Σάββατο 27 Μάρτη 2021 - Κυριακή 28 Μάρτη 2021
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 14
21ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΚΚΕ ΠΡΟΣΥΝΕΔΡΙΑΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ
Η ταξική διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας

Ο πυρήνας των Θέσεων του 21ου Συνεδρίου είναι η ποιοτική αναβάθμιση του στελεχιακού δυναμικού του Κόμματος. Αυτό προαπαιτεί τη βαθιά γνώση της επαναστατικής γραμματείας, του αστικού τρόπου ανάλυσης και των επεξεργασιών του οπορτουνισμού. Η βαθιά γνώση πέραν των άλλων αναπτύσσει την ικανότητα αναγνώρισης των σημείων που διαχωρίζουν την επαναστατική γραμμή από την οπορτουνιστική. Παράδειγμα: Ενα οπορτουνιστικό ρεύμα, που επιχειρεί να πλαγιοκοπήσει τις γραμμές μας, προσέφερε τη θεωρητική θεμελίωση σε έρευνα της ΓΣΕΕ για την ταξική διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας (Γ. Οικονομάκης κ.ά., 2016). Σύμφωνα με αυτήν, η εργατική τάξη υπολογίζεται το 2006 στο 18,3% και το 2014 μόλις στο 14,85%. Μάλιστα, από την πετσοκομμένη εργατική τάξη αποκλείονται οι άνεργοι εργάτες. Αποκλείονται δηλαδή οι απελπισμένοι άνεργοι που βρίσκονται στην αγορά εργασίας αναζητώντας έναν κεφαλαιούχο προκειμένου να πουλήσουν το τομάρι τους για ένα κομμάτι ψωμί, με το παράλογο επιχείρημα ότι δεν παράγουν, ότι δεν εργάζονται... Από πότε όμως η αγορά εργασίας, που είναι τμήμα της σφαίρας κυκλοφορίας, δεν έχει θέση στον καπιταλισμό; Η στρουκτουραλιστική ανάλυση είναι αντίθετη με τη μαρξιστική - λενινιστική ανάλυση, αποκαθηλώνει την εργατική τάξη από επαναστατικό υποκείμενο, εξυπηρετεί τη βασική επιδίωξη της ΓΣΕΕ: Ταξική συνεργασία και πρόσδεση της εργατικής τάξης στη στρατηγική του κεφαλαίου. Πρέπει επομένως να γνωρίζουμε, να αναλύουμε, να ερμηνεύουμε.

Για την ταξική διάρθρωση:

1. Ο Μαρξ δεν πρόλαβε μεν να διαπραγματευτεί στο «Κεφάλαιο» το τμήμα για τις τάξεις (3ος τόμος, κεφ. 52), όμως σκιαγράφησε τα βασικά στοιχεία των τριών μεγάλων τάξεων της εποχής του: Τους εργάτες, τους κεφαλαιοκράτες, τους γαιοκτήμονες και τις «ενδιάμεσες και μεταβατικές βαθμίδες που συγκαλύπτουν τα ακριβή όρια ανάμεσα στις τάξεις». Κατά τον Μαρξ η διάρθρωση των τάξεων επηρεάζεται από την «...σταθερή τάση και τον νόμο του ΚΤΠ να μετατρέπουν την εργασία σε μισθωτή εργασία και τα μέσα παραγωγής σε κεφάλαιο». Ετσι, π.χ. μέσω της επέκτασης των καπιταλιστικών σχέσεων στη γεωργία έχουμε την αντικατάσταση των γαιοκτημόνων από κεφαλαιοκράτες, ενώ μέσω της διαδικασίας συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης έχουμε την προλεταριοποίηση των μεσαίων στρωμάτων. Συνέπεια: Η διαρκής αύξηση του μεγέθους της εργατικής τάξης.

2. Η εργατική τάξη δεν είναι ενιαία. Για τον επιμερισμό της απαιτείται ο προσδιορισμός της έννοιας του εργάτη. Από τον ορισμό του Ενγκελς για την τάξη «των σύγχρονων μισθωτών που επειδή δεν κατέχουν μέσα παραγωγής είναι αναγκασμένοι να πουλούν την εργατική τους δύναμη για να μπορούν να ζήσουν» και του Μαρξ, που τονίζει ότι «εννοούμε αποκλειστικά τον μισθωτό εργάτη που παράγει και αξιοποιεί κεφάλαιο και που πετιέται στο δρόμο μόλις γίνει περιττός για τις ανάγκες αξιοποίησης του "monsieur capital"...», προκύπτει ότι ο εργάτης είναι αναγκασμένος να παλινδρομεί ανάμεσα στον χώρο της αγοράς εργασίας, όταν είναι άνεργος, και στον χώρο της παραγωγικής διαδικασίας.

Θα περίμενε κανείς, με βάση αυτήν την ανάγκη του εργάτη, ο Μαρξ να επιμερίσει την εργατική τάξη σε εργαζόμενους εργάτες και άνεργους εργάτες. Ομως, προσθέτοντας και την παράμετρο της δυνατότητας αναπαραγωγής, εισάγει την έννοια του βιομηχανικού εφεδρικού στρατού (ΒΕΣ), ενώνοντας σε μια κατηγορία τους εργάτες που είναι άνεργοι ή μισοαπασχολούνται. Ο κεφαλαιοκράτης για ένα τμήμα των εργαζόμενων εργατών ορίζει τη διάρκεια της εργάσιμης μέρας έτσι που να τους απασχολεί λιγότερες ώρες από αυτές που αντιστοιχούν σε μια κανονική εργάσιμη μέρα. Αυτό έχει σαν συνέπεια την κατάργηση της σχέσης ανάμεσα στον αναγκαίο χρόνο και στην υπερεργασία, ανάμεσα στην πληρωμένη και απλήρωτη εργασία, σχέση από την οποία προκύπτουν ο μισθός και η δυνατότητα αναπαραγωγής του εργάτη. Ετσι, το τμήμα των μερικά απασχολούμενων εργατών, παρότι εργάζονται, ο Μαρξ το κατατάσσει μαζί με τους ανέργους στον ΒΕΣ. Επομένως ο πρώτος βασικός διαχωρισμός της εργατικής τάξης είναι μεταξύ: α) του ενεργού τμήματος, στο οποίο υπάγονται οι εργαζόμενοι εργάτες που απασχολούνται πλήρως, δηλαδή οι εργάτες στους οποίους η διάρκεια του αναγκαίου χρόνου εργασίας επιτρέπει την αναπαραγωγή, και β) του εφεδρικού τμήματος, στο οποίο υπάγονται εργάτες όπου ο αναγκαίος χρόνος είτε είναι ανύπαρκτος (η περίπτωση των ανέργων) είτε ανεπαρκής (η περίπτωση των μερικά απασχολούμενων).

Η αναγκαιότητα του εφεδρικού τμήματος είναι προφανής: 1) Δίνει τη δυνατότητα ανά πάσα στιγμή και στα αποφασιστικά σημεία να ρίχνονται μάζες εφεδρικών εργατών. 2) Καθορίζει τις γενικές κινήσεις του μισθού, αποτελεί δηλαδή «το φόντο που πάνω του κινείται ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης της εργασίας». 3) Αυξάνει την ανασφάλεια των εργατών λόγω του φόβου της απόλυσης, εμπεδώνει το διευθυντικό δικαίωμα, επιβάλλει την πειθαρχία, εξαναγκάζει τους εργαζόμενους να κινητοποιούν περισσότερη εργασία. 4) Αποτελεί αντίρροπη δύναμη στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους. 5) Λειτουργεί ως μηχανισμός αποκατάστασης της κερδοφορίας του κεφαλαίου στις κρίσεις υπερσυσσώρευσης.

3. Σε ένα δεύτερο επίπεδο ανάλυσης, με την εξειδικευμένη παρέμβαση του Λένιν που καταλήγει στον γνωστό ορισμό του - «Τάξεις είναι μεγάλες ομάδες ανθρώπων» κ.ο.κ. - προσδιορίζεται το μέγεθος της συνολικής εργατικής τάξης, αλλά και το μέγεθός της ανά τομέα, κλάδο, επάγγελμα και λοιπά ποιοτικά χαρακτηριστικά.

Στις μέχρι σήμερα αποτυπώσεις του Κόμματος, δίπλα στην ορθή αποτύπωση του μεγέθους και των επιμέρους τμημάτων της εργατικής τάξης προστίθεντο, χωρίς άλλη επεξεργασία, οι άνεργοι. Πέραν του ότι οι άνεργοι, όπως καταγράφονται στον ΟΑΕΔ και στην ΕΛΣΤΑΤ, δεν ανήκουν όλοι στην εργατική τάξη, ο τρόπος αυτός είναι αποσπασματικός, καθώς δεν αιτιολογεί την παρουσία των ανέργων.

Η αποτύπωση της πλήρους εικόνας της εργατικής τάξης προϋποθέτει την έννοια του ΒΕΣ. Η έννοια αυτή θα «δέσει» την παρουσία των ανέργων στη διάρθρωση της εργατικής τάξης, θα αναδείξει τις αλληλεπιδράσεις των επιμέρους τμημάτων και ειδικά τις σχέσεις εφεδρικού και ενεργού τμήματος, ενώ παράλληλα θα δώσει τη δυνατότητα υπολογισμού του ποσοστού εφεδρείας αντί του - αστικής έμπνευσης - ποσοστού ανεργίας.

Οι λόγοι που καθιστούν αναγκαία τη χρήση του όρου α) σχετίζονται με την αντικειμενική κατάσταση που επικρατεί στην αγορά εργασίας, στην οποία η μερική απασχόληση αποκτά βαρύτητα ανάλογη αν όχι μεγαλύτερη της ανεργίας, και β) είναι ιδεολογικοί και πολιτικοί, καθώς από διάφορες τοποθετήσεις, που ενδημούν στα γυμνά υψίπεδα του οπορτουνισμού, αναπτύσσονται θεωρητικές κατασκευές, όπως στην περίπτωση της έρευνας της ΓΣΕΕ, που είτε αρνούνται την ύπαρξη του εφεδρικού τμήματος είτε το πραγματεύονται ως ξεχωριστή τάξη. Τέτοιες απόψεις συγκλίνουν στην επίμονη προσπάθεια αποδόμησης της μαρξιστικής θεωρίας περί κοινωνικών τάξεων, αποκαθήλωσης της εργατικής τάξης ως κοινωνικού υποκειμένου, αμφισβήτησης της ύπαρξης νομοτελειών που επηρεάζουν την κοινωνική εξέλιξη.


Τάκης Σούλιος
ΚΟΒ Νεάπολης Εξαρχείων


Κορυφή σελίδας

Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org