Τετάρτη 3 Οχτώβρη 2007
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 22
Θέατρο
ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
Μεταμοντέρνα... παραμόρφωση αριστουργημάτων
«Το άγνωστο αριστούργημα»

«Το άγνωστο αριστούργημα»
«Το άγνωστο αριστούργημα»
Κάθε καλλιτέχνης (δημιουργός ή ερμηνευτής οποιασδήποτε Τέχνης) θα έπρεπε να μελετήσει, να έχει σαν «ευαγγέλιό» του, το φιλοσοφικού και καλλιτεχνικού περιεχομένου διήγημα του Μπαλζάκ «Το άγνωστο αριστούργημα». Ενα αριστουργηματικό δοκίμιο, με το οποίο διακήρυξε ο Μπαλζάκ τις αξίες της αλήθειας και απλότητας της Τέχνης. Ενα κείμενο - επιτομή των απόψεών του για τη ζωή και την Τέχνη. Για τη σχέση ζωής και Τέχνης, πραγματικότητας και φαντασίας. Το γήινο έρωτα και τον πόθο της δημιουργίας. Τον μοναχικό αγώνα του δημιουργού για την κατάκτηση των κανόνων και μέσων της Τέχνης του. Το βιοπορισμό και την καταξίωσή του. Την αποδοχή ή την αντιζηλία των ομοτέχνων του. Την αρμονία ή τη διάσταση μεταξύ αισθητικής θεωρίας και καλλιτεχνικής πράξης. Στοχαζόμενος για όλα αυτά, ο δημιουργός της «Ανθρώπινης Κωμωδίας», τοποθετεί τη μυθοπλοκή αυτού του διηγήματος σε ένα υπαρκτό παρισινό σπίτι του 17ου αιώνα, σπίτι που απέκτησε ιστορική αξία τον 20ό αιώνα, καθώς ο Πάμπλο Πικάσο, επηρεασμένος από το μπαλζακικό διήγημα, νοίκιασε αυτό το σπίτι, όπου, μεταξύ άλλων, ζωγράφισε και την «Γκερνίκα». Διόλου τυχαία, ο ρεαλιστής Μπαλζάκ, πλάθει το διήγημά του με κεντρικούς ήρωες τρία υπαρκτά πρόσωπα, τρεις ζωγράφους προηγούμενων αιώνων (Φραντς Πόρμπους ο Νεότερος, Γιαν Γκοσαέρτ ή Μαμπίζ, Νικολά Πουσέν) και άλλα δύο φανταστικά πρόσωπα. Τον ηλικιωμένο, φημισμένο, πλούσιο «μετρ» της ζωγραφικής Φρενχόφερ, ο οποίος επηρμένα διατείνεται ότι δέκα χρόνια φιλοτεχνεί, μυστικά, το αριστούργημα των αριστουργημάτων, με τίτλο «Ωραία καβγατζού», το οποίο κανένας, ποτέ, δεν είδε κι ότι η ομορφιά της γυναίκας που έπλασε υπερβαίνει το κάλλος της Ζιλιέτ, της αγαπημένης του φτωχού νέου ζωγράφου Νικολά Πουσέν. Τελικώς, αποκαλύπτεται ότι, αντίθετα από τις θεωρίες του ο «δάσκαλος», αποκομμένος από τη ζωή, θαυμάζοντας μόνο τη δική του δημιουργία, από άμετρο «έρωτα» μόνο για την Τέχνη, «σκότωσε» την Τέχνη. Διέπραξε ένα καλλιτεχνικό «έγκλημα». Κατέστρεψε ένα σπουδαίο πίνακα, επιζωγραφίζοντάς το «με ένα κομφούζιο χρωμάτων» και «αλλόκοτες γραμμές». Κι αυτό το αποκαλούσε μέγιστο «αριστούργημα». Αυτό το αφηγηματικό κείμενο αποπειράθηκε να θεατροποιήσει ο Γρηγόρης Χατζάκης, κάνοντας τη δεύτερη θιασαρχική, διασκευαστική και σκηνοθετική εμφάνιση (μετά τη θεατροποίηση της ταινίας του Βέντερς «Τα φτερά του έρωτα»). Ομως, το υπέρμετρα φιλόδοξο εγχείρημα του νεαρού σκηνοθέτη - και παμπόνηρα «ευφάνταστου» με το να παρουσιαστεί σε χώρους του Μουσείου Μπενάκη - δε φανέρωσε σε βάθος μελέτη και αποδοχή του μπαλζακικού διδάγματος ότι το μέγα ζητούμενο είναι: η αλήθεια του έργου Τέχνης, η απλότητα και καθαρότητα των μέσων του. Αντίθετα το μπαλζακικό κείμενο, διασκευαστικά και κυρίως σκηνοθετικά «επιζωγραφίστηκε» με σωρούς μετα... μεταμοντέρνων, εντυπωσιοθηρικών εικαστικών, ραδιοφωνικών, μουσικών, και άλλων «ευρημάτων» και νοηματικά «σκοτώθηκε» από την κραυγαλέα, κακόηχη, χοντροκομμένα περιγραφική κι αλλού άχρωμη, τελικώς αντιθεατρική, εκφορά του λόγου από τους ηθοποιούς.

«Βυσσινόκηπος» με την «Ασκηση»

«Βυσσινόκηπος» με την «Ασκηση»
«Βυσσινόκηπος» με την «Ασκηση»
Το φαινόμενο της παραμορφωτικής, μεταμοντέρνας κακοποίησης αριστουργημάτων της παγκόσμιας δραματουργίας «εισήχθη» και φουντώνει και στο δικό μας θέατρο. Υιοθετείται, δυστυχώς, ακόμα και από ηθοποιούς με σοβαρή θεατρική παιδεία και αξιόλογη ερμηνευτική πορεία, που συστήνουν ομάδες και δοκιμάζονται σκηνοθετικά. Η κριτική για τις περιπτώσεις αξιόλογων και έμπειρων καλλιτεχνών δεν πρέπει να τους δίνει συγχωροχάρτια. Πρέπει να είναι αυστηρή. Για το καλό τους. Σ' αυτή την κατηγορία ανήκει και ο Περικλής Μουστάκης, ο οποίος με την ομάδα του «Ασκηση», παρουσιάζει (στο ομώνυμο θέατρο), τη δεύτερη σκηνοθεσία του με τον τσεχοφικό «Βυσσινόκηπο». Ενα πασίγνωστο αριστούργημα, που έγινε αγνώριστο... Οχι μόνο γιατί διασκευάστηκε (δε δηλώνεται η διασκευή και οι αγνοούντες το πρωτότυπο νομίζουν πως ό,τι ακούν και βλέπουν το έγραψε ο Τσέχοφ) αλλά και γιατί σκηνοθετήθηκε χωρίς καμιά αίσθηση του μέτρου. Η σκηνοθεσία ήταν κατάφορτη με εντυπωσιοθηρικά, μακρόσυρτα, αστόχαστα, σκηνοθετικά «ευρήματα» και με δήθεν υποκριτικούς «αυτοσχεδιασμούς». Ανυπόφορα θορυβώδης η σκηνοθεσία «μουτζούρωσε» κυριολεκτικά το κείμενο, με τις εκκωφαντικές μουσικές (σύγχρονων αγγλόφωνων τραγουδιών), με αφελέστατους ήχους (λ.χ. η ηθοποιός που υποδύεται την Ντουνιάσα, στην έναρξη της παράστασης τοποθετεί επί σκηνής τα έπιπλα, παριστάνοντας κινησιολογικά και φωνητικά, περισσότερο από δέκα λεπτά της ώρας, το τρένο!). Επιπλέον, ο λόγος εκφέρεται αφύσικα (η νοηματικά λογική ροή της κάθε φράσης και η στίξη του συγγραφέα πάνε περίπατο... καθώς αλλού ενώνονται δύο φράσεις σε μία κι αλλού μία φράση κόβεται σε δύο), και «βομβαρδίζεται» από ακατάσχετες μεταφορές και ρίψεις βαριών επίπλων, μαδεριών, μπουκαλιών, αποσκευών κι άλλων αντικειμένων, ήχων, ακροβατικών κινήσεων και πτώσεων στο πάτωμα των - έως αυτοθυσίας πειθαρχημένων στις σκηνοθετικές ιδέες - ηθοποιών, των οποίων, σημειωτέον, η σωματική ακεραιότητα κινδυνεύει σοβαρά. Ο λόγος παραμορφώνεται και λόγω της υπερβολικά γκροτέσκας ερμηνευτικής εκδοχής των προσώπων του έργου. Ο Τσέχοφ έπλασε λεπτομερειακά δουλεμένους χαρακτήρες. Ομως, η σκηνοθεσία τους, μη κατανοώντας ότι όταν ο Τσέχοφ αποκαλούσε «κωμωδίες» τα μεγάλα δράματά του, απλούστατα ήθελε να τα προστατέψει από τις μελοδραματικές τάσεις του θεάτρου της εποχής του, μετέτρεψε τα πρόσωπα σε γκροτέσκες μάσκες (μακιγιάζ Αγγελος Μέντης-Μαρία Ηλία). Τα μεταμόρφωσε - όλα ανεξαιρέτως - σε ψυχωσικές, διανοητικά διαταραγμένες, κλινικές περιπτώσεις. Εξαφανισμένα υπό το βάρος της μεταμοντέρνας σκηνοθετικής μουτζούρας τα συναισθήματα και οι σκέψεις των προσώπων. Εξαφανισμένες ακόμη και οι πολιτικοκοινωνικά σημαδιακές σκέψεις του υπηρέτη Φιρς που έζησε την ακμή της ρωσικής φεουδαρχικής αριστοκρατίας, του Λοπάχιν - γιου δουλοπάροικου και πια εκπροσώπου της ανερχόμενης αστικής τάξης που γίνεται ιδιοκτήτης του τεράστιου βυσσινόκηπου των ξεπεσμένων αριστοκρατών, και κυρίως του φτωχού φοιτητή Τροφίμοφ, που διακρίνει αλλά οραματίζεται τον αναγκαίο ερχομό μιας άλλης, δικαιότερης κοινωνίας. Ο «Βυσσινόκηπος» ήταν το πιο πολιτικό, προφητικό μάλιστα, έργο του μεγάλου δραματουργού. Ο Τσέχοφ έγραψε το «Βυσσινόκηπο» στην αυγή του 20ού αιώνα όχι μόνο για να αποκαλύψει την παρακμή του φεουδαρχισμού και τα αδιέξοδα της ανερχόμενης αστικής τάξης, αλλά και για να εκφράσει την ομοθυμία του με τις νέες ιδέες που οραματίζονταν τον ερχομό μιας δίκαιης κοινωνίας στην πατρίδα του, ιδέες που γέννησαν την Οχτωβριανή επανάσταση, που εκείνος δεν πρόλαβε. Η υπογράφουσα διέκρινε τη σωστή ιδέα-πρόθεση της σκηνοθεσίας του Π. Μουστάκη να αναγάγει το έργο (το έκανε και ενδυματολογικά στο δεύτερο μέρος) στο σήμερα για να καταδείξει την παρακμή, τον εκτροχιασμό της σύγχρονης κοινωνίας. Δυστυχώς, μόνον αυτή την πτυχή έκφρασε το μεταμοντέρνο παραστασιακό κομφούζιο που έστησε. Κομφούζιο, που ουδεμία σχέση έχει με το δραματουργικό ήθος, το ποιητικό κλίμα και τις βαθύτατα ανθρωπιστικές ιδέες του Τσέχοφ.


ΘΥΜΕΛΗ


Κορυφή σελίδας

Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org