Τρίτη 4 Γενάρη 2005
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 27
ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ
ΝΙΚΟΣ ΚΙΤΣΙΚΗΣ
Ο μεγάλος αγωνιστής Δάσκαλος

Για τους σπουδαστές του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, στα χρόνια της Κατοχής, ο Νίκος Κιτσίκης δεν ήταν ο αυστηρός πρύτανης, αλλά ο μεγάλος φίλος και σύντροφος, που τους προστάτευε και που οι συμβουλές του ήταν πολύτιμες γι' αυτούς. Με λόγια αγάπης, στοργής και θαυμασμού εκφραζόταν πάντα για τους ΕΠΟΝίτες σπουδαστές του Πολυτεχνείου, αλλά και οι σπουδαστές του, με όλη τους την καρδιά, του ανταπέδιδαν αυτή την αγάπη.

Οπως έλεγε ο ίδιος ο Κιτσίκης, η συνάντησή του με το μαρξισμό έγινε στο Πολυτεχνείο στα χρόνια της Κατοχής, όταν πήρε μέρος στον Εθνικοαπελευθερωτικό Αγώνα, μαζί με τους ΕΠΟΝίτες σπουδαστές, και όταν συνδέθηκε με τους νέους επιστήμονες που αποτελούσαν την Ομάδα Σχεδιοποιημένης Αυτοδιοίκησης, που την καθοδηγούσαν από το ΚΚΕ ο Γιάννης Ζεύγος και η Ηλέκτρα Αποστόλου. Μέσα σ'αυτή τη διπλή αντιστασιακή του δραστηριότητα ο Ν. Κιτσίκης ήρθε σε επαφή με τους κομμουνιστές, τους παλιούς και τους νεότερους, και έτσι συντελέστηκε το οριστικό του πέρασμα στο λαϊκό κίνημα και στο μαρξισμό.

Εκτός των άλλων ο Ν. Κιτσίκης ήταν ένας άνδρας τολμηρός και γενναίος αλλά όταν χρειαζόταν και χειροδύναμος. Θα ήθελα να αναφερθώ σε κάποια γεγονότα που τα έζησα και τα είδα ως σπουδαστής της Σχολής Αρχιτεκτόνων του Ε.Μ. Πολυτεχνείου στα χρόνια της Κατοχής.

Ηταν 6 του Μάρτη 1942. Το Πολυτεχνείο απεργούσε. Ενας σπουδαστής μπήκε λαχανιασμένος στη λέσχη μας και μας είπε ότι από την είσοδο της οδού Πατησίων μια ομάδα από χαφιέδες μπήκε στην αυλή του Πολυτεχνείου παραβιάζοντας το δικαίωμα της ασυλίας που ίσχυε για όλα τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα. Αμέσως ο καθένας μας άρπαξε ό,τι βρήκε μπροστά του, ένα ξύλο, ένα κομμάτι σίδερο, μια πέτρα και τρέχοντας κατεβήκαμε προς την Πατησίων, όπου βρεθήκαμε μπροστά σε ένα απίστευτο θέαμα. Είδαμε τον Κιτσίκη ανασκουμπωμένο να παλεύει με τους χαφιέδες και να τους σπρώχνει προς την έξοδο. Σε λίγο οι χαφιέδες πετάχτηκαν έξω και δεν τόλμησαν να το ξανακάνουν αυτό.

Λίγους μήνες πριν την απελευθέρωση, το 1944, μια ομάδα σπουδαστών, από τους λεγόμενους εθνικόφρονες, που βρίσκονταν συνεχώς σε αντιπαράθεση με τους ΕΠΟΝίτες, είχαν συγκεντρωθεί στο Αμφιθέατρο «Γκίνη» και απαίτησαν από τον Κιτσίκη να πάει εκεί και να απολογηθεί για τη στάση του, που ήταν ευνοϊκή προς τους ΕΠΟΝίτες. Εμείς τον παρακαλέσαμε να μην πάει. Θα πάω, μας είπε, όχι σαν κατηγορούμενος αλλά σαν κατήγορος.

Πράγματι, πήγε και τους είπε τα παρακάτω: «Πράγματι προσπαθώ να συμπαρασταθώ σ' αυτά τα παιδιά, δηλαδή τους ΕΠΟΝίτες, γιατί αυτοί κάθε μέρα παλεύουν στους δρόμους εναντίον των κατακτητών. Τραυματίζονται ή σκοτώνονται στα συλλαλητήρια, συλλαμβάνονται, βασανίζονται και εκτελούνται από τα εκτελεστικά αποσπάσματα. Κυνηγιούνται και είναι υποχρεωμένοι να ζούνε σε παρανομία μακριά από τα σπίτια τους. Εχουμε υποχρέωση και εγώ και οι άλλοι καθηγητές να βρισκόμαστε πλάι τους, να τους βοηθάμε με κάθε τρόπο και, κυρίως, να τρέχουμε για να τους γλιτώσουμε από τα νύχια των Γερμανών ή της Ειδικής Ασφάλειας. Και εσείς δε θα πρέπει να τους κυνηγάτε αλλά να παλεύετε πλάι τους, διαφορετικά θα πρέπει να ξέρετε ότι με αυτά που κάνετε βοηθάτε τους Γερμανούς». Αυτά τους είπε ο Ν. Κιτσίκης παρότι ήξερε πως αυτό θα μπορούσε να το πληρώσει με τη ζωή του.

Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας οι μισαλλόδοξες κεντροδεξιές κυβερνήσεις διώξανε από τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα όλους τους καθηγητές που πήραν μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Από το Πολυτεχνείο, τον, επί πολλά χρόνια, πρύτανη Νίκο Κιτσίκη και τους καθηγητές Αχ. Παπαπέτρου, Γιάννη Δεσποτόπουλο, Βέη και Κρητικό. Από το Πανεπιστήμιο, τον Π. Κόκκαλη, τον Γεωργαλά, τον Κώστα Δεσποτόπουλο, τον Αγγελόπουλο, τον Ιμβριώτη, τον Σβώλο. Από την Ανώτατη Εμπορική, τον Καλιτσουνάκη και τον Σημίτη. Οι περισσότεροι από αυτούς τους καθηγητές προσελήφθησαν σε Πανεπιστήμια της Ευρώπης.

Αυτοί, λοιπόν, οι αγνοί πατριώτες θεώρησαν ότι αν και διωγμένοι και κυνηγημένοι θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην ανοικοδόμηση και στην ανασυγκρότηση της Ελλάδας, έστω και κάτω από μια αστικοδημοκρατική διακυβέρνηση. Ιδρυσαν την ΕΠΑΝ (Επιστήμη-Ανοικοδόμηση) με πρόεδρο τον Νίκο Κιτσίκη, στην οποία εντάχθηκαν κορυφαίοι επιστήμονες από όλη την Ελλάδα, και εξέδιδαν το περιοδικό «ΑΝΤΑΙΟΣ».

Τα πορίσματα των μελετών της ΕΠΑΝ, μεταξύ άλλων, αποδείκνυαν ότι η αξιοποίηση του πλούτου του υπεδάφους της χώρας μας, όπως ο λιγνίτης, η τύρφη, ο βωξίτης, το πετρέλαιο, με κατάλληλη εκμετάλλευση, θα μπορούσαν να λύσουν πολλά προβλήματα ώστε να πάψει η εξάρτησή μας από τους ξένους. Ιδιαίτερα οι υδατοπτώσεις, με τη δημιουργία φραγμάτων σε συγκεκριμένα ποτάμια και σε καθορισμένα σημεία, θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αυτοδύναμη βιομηχανική ανάπτυξη και χωρίς την επέμβαση ξένων πολυεθνικών εταιριών, καθώς και στην ανάπτυξη βαριάς βιομηχανίας στη χώρα μας. Ολα αυτά αποδεικνύονταν με μαθηματική ακρίβεια και αναφέρονταν στο βιβλίο που εκδόθηκε για λογαριασμό της ΕΠΑΝ από τον Δημήτρη Μπάτση με τίτλο «Η βαριά βιομηχανία στην Ελλάδα».

Το βιβλίο αυτό μόλις εκδόθηκε, διαβάστηκε, κουβεντιάστηκε πλατιά, όχι μόνο από τους διανοούμενους αλλά από όλα τα στρώματα των Ελλήνων εργαζομένων. Συγχρόνως, όμως, ήταν ένα σοκ για τους κυβερνώντες και αυτό δεν του το συγχώρεσαν του Μπάτση ποτέ. Οπως είναι γνωστό, λίγο αργότερα, το 1952, ο Μπάτσης εκτελέστηκε μαζί με τον Μπελογιάννη και άλλους δύο αγωνιστές. Η εκτέλεση αυτή ήταν η εκδίκηση των Αμερικανών και του κράτους της Δεξιάς, που, όμως, χρησιμοποίησαν σαν εκτελεστικό όργανο τον τότε πρωθυπουργό Πλαστήρα.

Τον Νίκο Κιτσίκη δεν τόλμησαν να τον συλλάβουν. Για να τον εκδικηθούν όμως καταδίκασαν σε θάνατο τη γυναίκα του Μπεάτα, η οποία σώθηκε χάρη στις κινητοποιήσεις προσωπικοτήτων στην Ευρώπη. Επί χρόνια οι περαστικοί, έξω από τις φυλακές Αβέρωφ, με αγανάκτηση έβλεπαν πολύ συχνά αυτόν τον θαυμάσιο άνθρωπο, που υπήρξε για πολλά χρόνια πρύτανης του Πολυτεχνείου, γερουσιαστής, πρόεδρος του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας και παγκόσμιου κύρους επιστήμονας, να περιμένει με ένα κατσαρολάκι στο χέρι για να δώσει φαγητό στην αγαπημένη του Μπεάτα, τη συντρόφισσά του στη ζωή και στον αγώνα.

Επί 15 συνεχή χρόνια υπήρξε βουλευτής της ΕΔΑ, μέχρι τον Απρίλη του 1967 που η χούντα των συνταγματαρχών τον συνέλαβε και τον εξόρισε στη Γυάρο γιατί αρνήθηκε να αποκηρύξει το ΚΚΕ. Αμέσως μετά την επιστροφή του από την εξορία, έφυγε στο εξωτερικό, όπου και έζησε μέχρι το θάνατό του. Πέθανε πικραμένος και σχεδόν κυνηγημένος από την πατρίδα του, στην οποία θα μπορούσε να προσφέρει πάρα πολλά, αν η πορεία του λαού μας προς τη λαϊκή κυριαρχία και την εθνική ανεξαρτησία δεν είχε ανακοπεί από τη βάρβαρη και δολοφονική επέμβαση των Αγγλων και εν συνεχεία των Αμερικανών ιμπεριαλιστών.

ΦΟΙΒΟΣ ΤΣΕΚΕΡΗΣ


Κορυφή σελίδας

Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org