Ο Χέγκσεθ επισκέφτηκε και το αεροπλανοφόρο «USS Ford», που παραμένει στα ανοιχτά της Βενεζουέλας |
Την Πέμπτη ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ επανήλθε στο ενδεχόμενο τα στρατιωτικά πλήγματα - που μέχρι τώρα στρέφονταν σε θαλάσσια σκάφη - να επεκταθούν και σε χερσαίες επιχειρήσεις. «Πιθανώς παρατηρήσατε ότι ο κόσμος δεν θέλει πλέον να διακινεί (σ.σ. ναρκωτικά) διά θαλάσσης, και θα αρχίσουμε επίσης να τους σταματάμε στο έδαφος», είπε στη διάρκεια βιντεοκλήσης του με Αμερικανούς στρατιωτικούς αξιωματούχους, προσθέτοντας μάλιστα ότι «οι χερσαίες οδοί είναι πιο εύκολες, αλλά θα αρχίσουμε πολύ σύντομα».
Θυμίζουμε ότι πλέον αγγίζουν τα 90 τα θύματα από τους βομβαρδισμούς των ΗΠΑ στα ανοιχτά της Βενεζουέλας, την ηγεσία της οποίας η Ουάσιγκτον επιμένει να κατηγορεί ότι στηρίζει «τρομοκρατικά δίκτυα διακίνησης ναρκωτικών».
Την όξυνση του ανταγωνισμού με τα αντίπαλα ιμπεριαλιστικά κέντρα Κίνα και Ρωσία (η διείσδυση των οποίων στην περιοχή εντείνεται τα τελευταία χρόνια) αποκαλύπτει και η ανακοίνωση της συγκρότησης ουσιαστικά νέας στρατιωτικής βάσης των ΗΠΑ στη Δομινικανή Δημοκρατία.
Οπως εξήγησε ο ίδιος ο ίδιος ο Πρόεδρος της χώρας, Λουίς Αμπιναδέρ, σε συνέντευξη Τύπου που έδωσε μαζί με τον υπουργό Πολέμου των ΗΠΑ Πιτ Χέγκσεθ την Τετάρτη (στη διάρκεια της οποίας δεν επιτράπηκαν ερωτήσεις), η αμερικανική κυβέρνηση εξουσιοδοτήθηκε για επιχειρήσεις που - ισχυρίστηκε - θα βοηθήσουν στον αγώνα της κατά της διακίνησης ναρκωτικών, και με τις οποίες οι ΗΠΑ θα ανεφοδιάζουν αεροσκάφη και εξοπλισμό μεταφοράς αλλά και τεχνικό προσωπικό σε περιοχές εντός της αεροπορικής βάσης Σαν Ισίδρο και του διεθνούς αεροδρομίου «Λας Αμέρικας». Ο Αμπιναδέρ χαρακτήρισε το πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας «τεχνικό, περιορισμένο και προσωρινό», με σκοπό «να ενισχύσουμε τον εναέριο και θαλάσσιο δακτύλιο προστασίας που διατηρούν οι Ενοπλες Δυνάμεις μας».
Από τη δική του πλευρά ο Χέγκσεθ μίλησε ανοιχτά για «ένα μοντέλο συνεργασίας» που «επιδιώκουμε να επεκτείνουμε και με άλλες χώρες που θέλουν να συνδεθούν μαζί μας, προκειμένου να διασφαλίσουμε (...) περισσότερα στοιχεία για να σταματήσουμε τους ναρκω-τρομοκράτες». Ανέφερε ακόμα ότι «είμαστε πολύ σοβαροί γι' αυτήν την αποστολή», για την οποία «ξέρουμε από πού φεύγουν, πού πάνε, τι φέρνουν, ποιες είναι οι προθέσεις τους, ποιον εκπροσωπούν».
Ο Χέγκσεθ επισκέφτηκε και το «USS Ford», προκειμένου να μεταβιβάσει ευχές της κυβέρνησης για τη «Μέρα των Ευχαριστιών» στο πλήρωμα - πάνω από 4.000 άτομα - του μεγαλύτερου αεροπλανοφόρου που κυκλοφορεί στον πλανήτη αυτήν τη στιγμή.
Ακολούθησε ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου του Αμπιναδέρ σύμφωνα με την οποία εναέρια τάνκερ KC-135 θα είναι παρόντα για να υποστηρίξουν αποστολές εναέριας περιπολίας, επεκτείνοντας τις δυνατότητες παρακολούθησης και απαγόρευσης σε μεγάλο μέρος του θαλάσσιου και του εναέριου τομέα. «Θα παρέχουν επίσης υπηρεσίες ανεφοδιασμού σε αεροσκάφη από χώρες - εταίρους, διασφαλίζοντας έτσι συνεχείς λειτουργίες παρακολούθησης, ανίχνευσης και παρακολούθησης επαληθευμένων παράνομων δραστηριοτήτων λαθρεμπορίου», αναφέρεται στην ανακοίνωση.
Επιπλέον, αεροσκάφη φορτίου τύπου «C-130 Hercules» θα διευκολύνουν τις αεροϊατρικές εκκενώσεις, την πυρόσβεση, την αναγνώριση καιρού και την αντιμετώπιση καταστροφών. Κατά τ' άλλα ο Αμπιναδέρ ισχυρίστηκε ότι τα τελευταία χρόνια η χώρα του έχει σχεδόν δεκαπλασιάσει τις ποσότητες ναρκωτικών που κατάσχει ετησίως σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία, χάρη στη στενή συνεργασία με τις ΗΠΑ, καταλήγοντας ότι πρόκειται για «απειλή» που «καμία χώρα δεν μπορεί ή δεν πρέπει να την αντιμετωπίσει χωρίς συμμάχους».
Εκτός από τη Δομινικανή Δημοκρατία η Ουάσιγκτον έχει απευθυνθεί και στο μικρό νησιωτικό κράτος της Γρενάδας, επίσης στην Καραϊβική, για να φιλοξενήσει στο διεθνές αεροδρόμιο «Maurice Bishop» στρατιωτικά ραντάρ που θα καταγράφουν τόσο τις εμπορικές όσο και τις στρατιωτικές πτήσεις στη Νότια Καραϊβική, με έμφαση στη Βενεζουέλα, που απέχει μόλις 160 χλμ. Πριν λίγες μέρες ο πρωθυπουργός της Γρενάδας, Ντίκον Μίτσελ, δήλωσε στη Βουλή ότι οποιαδήποτε εγκατάσταση ραντάρ στο διεθνές αεροδρόμιο της χώρας του «δεν θα είναι μυστική, ούτε θα παραβιάζει τους εγχώριους ή διεθνείς νόμους».
Μάλιστα, στα μέσα Οκτώβρη ο επικεφαλής της USSOUTHCOM (US Southern Command - «Νότια Διοίκηση», μεικτό διοικητήριο των αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων με αρμοδιότητα τη Νότια και την Κεντρική Αμερική, σε μια ζώνη που περιλαμβάνει 31 χώρες, συμπεριλαμβανομένων αυτών της Καραϊβικής), ναύαρχος Αλβιν Χόλσεϊ (που ανέλαβε πρόσφατα καθήκοντα), είχε επίσημες επαφές τόσο στη Γρενάδα όσο και στην Αντίγκουα και Μπαρμπούντα (άλλο μικρό νησιωτικό κράτος της Καραϊβικής) «για να ενισχύσει περαιτέρω τη συνεργασία στην ασφάλεια με συμμάχους - κλειδιά στην Καραϊβική».
Ανακοίνωση της αμερικανικής πρεσβείας υπογράμμιζε ότι στο επίκεντρο της επίσκεψης Χόλσεϊ αναμενόταν να βρεθούν «η μακροχρόνια συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας (...) και οι κοινές προκλήσεις που επηρεάζουν την Ανατολική Καραϊβική, όπως το διεθνικό οργανωμένο έγκλημα, η παράνομη διακίνηση και η ασφάλεια των συνόρων». Επίσης ότι η SOUTHCOM «παραμένει προσηλωμένη στη συνέχιση της μακροχρόνιας συνεργασίας της και με τα δύο έθνη» αλλά και στην «ακλόνητη δέσμευση των Ηνωμένων Πολιτειών να συνεργαστούν με εταίρους της Ανατολικής Καραϊβικής (...) για την προώθηση της περιφερειακής ασφάλειας και σταθερότητας».
Το KK Βενεζουέλας (PCV) μέσα και από νέο τεύχος της εφημερίδας του («Tribuna Popular») τονίζει στο κεντρικό άρθρο ότι η κλιμακούμενη στρατιωτική επιθετικότητα των ΗΠΑ «μπήκε σε μια επικίνδυνη φάση, που πρέπει να καταγγελθεί με απόλυτη σαφήνεια», υπενθυμίζοντας ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν σχεδόν 800 στρατιωτικές βάσεις στον κόσμο, εκ των οποίων οι 76 βρίσκονται στη Λατινική Αμερική και στην Καραϊβική», και ξεκαθαρίζοντας: «Δεν έχει υπάρξει χώρα στην οποία έγινε ιμπεριαλιστική επέμβαση και ο κόσμος είδε να βελτιώνεται η δημοκρατία του, η κυριαρχία του ή τα δικαιώματά του. Το αντίθετο: Οι (ιμπεριαλιστικές) παρεμβάσεις δεν έχουν αφήσει πίσω τους παρά καταστροφή, εκποίηση και κυβερνήσεις που λειτουργούν υπέρ της λεηλασίας στρατηγικών πόρων».
Ωστόσο, προσθέτει, «θα ήταν λάθος να περιοριστεί η ανάλυση (σ.σ. της σημερινής κατάστασης) στις επιθέσεις στο εξωτερικό. Ο λαός της Βενεζουέλας αντιμετωπίζει ταυτόχρονα τις συνέπειες των πολιτικών που ασκούνται στο εσωτερικό και επιδεινώνουν τις συνθήκες ζωής τους», τονίζοντας πως η πολιτική της σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης του Νικολάς Μαδούρο «έχει ωφελήσει το μεγάλο κεφάλαιο, αφήνοντας την ίδια στιγμή την εργατική τάξη σε μια κατάσταση εξαθλίωσης άνευ προηγουμένου».
Κλείνοντας το άρθρο υπογραμμίζει ότι χρειάζεται επειγόντως να αποφασιστεί η απελευθέρωση όλων όσοι φυλακίστηκαν αυθαίρετα κατά την κλιμάκωση της καταστολής τον τελευταίο χρόνο, να αποκατασταθούν πλήρως τα πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα του λαού της Βενεζουέλας, να επαναληφθούν οι προεδρικές εκλογές κ.λπ. «Ούτε η ξένη κηδεμονία ούτε ο εσωτερικός αυταρχισμός προσφέρει αληθινή διέξοδο (...) Η κεντρική πρόκληση της στιγμής είναι η ανοικοδόμηση, με αυτοδιάθεση, της δυνατότητας για μια χώρα όπου τις βασικές αποφάσεις θα παίρνει ο λαός. Να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για μια διέξοδο κυρίαρχη, δημοκρατική και λαϊκή».