Κυριακή 30 Γενάρη 2005
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 18
ΡΕΠΟΡΤΑΖ
Η λαϊκή οικογένεια στενάζει

Μια έρευνα, που αποκαλύπτει την οδυνηρή πραγματικότητα της ζωής των ανθρώπων του μόχθου

Ανάμεσα στα εμπόδια που αναφέρουν οι γυναίκες, σχετικά με την εργασία, είναι η δυσκολία στο να βρουν δουλιά, η έλλειψη παιδικών σταθμών και, γενικότερα, η κατάργηση των δημόσιων υπηρεσιών Πρόνοιας

Eurokinissi

Ανάμεσα στα εμπόδια που αναφέρουν οι γυναίκες, σχετικά με την εργασία, είναι η δυσκολία στο να βρουν δουλιά, η έλλειψη παιδικών σταθμών και, γενικότερα, η κατάργηση των δημόσιων υπηρεσιών Πρόνοιας
Η - πραγματική - γήρανση του πληθυσμού και η υπογεννητικότητα προβλήθηκαν για μια ακόμα φορά την περασμένη βδομάδα σαν άλλοθι για την επερχόμενη επίθεση στο Ασφαλιστικό. Με αφορμή τα νέα στοιχεία, που δείχνουν ότι η σχέση συνταξιούχων προς ασφαλισμένους, από 1 προς 2,7 το 1984, διαμορφώνεται στο 1 προς 1,7 σήμερα, πιπιλίζουν πάλι την «καραμέλα» ότι «επείγει» ο διάλογος για το Ασφαλιστικό» και «δεν έχουμε περιθώρια αναβολών». Κι όμως, αυτά τα άλλοθι, που χρησιμοποιεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για να πιέσει, ανατρέπονται από μελέτες και έρευνες Ελλήνων επιστημόνων, που δείχνουν ότι άλλες είναι οι αιτίες, οι οποίες απειλούν τα ασφαλιστικά ταμεία. Πραγματικά, το γεγονός ότι δημόσιες υπηρεσίες προς την οικογένεια καταργούνται ή συρρικνώνονται και εμπορευματοποιούνται είναι μια από τις βασικές αιτίες της υπογεννητικότητας: Η λαϊκή οικογένεια στενάζει κάτω από τις αυξημένες ανάγκες, αλλά και τις ολοένα αυξανόμενες ευθύνες, που της φορτώνει η συρρίκνωση και η εμπορευματοποίηση των δημόσιων προνοιακών υπηρεσιών, και αρχίζει ήδη να αντιμετωπίζει πρωτόγνωρα αδιέξοδα. Αυτό μπορεί να διαπιστώσει κανείς, μελετώντας τα στοιχεία και τα συμπεράσματα μιας πολύ πρόσφατης έρευνας, που πραγματοποίησε το Πάντειο Πανεπιστήμιο. Η έρευνα, που ήταν διακρατική, έγινε από το Κέντρο Κοινωνικής Μορφολογίας και Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου και επέτρεψε συγκρίσεις με άλλες δέκα ευρωπαϊκές χώρες. Τα συμπεράσματα αυτής της έρευνας περιλαμβάνονται σε βιβλίο, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Γκούντεμπεργκ», με τίτλο «Ζητήματα Οικογενειακής Πολιτικής». Και αξίζει να σημειώσουμε ότι στην έκδοση αυτή συμπεριλαμβάνονται, όχι μόνο τα κυριότερα ευρήματα του προγράμματος «Μεταβαλλόμενες οικογενειακές δομές και η σχέση τους με την Πολιτική», αλλά και ευρήματα σχετικών ερευνών από άλλους κοινωνικούς επιστήμονες.

Η έρευνα του Παντείου φανερώνει την κρίσιμη καμπή, στην οποία βρίσκεται η ελληνική οικογένεια: Οι κοινωνικές, οικονομικές, δημογραφικές μεταβολές είναι ραγδαίες, όπως και η μεταβολή στη θέση της γυναίκας - με επιπτώσεις που θα φανούν περισσότερο στο μέλλον. Εντονη είναι η δυσαρέσκεια των ερωτώμενων ανδρών και γυναικών για το ρόλο του κράτους και την ελλιπή κοινωνική προστασία, που χαρακτηρίζεται αποσπασματική και αναποτελεσματική.

Γάμος και παιδιά «αργοπορούν»

Ποιες είναι οι βασικές μεταβολές για την ελληνική οικογένεια;

  • Η γήρανση του πληθυσμού είναι αναμφισβήτητη, όπως και το προσδόκιμο επιβίωσης.

Οπως αναφέρει η κοινωνιολόγος Αφροδίτη Τεπερόγλου, «το προσδόκιμο επιβίωσης στους άνδρες κατά τη γέννηση, από 72,2 έτη το 1980, είναι 75,4 το 2002 και στις γυναίκες, από τα 76,8 έτη, στα 80,7 έτη».

  • Τα μονομελή νοικοκυριά αυξήθηκαν, ενώ τα οικογενειακά νοικοκυριά μειώθηκαν. Ενώ το 1961, περίπου το ένα στα τρία νοικοκυριά ήταν είτε μονομελή είτε νοικοκυριά δύο ατόμων, το 2001 είναι πλέον ένα στα δύο!
  • Από το 1991 έως το 2001, τα οικογενειακά νοικοκυριά με παιδιά παρουσίασαν μείωση 6% περίπου. Στις μονογονεϊκές οικογένειες, οι γυναίκες έχουν την αποκλειστική ευθύνη, σε αναλογία τέσσερις γυναίκες προς έναν άνδρα.
  • Υπάρχει σημαντική αύξηση της συγκατοίκησης νέων ζευγαριών πριν από το γάμο 21,6%, αλλά και συχνότητα εμπειριών μοναχικής ζωής πριν και μετά το γάμο.
  • Το ποσοστό των διαζυγίων είναι - ακόμα - από τα χαμηλότερα στην Ευρώπη, αλλά έχουν αυξηθεί και είναι πιο πρώιμα σε σχέση με το παρελθόν.

Οπως σημειώνει ο Χρήστος Μπαγκαβός, το ποσοστό των γάμων που κατέληξαν σε διαζύγιο υπερδιπλασιάστηκε, από 6% το 1960, σε 14% το 2000.

  • Οι νέοι μεταθέτουν για αργότερα το γάμο, αλλά και την απόκτηση παιδιών. Η μέση ηλικία κατά τον πρώτο γάμο ήταν το 1960 τα 25,1 χρόνια, ενώ το 2000 τα 26,9 χρόνια και όπως επισημαίνει, σε αντίθεση με το παρελθόν, «τα άτομα δεν αναζητούν τον κατάλληλο χρόνο για να παντρευτούν, αλλά τον κατάλληλο χρόνο για να αποκτήσουν παιδιά». Επίσης, παρατηρείται καθυστέρηση στη γέννηση του πρώτου παιδιού, που συνδυάζεται με την αύξηση της γονιμότητας στις ηλικίες άνω των 30 ετών. Είναι πιθανόν η καθυστέρηση αυτή να συνδυαστεί ίσως με αύξηση του αριθμού των γυναικών που θα παραμείνουν άτεκνες. «Επιπλέον, η μετάθεση της απόκτησης παιδιού από τις νεότερες στις υψηλότερες ηλικίες καταλήγει σε διαβίωση των νέων γυναικών για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα χωρίς παιδιά και αργότερα σε συμβίωση των νέων παιδιών με σχετικά γηραιότερους γονείς, γεγονός που επηρεάζει την ηλικιακή σύνθεση των μελών του νοικοκυριού», επισημαίνει.
Ανεργία των νέων

Εντονη είναι η τάση για μακροχρόνια παραμονή των νέων στην οικογενειακή εστία μετά την ηλικία ενηλικίωσής τους, ακόμα και μετά τα 29. Σ' αυτήν την τάση συμβάλλει η ανεργία των νέων, αλλά και οι μακροχρόνιες και δαπανηρές σπουδές, στις οποίες καταφεύγουν οι νέοι, εν μέρει εξαιτίας της ανεργίας.

«Οι όλο και πιο μακροχρόνιες, αλλά και πιο δαπανηρές σπουδές, οι όλο και πιο δυσεύρετες θέσεις εργασίας σημαίνουν ότι κάθε παιδί επιβαρύνει την οικογένεια όλο και περισσότερο και για όλο και μεγαλύτερο χρονικό διάστημα - πράγμα, που (εν μέρει τουλάχιστον) εξηγεί την επίμονα πτωτική γεννητικότητα, αλλά και που επιδρά στις οικογενειακές σχέσεις», παρατηρεί η Λουκία Μουσούρου.

Η θέση της γυναίκας
  • Αύξηση των αγάμων: Τάση αύξησης των εκτός γάμου γεννήσεων, από 1,2% των γεννήσεων το 1960, σε 4,1% το 2000. Μείωση της γονιμότητας, από 2,28 παιδιά ανά γυναίκα παραγωγικής ηλικίας το 1960, σε 1,29 το 2000.
  • Θέση της γυναίκας: Ραγδαία και ταχύτερη εκείνης των ανδρών, άνοδος του εκπαιδευτικού επιπέδου των γυναικών: Κατά το σχολικό έτος 2000-2001, το 76% των γυναικών, 18 ετών, συνέχιζαν σπουδές και μόνο το 61% των ανδρών της ίδιας ηλικίας.
  • Αύξηση των οικονομικά ενεργών γυναικών, από 27,4% το 1980, σε 42,7% το 2003, όμως η ανεργία πλήττει κυρίως τις γυναίκες και τους νέους.

Στην Ελλάδα, οι μετανάστες συνιστούν ήδη το 10% του πληθυσμού της χώρας και περισσότεροι από τους μισούς είναι παράνομοι. Το πρόβλημα του συνδυασμού εργασίας και οικογενειακής ζωής μπορεί να τίθεται τελείως διαφορετικά και απείρως πιο δραματικά γι' αυτόν τον πληθυσμό των ξεριζωμένων, που είναι ταυτόχρονα θύματα διακρίσεων και εκμετάλλευσης. (Πάντως, όπως φαίνεται, η αύξηση του πληθυσμού οφείλεται και σ' αυτούς, αφού η φυσική αύξηση του ελληνικού πληθυσμού είναι σχεδόν μηδενική).

Ποιοι είναι οι λόγοι, που ωθούν τους ανθρώπους στο γάμο; Σύμφωνα με την Μαρία Στρατηγάκη, η έρευνα έδειξε ότι για τους άντρες και τις μεγαλύτερες ηλικίες είναι κυρίως η συμμόρφωση σε μια κοινωνική πραγματικότητα («προορισμός» η απόκτηση οικογένειας). Αντίθετα, για τις γυναίκες και τις νεότερες ηλικίες, οι λόγοι φαίνεται να αλλάζουν προς την κατεύθυνση της ελεύθερης επιλογής και προσωπικής ολοκλήρωσης, η οποία, όμως, στηρίζεται στην πλήρη εξιδανίκευση των παιδιών και της συζυγικής σχέσης.

Παιδιά και ηλικιωμένοι

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει η Δήμητρα Κογκίδου στο ενδεχόμενο κοινωνικού αποκλεισμού των παιδιών στις μονογονεϊκές οικογένειες, που δεν έχουν τις ίδιες δυνατότητες εκπαίδευσης. Ο κίνδυνος παιδικής φτώχειας είναι διπλάσιος γι' αυτά.

Από τις μόνες μητέρες, περισσότερες δυσκολίες αντιμετωπίζουν οι ανύπαντρες μητέρες, που δε βοηθιούνται από το κράτος. Ο κίνδυνος για κοινωνικό αποκλεισμό αυξάνεται στις μονογονεϊκές οικογένειες με πολλά παιδιά ή αυτές που έχουν άτομο με ειδικές ανάγκες, χρόνιο πρόβλημα υγείας ή η μητέρα είναι μετανάστρια. Ενα από τα μεγαλύτερα προβλήματα για την ελληνική οικογένεια είναι η φροντίδα των ηλικιωμένων, αλλά και η αμοιβαία προσφορά παλιάς και νέας γενιάς. Οπως τονίζει η κοινωνιολόγος Αφροδίτη Τεπερόγλου, «ο συνδυασμός "μικρά παιδιά - ανήμπορος ηλικιωμένος", κατατρύχει τις σύγχρονες ελληνικές οικογένειες. Από την άλλη πλευρά, η προσφορά των ηλικιωμένων και μάλιστα της γιαγιάς στο μεγάλωμα των παιδιών είναι και οικονομική, γιατί τα ιδιωτικά σχολεία (παιδικός σταθμός, δημοτικά) συνεπάγονται και υψηλό κόστος. Παραδοσιακά, ηλικιωμένοι ενίσχυαν τα παιδιά οικονομικά με διάφορους τρόπους, κάτι που στο μέλλον θα γίνεται ιδιαίτερα δύσκολο - ίσως ανέφικτο - καθώς οι συντάξεις θα είναι πολύ χαμηλές. Πολλές εργαζόμενες γυναίκες, που είναι σήμερα γιαγιάδες, δε διαθέτουν ελεύθερο χρόνο για το μεγάλωμα των εγγονιών. Οσο αυξάνονται οι ηλικιωμένοι που δεν μπορούν να αυτοεξυπηρετηθούν εξαιτίας προβλημάτων υγείας, τόσο τα μέλη της οικογένειας καλούνται να φροντίσουν γι' αυτούς - ελλείψει κρατικής μέριμνας. Ομως, η οικογένεια χρειάζεται πόρους για να αντεπεξέλθει και στη χώρα μας δεν προβλέπεται από το κράτος η ανάλογη οικονομική στήριξη». Τα τελευταία χρόνια, επισημαίνει, η επικρατούσα τάση υπαγορεύει το ρόλο του φροντιστή να τον κατέχουν μετανάστριες... η ανάθεση ενός τέτοιου ρόλου σ' αυτές τις οικονομικές μετανάστριες είναι μια προσωρινή «άτυπη» λύση, χωρίς προγραμματισμό των πραγματικών αναγκών.

Παρά τις δυσκολίες, οι σχέσεις αλληλεγγύης εξακολουθούν να υπάρχουν στην ελληνική οικογένεια και, σύμφωνα με στοιχεία που παραθέτουν οι Δημ. Γεωργάς, Αικατερίνη Γκάρη και Κώστας Μυλωνάς, στην Αθήνα, ένας στους τέσσερις παππούδες κατοικεί μαζί ή πολύ κοντά στην πυρηνική οικογένεια - το πιο υψηλό ποσοστό στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Συχνές είναι, επίσης, οι επισκέψεις ή η τηλεφωνική επικοινωνία με τους συγγενείς.

Εκπτωση στις ανάγκες

Ανάμεσα στα εμπόδια που αναφέρουν οι γυναίκες σχετικά με την εργασία, είναι η δυσκολία στο να προσληφθούν (εγκυμοσύνη, ανάγκη να υπάρχει «μέσον»), η έλλειψη παιδικών σταθμών γενικά, αλλά και μέσα ή κοντά στη δουλιά τους...

Σ' ό,τι αφορά τις «πολιτικές ισότητας», η παροχή εκπαιδευτικών προγραμμάτων σε γυναίκες χαρακτηρίστηκε από κάποια υποκριτικά μέτρα, που φαίνεται να στοχεύουν περισσότερο στην αναδιανομή της ανεργίας μεταξύ αντρών και γυναικών.

Ανάμεσα στα ερευνητικά συμπεράσματα είναι:

  • Η «συμφιλίωση οικογενειακών και επαγγελματικών υποχρεώσεων» - με τις ευέλικτες μορφές εργασίας - τείνει να γίνει «γυναικεία υπόθεση» και δε βοηθά την κατάργηση κάθε είδους διακρίσεων, που πλήττουν τις γυναίκες. Τον μόνο που βοηθάνε είναι την εργοδοσία!

Η απουσία ενός καθολικού συστήματος οικογενειακών επιδομάτων, όπως τονίζει η Εύη Χατζηβαρνάβα - Καζάζη, με σημείο αναφοράς το παιδί και όχι την εργασιακή κατάσταση του γονέα, αφήνει να εννοηθεί ότι οι οικογένειες δεν έχουν ισότιμα κοινωνικά δικαιώματα και τα παιδιά δεν έχουν ισότιμη αξία. Ακόμα: «Η αστικοποίηση και οι συνθήκες ζωής και εργασίας στις μεγάλες πόλεις δε διευκολύνουν τις επαφές με το ευρύτερο οικογενειακό δίκτυο, π.χ. παππούδες, και την αξιοποίησή τους για τις ανάγκες στήριξης της οικογένειας, ιδιαίτερα στο θέμα της φροντίδας των παιδιών. Επιπρόσθετα, υπάρχει ανησυχία για την ασφάλεια των παιδιών, την επίβλεψη και την προστασία τους από επιβλαβείς επιρροές.

Τι ζητάμε από το κράτος

«Πιστεύετε ότι ο ρόλος του κράτους στην Ελλάδα είναι αποφασιστικός στην οικογενειακή ζωή;». Είναι ενδιαφέρον το ότι στην ερώτηση αυτή της έρευνας, οι γυναίκες και οι μεγαλύτερες ηλικίες απάντησαν περισσότερο αρνητικά από τους άντρες και τους νέους.

Τι ζητάνε οι πολίτες, άνδρες και γυναίκες, από το κράτος; Παροχή δωρεάν και υψηλού επιπέδου υπηρεσιών Υγείας και Παιδείας και ειδικότερα:

- Να δίνει κίνητρα στις οικογένειες, ώστε να αποκτούν παιδιά (96,6%).

- Να ενισχύει τις πολύτεκνες οικογένειες (98%).

- Να στηρίζει τις οικογένειες με πολύ μικρά παιδιά (97,5%).

- Να δίνει κίνητρα στον πατέρα να παίρνει γονική άδεια (84,7%).

- Να στηρίζει περισσότερο τις φτωχές οικογένειες με παιδιά (99%).

- Να εξασφαλίζει ότι οι εργοδότες τηρούν τους νόμους για την προστασία της μητρότητας και τη γονική άδεια (99,5%).

- Να στηρίζει τις οικογένειες μετά τη διάλυση (διάσταση - διαζύγιο) (85,1%).

- Να παρέχει υπηρεσίες προς τους ηλικιωμένους (99%).

- Να παρέχει υπηρεσίες προς τα άτομα με ειδικές ανάγκες και τους χρονίως πάσχοντες (99,5%).

- Να ενισχύει τις μονογονεϊκές οικογένειες (92,1%).

Οι μειώσεις των παροχών του Δημοσίου σε υπηρεσίες, όπως η φροντίδα των παιδιών και των ηλικιωμένων, μαζί με την αυξανόμενη ανάγκη για οικονομική, κοινωνική και ιατρική υποστήριξη στην τρίτη ηλικία, ασκούν όλο και μεγαλύτερες πιέσεις στις οικογένειες. Μέχρι τώρα, η ελληνική οικογένεια υποκαθιστά το κράτος, προστατεύοντας τα μέλη της από τη φτώχεια, την ανεργία, τον κοινωνικό αποκλεισμό. Εως πότε όμως, αφού οι ανάγκες συνεχώς αυξάνονται, ενώ το κράτος διαρκώς αποσύρεται; Σε μερικά χρόνια, η πραγματικότητα θα έχει γίνει δυσβάσταχτη, η ανασφάλεια επίσης. Οι αυξημένες ευθύνες της οικογένειας και μάλιστα των γυναικών συμβαδίζουν με πιο σύνθετα προβλήματα και στο μέλλον με πρωτόγνωρες δυσχέρειες και αδιέξοδα. Η ποιότητα ζωής υποβαθμίζεται συνεχώς, με επιπτώσεις στη νέα γενιά.

Θα φτάσουμε άραγε, όπως στις αρχές της βιομηχανικής επανάστασης, όπου τα εξαντλητικά ωράρια εξαφάνιζαν κάθε δυνατότητα οικογενειακής ζωής;

Οι συντάξεις δεν κινδυνεύουν από την υπογεννητικότητα, όπως θέλουν να μας πείσουν. Οχι μόνο τα συμπεράσματα από την παραπάνω έρευνα, αλλά και άλλες αποδεικνύουν ότι το ασφαλιστικό σύστημα κινδυνεύει από την αρπακτικότητα των «μεγαλοκαρχαριών», που δεν πληρώνουν τα χρέη τους, την ανεργία των νέων, την ανασφάλιστη εργασία των μεταναστών, τις κοινωνικές παροχές, που είναι από τις χαμηλότερες στην Ευρώπη και δεν ευνοούν τη δημιουργία οικογένειας, τις ευέλικτες μορφές εργασίας, τις απολύσεις εγκύων, την ασυδοσία των εργοδοτών, τα «τρελά ωράρια» στις επιχειρήσεις. Για όλα αυτά όμως, το κράτος βάζει παρωπίδες... Εμείς θα αγωνιστούμε; Αλλωστε, αυτή η πραγματικότητα κάνει αναγκαία και ρεαλιστική, ως εναλλακτική διέξοδο, τη λαϊκή οικογένεια, τη λαϊκή εξουσία και τη λαϊκή οικονομία, την κατάργηση της εκμετάλλευσης.


Αλίκη ΞΕΝΟΥ - ΒΕΝΑΡΔΟΥ


Κορυφή σελίδας

Διαβάστε στο «Ρ»

Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org