Στις 20.00 στην Αίθουσα Συνεδρίων στον Περισσό, με τίτλο «Τις πιο όμορφες μέρες μας»
Διεύθυνση Ορχήστρας - Καλλιτεχνική επιμέλεια: Μανόλης Ανδρουλιδάκης.
Τραγουδούν: Ρίτα Αντωνοπούλου, Κώστας Θωμαΐδης, Αγγελική Τουμπανάκη.
Παίζουν οι μουσικοί: Μιχάλης Ατσάλης, Βαγγέλης Ζαρμπούτης, Γιάννης Καρακασίδης, Δημήτρης Κουφαλάκος, Μαρίνα Τσοκάνη, Αντωνία Τσολάκη, Αντώνης Παπαγγελής, Θύμιος Παπαδόπουλος, Βασίλης Ραψανιώτης.
Η είσοδος θα γίνεται με προσκλήσεις, που διατίθενται από τις Οργανώσεις Αττικής του ΚΚΕ και της ΚΝΕ.
«Τραγουδώ από τη μέρα που γεννήθηκα», έλεγε σε μια συνέντευξή της τη δεκαετία του '80 η Μαρία Δημητριάδη, που το τεράστιο ταλέντο της και η ικανότητά της να φτάνει σε απίστευτα ερμηνευτικά βάθη, δίκαια την κατέταξαν ως μια από τις σημαντικότερες και εκφραστικότερες Ελληνίδες τραγουδίστριες.
Η Μαρία Δημητριάδη ευτύχησε από τα 16 κιόλας χρόνια της να ερμηνεύσει δημιουργίες Ελλήνων συνθετών. Οπως είχε αναφέρει σε συνέντευξή της στον «Ριζοσπάστη»: «Στα 16 μου χρόνια έκανα δίσκο, τα "Κορίτσια στον Ηλιο". Μετά ήρθε ο "Ηλιος ο Πρώτος" του Μαρκόπουλου και το "Χρονικό". Στο ενδιάμεσο είχα γνωρίσει τον Μίκη Θεοδωράκη, που τον είχαν σε κατ' οίκον περιορισμό. Κάναμε συνέχεια πρόβες... Εκανα δίσκο το "Ενα πρωινό η Παναγιά μου" του Σταύρου Ξαρχάκου και μετά συναυλίες με τον Θεοδωράκη σε όλο τον κόσμο, για δύο χρόνια... Ακολούθησαν δίσκοι με τους Γιάννη Γλέζο, Νίκο Μαμαγκάκη. Ηδη είχα γνωρίσει τον Θάνο Μικρούτσικο, που έπαιζε πιάνο σε μια μπουάτ, όπου τραγουδούσαμε και λεγόταν "Δον Κιχώτες". Μετά τη Μεταπολίτευση κάνει και τα πρώτα του τραγούδια, τα "Πολιτικά", με τα οποία ξεκινήσαμε τη συνεργασία μας. Ακολούθησαν η "Καντάτα για τη Μακρόνησο", "Φουέντε Οβεχούνα", "Τροπάρια για φονιάδες", "Τα τραγούδια της λευτεριάς"... Δισκογραφικά συνέχισα με το "Δελτίο καιρού", με τραγούδια πολλών συνθετών σε πρώτη εκτέλεση, τα "Λιανοτράγουδα" του Μίκη, τον πρώτο δίσκο του Γιώργου Σταυριανού, την "Ελένη" του Χατζιδάκι, το "Εμπάργκο" του Μικρούτσικου, με άλλους τραγουδιστές κ.ά...».
Για την Μαρία Δημητριάδη, όμως, οι συναυλίες της δεν ήταν μόνο καλλιτεχνικά γεγονότα, αλλά και μέσο πάλης. «Πηγαίναμε στη Λάρυμνα πρωί πρωί, χειμώνα, σε ένα σινεμά καλοκαιρινό και τραγουδούσαμε. Κάθε Κυριακή πρωί τραγουδούσαμε σε κινηματογράφους της Αθήνας για απεργούς, παρόλο το ξενύχτι της προηγούμενης νύχτας στις μπουάτ».
Αξέχαστη θα μείνει και η παρουσία της στα Φεστιβάλ της ΚΝΕ. Αξίζει μόνο να αναφέρουμε τη συμμετοχή της στο 23ο Φεστιβάλ ΚΝΕ - «Οδηγητή» μετά από πολύ καιρό απουσίας και σιωπής από τα μουσικά δρώμενα. Είχε δηλώσει τότε: «Αποφάσισα αυτό το καλοκαίρι να αρχίσω να ξανατραγουδάω και πιστεύω ότι ήταν πολύ σωστό και αναγκαίο συγχρόνως να ξεκινήσω από τον χώρο μου. Γιατί τον θεωρώ χώρο μου το Φεστιβάλ. Εκτός από το πολιτικό μέρος υπάρχει και κάτι το πολύ συγκινησιακό, γιατί αισθάνομαι ότι έχω επιστρέψει σπίτι μου. Το μόνο που έχω να πω είναι ότι τελικά βλέποντας αυτόν τον κόσμο, αυτά τα παιδιά, μπορούμε να έχουμε ελπίδες».
Σε όλη της την πορεία στο ελληνικό τραγούδι διακρίνονται ξεκάθαρα το ήθος, η ποιότητα και η αξιοπρέπειά της. «Οι συνεργασίες μου είχαν πάντα και κάποιον άλλο λόγο, εκτός από τον καλλιτεχνικό. Υπήρχε ταύτιση, έστω σε κάποιο βαθμό, ιδεολογική, αισθητική. Και χωρίς να υπερηφανεύομαι δηλώνω ότι δεν έχω κάνει ποτέ ούτε μισή υποχώρηση στη δουλειά μου. Ούτε μισή! Και αυτό το πληρώνω. Υπήρξαν φορές που δεν είχα να καπνίσω τσιγάρο. Αλλά υποχώρηση δεν έχω κάνει. Ούτε μία καλημέρα δεν έχω πει σε κάποιον που δεν θέλω να του την πω...».
Δεκαεφτά χρόνια μετά τον χαμό της η φωνή της εξακολουθεί και μας συντροφεύει. Συνεχίζει να γεμίζει την καρδιά και τον νου όλων αυτών που «δεν σηκώνουν τ' άδικο», θυμίζοντάς μας ότι «τις πιο όμορφες μέρες μας δεν τις ζήσαμε ακόμα»...