για τη μοιχεία της γυναίκας του με τον φωτογράφου, γίνεται θύτης των δικών του και τελικώς αυτογελοιοποιείται, καθώς δε συνειδητοποιεί ότι ο άνθρωπος γίνεται δούλος του χρήματος, ότι ο πραγματικός κάτοχος του χρήματος υποδουλώνει τους πάντες. Η σκηνοθεσία του Βίκτωρα Αρδίτη, είναι λιτή, με αίσθηση του σαρκαστικού χιούμορ, όμως τείνει προς τη φαρσική αισθητική του Φεντώ, βοηθούντος και του «ψυχρού» σκηνικού και των -σε στιλ μπελ επόκ - κοστουμιών (Λιλή Κεντάκα) και όχι στο εξπρεσιονιστικό γκροτέσκο, που αποζητά το έργο. Σοβαρές και πειθαρχημένες στη σκηνοθετική κατεύθυνση είναι οι ερμηνείες των ηθοποιών, με αξιολογότερα αποτελέσματα από τους Εύη Σαουλίδου, Εμιλυ Κολιανδρή, Ερση Μαλικένζου, Ταξιάρχη Χάνο.

«Πλαστελίνη»

«Ηλίθιος»
«Ηλίθιος»
Στην Πειραματική Σκηνή ανεβάστηκε η «Πλαστελίνη» του νέου ηλικιακά, αλλά πολυγραφότατου, Ρώσου συγγραφέα Βασίλι Σίγκαρεφ (μετάφραση από τα αγγλικά της Αθηνάς Παραπονιάρη και επεξεργασία από τα ρωσικά της Κατερίνας Ευαγγελάτου). Ενα έργο σοκ. Πικρό, απελπισμένο, σκληρό κι όμως βαθύτατα τρυφερό για κάθε ανίσχυρο, απελπισμένο, πάσχον ανθρώπινο πλάσμα, ιδιαίτερα για τον πιο αδύνατο κοινωνικό κρίκο τα παιδιά, στη ζοφερή κοινωνική πραγματικότητα της σημερινής Ρωσίας, πραγματικότητα, δυστυχώς, και πολλών άλλων χωρών. Γιος εργάτη και αγρότισσας, γεννημένος το 1977 στα Ουράλια, με σπουδές Χημείας, Βιολογίας και τελικώς δραματουργίας, στην «Πλαστελίνη» (2002), με ελλειπτική, σπονδυλωτή γραφή, και χαρακτηριστικά πρόσωπα, «καθρεφτίζει» τον κοινωνικό «βυθό» στη μετασοβιετική ρωσική κοινωνία. Κοινωνία της διάχυτης βίας, της εγκληματικότητας, της πολύμορφης εκμετάλλευσης, της μοναξιάς, της μαζικής εξαθλίωσης και περιθωριοποίησης λαϊκών ανθρώπων, του αλκοολισμού, της εκπόρνευσης, της καταρρακωμένης εκπαίδευσης, αλλά και των ορφανεμένων, εγκαταλειμμένων από γονείς και την κοινωνία παιδιών, που οδηγούνται στην παραβατικότητα, ακόμα και στην αυτοκτονία. Κεντρικό πρόσωπο του έργου είναι ο ορφανός, δεκατετράχρονος Μαξίμ, που ζει με τη φτωχούλα, εντελώς ανήμπορη γιαγιά του. Μόνον αυτής της χάδι και την αγάπη έχει. Αλλά αυτό δε φτάνει σε ένα παιδί. Ιδιαίτερα σε μια κοινωνία «ζούγκλα», με άθλιους και εκδικητικούς δασκάλους, με τη βία, τη σεξουαλική διαστροφή, τα ναρκωτικά που καραδοκούν παντού, σε βάρος όχι μόνον ενηλίκων αλλά και των παιδιών. Ο Μαξίμ, λαχταρώντας, αλλά μη βρίσκοντας ένα φίλο, ένα πλάσμα για να δώσει και να πάρει αγάπη, όπως είναι το φυσικό του ανθρώπου, ιδιαίτερα του παιδιού, πλάθει και ξαναπλάθει με πλαστελίνη, ένα ανθρωπάκι για να παρηγορεί τη μοναξιά του. Κοιμάται μ' αυτό, όπως όλα τα παιδιά με την κούκλα τους, προσπαθώντας να γλυκάνει με αυτό τα όνειρά του, να διώχνει τους εφιάλτες που ταράζουν τη μέρα και τη νύχτα του. Αποβλημένος από το σχολείο, βιασμένος από έναν διεστραμμένο, χτυπημένος από αυτόν και τον συνεργάτη του, εγκαταλειμμένος και προδομένος από το μόνο συμμαθητή - φίλο του, ο Μαξίμ, λυτρώνεται από όλη αυτή την κοινωνική φρίκη, αυτοκτονώντας, όπως ένας άλλος ορφανός φίλος του. Η δύναμη, η αλήθεια, η - κρυμμένη πίσω από τη σκληρότητα και τη βία των σκηνών - ποιητικότητα, ο ανθρωπιστικός χαρακτήρας του έργου, ευτύχησαν με την ευαίσθητη, καλαίσθητη, γεμάτη νεανική φρεσκάδα, φαντασία, ευρηματικές λύσεις στο δέσιμο των σπονδυλωτών σκηνών, σκηνοθεσία της Κατερίνας Ευαγγελάτου. Αυτή η τρίτη σκηνοθετική δοκιμασία της υπόσχεται πολλά. Πολύ καλή η κινησιολογική διδασκαλία του Ερμή Μαλκότση. Πολύσημα τα λιτά σκηνικά (όρθιοι κύβοι, που παραπέμπουν στα κτίρια, τους δρόμους, τους σκοτεινούς κοινωνικούς «λαβυρίνθους» των πόλεων) και τα σύγχρονα κοστούμια (Κωνσταντίνος Ζαμάνης), όπως και η μουσική (Σταύρος Γασπαρινάτος). Από το γενικά πολύ καλό υποκριτικό επίπεδο, ξεχωρίζουν η λιτή, με φυσικότητα, αλήθεια και αθωότητα ερμηνεία του νεαρότατου Νικόλα Αγγελή, οι εξαιρετικές μεταμορφώσεις σε διάφορους ρόλους της Σοφιάννας Ζαμπετάκη, οι μεταμορφώσεις της Μαρίας Παρασύρη (ιδίως ως γιαγιά) και η νεανική ερμηνευτική χάρη της Λένας Παπαληγούρα.


ΘΥΜΕΛΗ


Κορυφή σελίδας

Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org