Κυριακή 25 Ιούλη 2004
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 10
30 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ
Το φαινόμενο του δικομματισμού

Η «δημιουργία» και η εδραίωση του δικομματισμού, της εναλλαγής δηλαδή δύο «μεγάλων» κομμάτων στο τιμόνι της εξουσίας, αποτέλεσε το σημαντικότερο πολιτικό φαινόμενο των τελευταίων 30 χρόνων και ένα «επίτευγμα» της άρχουσας τάξης. Πρόκειται για σημαντικό βήμα στην κατεύθυνση της «σταθερότητας» και κυριαρχίας του πολιτικού συστήματος, που στηρίχτηκε τόσο στο συσχετισμό των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων, όσο και στη διεθνοπολιτική συγκυρία.

Ο δικομματισμός είναι ο επιβαλλόμενος εκσυγχρονισμός του πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα κατά τα πρότυπα της Δύσης. Το Παλάτι, ο στρατός και ο «χωροφύλακας», οι μέχρι τότε στυλοβάτες του πολιτικού συστήματος, δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στις σύγχρονες ανάγκες. Ηταν ένας αναχρονισμός που έστεκε εμπόδιο στην απρόσκοπτη διαιώνιση της κυριαρχίας της άρχουσας τάξης. Το πρότυπο υπήρχε, ήταν ο δικομματισμός στις ΗΠΑ, στη Βρετανία, στη Γερμανία, κ.α. Ομως, δεν ήταν αυτόματη και ευθύγραμμη η επιβολή του δικομματισμού ούτε ήταν βέβαιο εξαρχής ότι θα πετύχαινε το «πείραμα» στην «ελληνική πραγματικότητα». Γι' αυτό, οι υπερατλαντικοί κυρίως προστάτες και αρχιτέκτονες του πολιτικού σκηνικού διέθεταν «κάθε είδους σχέδια για κάθε είδους εξελίξεις στην Ελλάδα».

Προϋπόθεση, εκ των ων ουκ άνευ, για τη λειτουργία του δικομματισμού είναι η εκ των προτέρων διασφαλισμένη συναίνεση δύο μεγάλων κομματικών σχημάτων στις στρατηγικές επιλογές του συστήματος: Τη διατήρηση και ενίσχυση των προνομίων των πολυεθνικών και του κεφαλαίου, την υποταγή στο καθεστώς της αμερικανοκρατίας, την ενεργό συμμετοχή σε ΝΑΤΟ και ΕΕ.

Αν σήμερα η πλειοψηφία του ελληνικού λαού αντιλαμβάνεται ότι ΝΔ και ΠΑΣΟΚ δεν έχουν διαφορές πολιτικής και ιδεολογίας, τα πράγματα δεν ήταν τόσο καθαρά στο λυκαυγές της μεταπολίτευσης. Τότε τέθηκαν οι βάσεις του σημερινού πολιτικού οικοδομήματος. «Οποιος θέλει να εννοήσει καλά την πολιτική ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, οφείλει να σκύψει αρκετό χρόνο πάνω σε όλα όσα διαδραματίστηκαν στη χώρα μας και για τη χώρα μας κατά την τελευταία περίοδο της χούντας και κατά την πρώτη περίοδο της μεταπολίτευσης. Οσα ζήσαμε από τότε και όσα ζούμε σήμερα έχουν τις ρίζες τους στην τριετία 1972 - 1974» (Χαρ. Φλωράκης, από το β' τόμο του βιβλίου του Χρ. Θεοχαράτου: Χαρ. Φλωράκης - Ο Λαϊκός ηγέτης).

Το «αναντικατάστατο» ΠΑΣΟΚ

«Αναντικατάστατος», λοιπόν, στη συγκρότηση του δικομματισμού ήταν ο ρόλος που διαδραμάτισε το ΠΑΣΟΚ υπό την καθοδήγηση του ιδρυτή του Α. Παπανδρέου. Τα πρώτα χρόνια, στη «δεύτερη εφταετία του Κ. Καραμανλή» (1974 - 1980), χάρη στην οξεία, πολλές φορές, αντιαμερικανική ρητορική και τη χρήση αντιιμπεριαλιστικών συνθημάτων («Εξω οι βάσεις»), κατάφερε να δημιουργήσει σύγχυση και να «ενσωματώσει» ένα ρωμαλέο λαϊκό κίνημα, που βρισκόταν σχεδόν καθημερινά στους δρόμους, διεκδικώντας να πάει τα πράγματα ένα βήμα πιο μπροστά, στην κατεύθυνση της «εθνικής ανεξαρτησίας» και της «λαϊκής κυριαρχίας». Εκφραστής, δήθεν, των «μη προνομιούχων», εμφανίστηκε ο αποκλειστικός φορέας της «αλλαγής» και της «απαλλαγής από τη Δεξιά». Ο αυταρχισμός και η αστυνομική βία των κυβερνήσεων της ΝΔ πρόσφερε άφθονο «λίπασμα» για τη συνεχή «ανάπτυξη» του ΠΑΣΟΚ. Εκμεταλλεύτηκε και καλλιέργησε επιδέξια τα «αντιδεξιά σύνδρομα», τα οποία ήταν πανίσχυρα, αφού πάταγαν γερά στην πραγματικότητα και την τυραννία του μετεμφυλιακού «κράτους της Δεξιάς».

Η «ρυμούλκηση» του ΠΑΣΟΚ, ώστε να αποτελέσει το δεύτερο πυλώνα του πολιτικού συστήματος επιταχύνθηκε και φάνηκε πιο καθαρά μετά τις εκλογές του 1977 (20 Νοέμβρη) όταν διπλασίασε σχεδόν τις δυνάμεις του από τις εκλογές του 1974 (πήρε το 25,34% έναντι 13,58%) και πρόβαλε ως «εναλλακτική λύση» στην κυβέρνηση της ΝΔ. Η άρνηση ενότητας δράσης στο μαζικό λαϊκό κίνημα, ο ηγεμονισμός και η αποκήρυξη ουσιαστικά της συνεργασίας με το ΚΚΕ, ήταν από τα βασικά διαπιστευτήρια νομιμοφροσύνης προς τα αφεντικά του συστήματος. Οταν τον Οκτώβρη του 1981 το ΠΑΣΟΚ ανέβηκε στην κυβέρνηση ούτε ο λαός βρέθηκε στην εξουσία ούτε έγινε «σοσιαλισμός στις 18» (Οκτώβρη). Η ηγεσία του απέδειξε ότι ήταν έτοιμη από καιρό να παραλάβει τη σκυτάλη και να κυβερνήσει στο δρόμο που χάραξε η Δεξιά...

Φυσικά, τίποτα δεν αφέθηκε στην τύχη του και στις καλές προθέσεις των νεόκοπων «σοσιαλιστών». Το σύστημα είχε ήδη στη διάθεσή του ισχυρούς μοχλούς, για να δρομολογήσει τις πολιτικές εξελίξεις στην επιθυμητή κατεύθυνση: Κατ' αρχήν είχε φροντίσει να (επανα)προσδέσει τη χώρα στο άρμα του ΝΑΤΟ (Οκτώβρης 1980), να υπογράψει την ένταξη στην ΕΟΚ (Μάης 1979), ενώ είχε τοποθετήσει τον Κ. Καραμανλή με συνταγματικές υπερεξουσίες στο Προεδρικό Μέγαρο (Μάης 1980), άγρυπνο φρουρό και εγγυητή της «ορθής» πορείας πλεύσης της χώρας. «Με το πέρασμα του Κ. Καραμανλή στην Προεδρία της Δημοκρατίας, διαμορφώνεται ένα σημαντικό κέντρο εξουσίας της άρχουσας τάξης, που, αξιοποιώντας, όσο το δυνατόν περισσότερο, τις υπερεξουσίες που παρέχει το Σύνταγμα στον Πρόεδρο, θα αποσκοπεί στην παραπέρα θωράκιση του αυταρχικού, ατλαντικού, μεταχουντικού καθεστώτος», εκτιμούσε η ΚΕ του ΚΚΕ (Ιούλης 1980), προσδιορίζοντας μάλιστα τους τρόπους που μπορεί να γίνει αυτό: «Είτε με τη διατήρηση της ΝΔ στην κυβέρνηση, είτε με φιλομονοπωλιακές κυβερνήσεις συνασπισμού, είτε με την επιβολή αντιδημοκρατικού ελέγχου στην πολιτική μιας δημοκρατικής κυβέρνησης και τον περιορισμό της στα πλαίσια μιας απλής κυβερνητικής αλλαγής»...

Το ΠΑΣΟΚ δε διέψευσε τις προσδοκίες των μεγάλων αφεντικών, εντός και εκτός της χώρας. Και στην ΕΟΚ παρέμεινε και από το ΝΑΤΟ δεν έφυγε, ούτε και τις βάσεις έδιωξε. Μάλιστα ήταν τέτοιες οι υπηρεσίες που πρόσφερε στη σταθερότητα του συστήματος, κυρίως υπονομεύοντας τους λαϊκούς αγώνες και συκοφαντώντας τα οράματα και τα ιδανικά του σοσιαλισμού και κτυπώντας το ΚΚΕ, ώστε κέρδισε την απόλυτη εμπιστοσύνη και την απλόχερη στήριξή τους. Χάρη σε αυτή την υποστήριξη διατηρήθηκε στην εξουσία τα 20 επόμενα χρόνια, με μια «τριετή παρένθεση» από την κυβέρνηση του Κ. Μητσοτάκη.

Ο σταθμός του '85

Οι βουλευτικές εκλογές του 1985 αποτέλεσαν σταθμό στην εδραίωση του δικομματισμού, καθώς σε αυτές φάνηκε πολύ καθαρά ότι και στη χώρα μας είχε επιβληθεί το «νέο» πολιτικό σύστημα.

«Στις εκλογές της 2.6.1985 θα κριθεί σε σημαντικό βαθμό αν θα περάσουν τα σχέδια της άρχουσας τάξης για την επιβολή ενός δικομματικού συστήματος ή αν ο λαός θα ανατρέψει τα σχέδια αυτά...», εκτιμούσε λίγες βδομάδες νωρίτερα η ΚΕ του ΚΚΕ (Διακήρυξη της ΚΕ, Μάης 1985).

Αμέσως μετά φάνηκε η «χρησιμότητα» και η αποτελεσματικότητα του συστήματος, καθώς ακολούθησε η «αποφασίζομεν και διατάσσομεν» επιβολή της λιτότητας, μέσω της αλήστου μνήμης Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, η πραξικοπηματική έκπτωση της νόμιμης πλειοψηφίας της ΓΣΕΕ, κ.ο.κ.

Για χάρη της ιστορίας στις βουλευτικές εκλογές του 1985, το ΠΑΣΟΚ απέσπασε το 45,82% των ψήφων και 161 έδρες, η ΝΔ 40,85% και 126 έδρες, το ΚΚΕ 9,89% και 12 έδρες και το λεγόμενο «Εσωτερικό» 1,84% και 1 έδρα...

«Θεσμικά» εργαλεία

Για την εδραίωση του δικομματισμού επιστρατεύτηκαν ορισμένα επιπλέον θεσμικά εργαλεία, με πρώτο το αυταρχικό και αντιδημοκρατικό Σύνταγμα του 1975, οι διατάξεις του οποίου «έκλειναν το δρόμο προς την πρόοδο». Οι περιορισμοί στο δικαίωμα της απεργίας, των διαδηλώσεων, οι υπερεξουσίες του Προέδρου της Δημοκρατίας, και άλλες διατάξεις του, αποτελούσαν εγγύηση για την «ομαλή» πορεία του καθεστώτος. «Η μεγαλοαστική τάξης της χώρας μας φροντίζει να θωρακίσει το καθεστώς της, ώστε να μπορέσει να αντέξει μακροχρόνια την πίεση και πάλη των εργαζομένων και του προοδευτικού κινήματος γενικότερα», εκτιμούσε η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ το Γενάρη του 1975. Οι αναθεωρήσεις που ακολούθησαν, με κυριότερη αυτή του 1985/86 δεν άλλαξαν τη φιλοσοφία του, επιφέροντας απλώς μεταφορά της ισχύος από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στον πρωθυπουργό («πρωθυπουργοκεντρική δημοκρατία»).

Την εξέλιξη του δικομματισμού υπηρέτησε και παρακολούθησε από κοντά ο εκλογικός νόμος, που σταθερά φρόντιζε να αλλοιώνει τη λαϊκή βούληση και να κλέβει ψήφους από τους «μικρούς» προς όφελος των δύο «μεγάλων». Είτε με το όριο του 17% για τη β' κατανομή είτε με το «διπλομέτρημα» της ψήφου προς το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ, ο εκλογικός νόμος «μετέφραζε» τη μειοψηφία στο λαό σε πλειοψηφία στη Βουλή, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα «ισχυρές κυβερνήσεις».

Παράλληλα, για την εκτόνωση της λαϊκής δυσαρέσκειας κατασκευάζονταν σχεδόν σε κάθε εκλογική αναμέτρηση «νέα» (απο)κόμματα δίπλα στο ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ, που λειτουργούσαν ως δεξαμενές όπου διοχετευόταν η λαϊκή δυσαρέσκεια, προκειμένου να αποτραπεί η ενίσχυση του ΚΚΕ.

Ο δικομματισμός φαντάζει παντοδύναμος αλλά δεν είναι. Αποσπά «ολοκληρωτικά» ποσοστά αλλά αυτό δε σημαίνει ότι το 85%, για παράδειγμα, του ελληνικού λαού εγκρίνει τις αντιλαϊκές πολιτικές του. Φυσικά, η πολιτική συναίνεση ΠΑΣΟΚ και ΝΔ δε μεταφράζεται αυτόματα σε κοινωνική συναίνεση και αποδοχή της βάρβαρης νεοφιλελεύθερης πολιτικής τους από τις λαϊκές μάζες. Αντίθετα, ολοένα και περισσότερο γίνεται αντιληπτό από ευρύτερες λαϊκές μάζες ότι ο δικομματισμός αποτελεί τον ένα και ενιαίο πόλο εξουσίας, αφήνοντας έτσι να φανεί το «κενό» της εναλλακτικής λύσης. Και όπως η φύση έτσι και η πολιτική απεχθάνεται το κενό... Και το πρόβλημα του δικομματισμού βρίσκεται ακριβώς στο ότι τριάντα χρόνια τώρα δεν μπόρεσε να περιθωριοποιήσει το ΚΚΕ. Από δω προέρχεται και η αληθινή «απειλή» για την «υπέρβασή» του...


Κορυφή σελίδας

Διαβάστε στο «Ρ»

Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org