Ο «Ριζοσπάστης» βρέθηκε στην περιοχή επιχειρώντας να καταγράψει τα όσα άφησαν πίσω τους η πύρινη λαίλαπα και η γύμνια του επιλεκτικά ανίκανου αστικού κράτους, που όμως όσες λέξεις κι αν μπουν στο χαρτί δεν θα είναι ποτέ αρκετές για να τα αποδώσουν στην ολότητά τους...
Πριν ακόμα μπεις στα Βίλια, το ίδιο το τοπίο σε προϊδεάζει, σε προειδοποιεί και σε εξοργίζει για τη διαχρονική, εγκληματική πολιτική που πιστά έχουν εφαρμόσει όλες οι μέχρι σήμερα αστικές κυβερνήσεις στο πλαίσιο των ευρωενωσιακών κατευθύνσεων. Κι αυτό γιατί κατά μήκος της διαδρομής το μάτι συναντά τη μαύρη, καμένη γη των προηγούμενων χρόνων.
Μαύροι σκελετοί δέντρων, λαβωμένα βουνά που δεν πρόλαβαν καν να ανασάνουν, που δεν αφέθηκαν να αναγεννηθούν και τώρα παραδίδονται ξανά στο ίδιο φονικό σκηνικό. Είναι η πιο τρανή και αδιάψευστη απόδειξη της βαθιά εχθρικής για τον λαό και το περιβάλλον πολιτικής τους, αφού για τη σημερινή και τις προηγούμενες κυβερνήσεις, για την ΕΕ και το αστικό κράτος, η ολοκληρωμένη δασοπροστασία, η πρόληψη και η ουσιαστική αποκατάσταση είναι κόστος και «μη επιλέξιμη δαπάνη». Ενδεικτικό άλλωστε είναι το γεγονός ότι το Δασαρχείο του Αιγάλεω, που έχει στην ευθύνη του τη συγκεκριμένη περιοχή και συνολικά 600.000 στρέμματα δασικής έκτασης που εκτείνονται από το Ποικίλο Ορος έως τον Κιθαιρώνα και το Ορος Πατέρα, λειτουργεί με μηδέν δασεργάτες!
Οι βασικές υποδομές είναι ανύπαρκτες για τον απλούστατο λόγο ότι η προστασία της ζωής του λαού, του φυσικού περιβάλλοντος και της λαϊκής περιουσίας δεν αποφέρει κανένα κέρδος στο κεφάλαιο. Αυτό επιβεβαιώνει και η αντιπυρική ζώνη που «χάσκει» στην πλαγιά ακριβώς απέναντι και η οποία ανοίχτηκε κατόπιν εορτής, αφού τα βαριά μηχανήματα εμφανίστηκαν μόλις την Παρασκευή και ενώ η φωτιά είχε πάρει ήδη ανεξέλεγκτες, τρομακτικές διαστάσεις.
Στις στροφές για το Πόρτο Γερμενό η γη ακόμα καπνίζει, βγάζοντας μαύρους καπνούς από τα σπλάχνα της, σαν μικροί κρατήρες να ξεφυτρώνουν διάσπαρτοι. Η ατμόσφαιρα γίνεται όλο και πιο βαριά, αποπνικτική. Η έντονη μυρωδιά του καπνού κάθεται στον λαιμό, σφίγγει το στομάχι. Ομως, δεν είναι μόνο ο καπνός που σού κόβει την ανάσα, είναι η βαθιά οργή που ξεχειλίζει μέσα σου καθώς συνειδητοποιείς τη γύμνια του κρατικού μηχανισμού, μια γύμνια που επιβάλλεται συνειδητά στο όνομα των «αντοχών της οικονομίας», η οποία αντέχει να μπουκώνει με πακτωλούς ζεστού χρήματος τους μονοπωλιακούς ομίλους, αλλά ποτέ τις ανάγκες για πρόληψη και αντιμετώπιση, με τα αποτελέσματα να απλώνονται φαρδιά πλατιά μπροστά σου, σε ένα απέραντο «πάπλωμα» στάχτης.
Λίγο πιο κάτω αντικρίζουμε ό,τι απέμεινε από το πυροσβεστικό όχημα που τυλίχτηκε στις φλόγες, τον αδιάψευστο «μάρτυρα» της επικινδυνότητας μέσα στην οποία επιχειρούν αυτοί οι άνθρωποι, που ρίχνονται στη μάχη με πεπαλαιωμένο εξοπλισμό, με οχήματα - κειμήλια την ώρα που στήνεται τρελό «πάρτι» πολεμικών εξοπλισμών, χωρίς τα απαραίτητα σύγχρονα μέσα αυτοπροστασίας που επιτάσσει η εποχή μας, αντιμετωπίζοντας τις τραγικές συνέπειες της υποστελέχωσης της υπηρεσίας, χωρίς να ξέρουν πότε και αν θα βγουν ζωντανοί μέσα από τον πύρινο εφιάλτη.
Σπίτια στην περιοχή έχουν γίνει παρανάλωμα του πυρός, με τους τοίχους μαύρους και τις σκεπές να έχουν καταρρεύσει. Οι κόποι μιας ολόκληρης ζωής, οι οικονομίες και τα μεροκάματα ετών, χαμένα μέσα σε λίγα λεπτά. Κι όμως, ανάμεσα σε αυτές τις ολοκληρωτικά κατακαμένες εκτάσεις, κάποια σπίτια στέκουν ακόμα όρθια μέσα στη μαυρίλα. Είναι «απορίας άξιον» πώς σώθηκαν, με την απάντηση να βρίσκεται στα χέρια των ίδιων των κατοίκων, των εργαζομένων, των εθελοντών. Εκείνων που έμειναν πίσω, όρθιοι στις αυλές, με το λάστιχο στο χέρι, με τους κουβάδες και τα κλαδιά.
«Εγώ είμαι από την Παρασκευή εδώ πέρα, προσπαθώ να σώσω το σπίτι μου και υπάρχει πλήρης αδιαφορία. Εμείς είμαστε εδώ από το 1969, παλεύαμε να φτιάξουμε το σπίτι μας και ευτυχώς εγώ το έσωσα. Είναι όμως αδικία που χάθηκαν άλλα σπίτια», συμπληρώνει βουρκωμένος, με τη φωνή να σπάει από θλίψη ανάμεικτη με θυμό.
Κάπου εδώ αυτό το σύντομο οδοιπορικό του «Ριζοσπάστη» φτάνει στο τέλος του. Το πυροσβεστικό όχημα της ΚΟ Αττικής του ΚΚΕ, που μας συνόδευσε έως εδώ και που όλες αυτές τις μέρες αδιάκοπα ρίχνεται στη μάχη της κατάσβεσης, φεύγει τώρα με προορισμό την Ψάθα, όπου συνεχίζει να μαίνεται η φωτιά.
Οπως όλα δείχνουν, η καταστροφή στη Δυτική Αττική δεν ήταν ένα τυχαίο γεγονός, δεν ήταν «η κακιά στιγμή», ούτε μπορεί να κρυφτεί πίσω από τον μόνιμο, βολικό ισχυρισμό της «κλιματικής κρίσης» που χρησιμοποιείται για να ξεπλυθούν οι πολιτικές ευθύνες. Ηταν ένα ακόμα προδιαγεγραμμένο έγκλημα με θύτη το αστικό κράτος και την πολιτική που ζυγίζει τις ανάγκες του λαού με το αν «βγαίνουν οι αριθμοί» και τα κέρδη του κεφαλαίου.
Απέναντι σε αυτήν τη ζοφερή πραγματικότητα η μόνη ελπίδα, η μόνη πραγματική αχτίδα φωτός είναι η λαϊκή αλληλεγγύη και η οργανωμένη πάλη. Οι κάτοικοι, οι εθελοντές, οι κομμουνιστές που βρέθηκαν από την πρώτη στιγμή στην πρώτη γραμμή, με το φτυάρι και τη μάνικα, απέδειξαν στην πράξη το μεγάλο σύνθημα των ημερών μας: Μόνο ο λαός μπορεί να σώσει τον λαό.
Γι' αυτό, τώρα είναι η ώρα η οργή να γίνει οργανωμένη διεκδίκηση. Ο λαός της περιοχής μαζί με τα σωματεία και τους φορείς του να απαιτήσει εδώ και τώρα άμεση και πλήρη καταγραφή όλων των ζημιών σε σπίτια, καλλιέργειες και υποδομές, αποζημιώσεις στο 100% για όλους τους πληγέντες, χωρίς καθυστερήσεις, κόφτες και αστείους όρους, γενναία κρατική χρηματοδότηση για την πλήρη στελέχωση της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και των Δασαρχείων με μόνιμο προσωπικό και σύγχρονα μέσα. Να κηρυχθούν άμεσα όλες οι καμένες εκτάσεις αναδασωτέες, χωρίς καμία αλλαγή στη χρήση γης, για να μην καταλήξουν βορά στα νύχια των «πράσινων» αρπακτικών και των μεγαλοεργολάβων.