Παρασκευή 22 Μάη 2020
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σελίδα 18
ΔΙΕΘΝΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ (ΤΕΤΡΑΣΕΛΙΔΟ)
ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟ
Ενας ακόμα κρίκος στην αλυσίδα σκληρών ανταγωνισμών

Ο πρόσκαιρος συμβιβασμός στον ΟΠΕΚ+ δεν αναιρεί τις αντιθέσεις ανάμεσα στις μεγαλύτερες πετρελαιοπαραγωγούς χώρες, στο έδαφος και της οικονομικής κρίσης

Παρά τη σχετική νηνεμία μετά την «καταιγίδα» ανάμεσα στις μεγαλύτερες πετρελαιοπαραγωγούς χώρες του κόσμου, ο μεταξύ τους ανταγωνισμός κάθε άλλο παρά κοπάζει.

Θυμίζουμε ότι τον περασμένο Απρίλη σημειώθηκε θεαματική μείωση των διεθνών τιμών πετρελαίου, με το αμερικάνικο αργό (West Texas Intermeidiate, WTI) να πέφτει για πρώτη φορά στην Ιστορία κάτω από το ένα δολάριο το βαρέλι.

Είχε προηγηθεί η άρνηση της Ρωσίας να δεχτεί πρόταση του ΟΠΕΚ για μείωση της παγκόσμιας παραγωγής, προκειμένου να μην καταρρεύσουν οι τιμές του πετρελαίου. Λόγω της μεγάλης παραγωγής και της μικρής ζήτησης, οι αδιάθετες ποσότητες οδηγούνταν σε χώρους αποθήκευσης που σχεδόν εξαντλήθηκαν, σε στεριά και θάλασσα, ενώ άλλαξαν μέχρι και τα δρομολόγια μεταφοράς από τη μια άκρη της Γης στην άλλη, για να μεγαλώσει ο χρόνος παράδοσης, με την προσδοκία να αυξηθεί στο ενδιάμεσο η τιμή του φορτίου.

Αμερικανικές εταιρείες έκλεισαν, καθώς δεν μπορούσαν να αντεπεξέλθουν στα κόστη εξόρυξης του σχιστολιθικού πετρελαίου, ενώ ακόμα και παραδοσιακά ισχυρά μονοπώλια («ExxonMobil», «Εni») άρχισαν να καταστρώνουν σχέδια «αναδιάρθρωσης», είτε με απολύσεις είτε με ακύρωση επενδύσεων σε νέα κοιτάσματα (π.χ. «Shell» σε Βόρεια Θάλασσα και Κόλπο του Μεξικού).

Ορισμένες από τις μεγαλύτερες χώρες εισαγωγής πετρελαίου (π.χ. Ιαπωνία και Κίνα) επωφελήθηκαν της συγκυρίας, αγοράζοντας μεγάλες ποσότητες, την ώρα που καταγράφονταν δραματική μείωση εσόδων στους κρατικούς προϋπολογισμούς χωρών που εξαρτώνται από τις εξαγωγές πετρελαίου, ακόμα και στην πλούσια Σαουδική Αραβία.

Η συμφωνία του ΟΠΕΚ+

Η σχετική ανάκαμψη στις τιμές επήλθε μετά το συμβιβασμό ανάμεσα στα κράτη που συμμετέχουν στο διευρυμένο σχήμα ΟΠΕΚ+ (συμμετέχει και η Ρωσία) και συμφώνησαν σε μείωση της παραγωγής κατά 10%, δηλαδή κατά 9,7 εκατομμύρια βαρέλια τη μέρα, από 1η Μάη. Σε συνδυασμό με τη μειωμένη ζήτηση, η ημερήσια παραγωγή πετρελαίου προβλέπεται να μειωθεί κατά 17 εκατ. βαρέλια μέχρι τον Ιούνη.

Την απόφαση αυτή χαιρέτισαν και οι ΗΠΑ, που δέχτηκαν μεγάλη πίεση από την κατακόρυφη πτώση των τιμών του πετρελαίου, λόγω του μεγάλου κόστους εξόρυξης του σχιστολιθικού, που βρέθηκε εκτός συναγωνισμού. Για να είναι κερδοφόρες οι εταιρείες σχιστολιθικού πετρελαίου, θα πρέπει να πουλούν το πετρέλαιο πάνω από 65 δολάρια το βαρέλι.

Από τους πρώτους που επικρότησαν τη συμφωνία που επιτεύχθηκε ήταν ο Ντ. Τραμπ, διαχέοντας στο εσωτερικό των ΗΠΑ ότι θα σωθούν «χιλιάδες θέσεις εργασίας για τους Αμερικανούς».

Μετά τη συμφωνία, το Μπρεντ έφτασε χτες να πωλείται 36 δολάρια το βαρέλι, από 20, το δε πετρέλαιο Τέξας (WTI) 34 δολάρια το βαρέλι. Οι αναλυτές των αγορών όμως δεν βλέπουν θεαματική παραπέρα αύξηση, ενώ οι «Financial Times» εκτιμούν ότι οι μεγαλύτερες αμερικανικές και ευρωπαϊκές πετρελαϊκές εταιρείες θα αναγκαστούν «να κάψουν σε ρευστό 175 δισ. δολάρια» εάν το Μπρεντ έχει μέση τιμή πώλησης τα 38 δολάρια την επόμενη διετία.

Αλλη ανάλυση, της εταιρείας «WoodMac», θεωρεί πως δεν θα υπάρξει πλήρης ανάκαμψη της ζήτησης πετρελαίου - και συνεπώς των τιμών - πριν από το 2026, δείχνοντας και το βάθος της κρίσης στην οποία βουλιάζει η παγκόσμια οικονομία.

Οι περιπτώσεις του Ιράκ και της Σαουδικής Αραβίας

Η πτώση των διεθνών τιμών, σε συνδυασμό με τη μείωση της παγκόσμιας ζήτησης, προκαλεί ισχυρό πονοκέφαλο στις κυβερνήσεις χωρών που εξαρτούν το μεγαλύτερο μέρος των κρατικών εσόδων από τις εξαγωγές «μαύρου χρυσού». Χαρακτηριστικές, αν και ασύμμετρες, είναι οι περιπτώσεις του Ιράκ και της Σαουδικής Αραβίας.

Στο Ιράκ, η νέα κυβέρνηση του πρωθυπουργού Μουστάφα αλ Καντχίμι προϊδεάζει ήδη για το λογαριασμό που έρχεται για το λαό. Το Γενάρη το ιρακινό πετρέλαιο πωλούνταν περίπου 61 δολάρια το βαρέλι, τον Απρίλη όμως η τιμή είχε πέσει κάτω από τα 20 δολάρια. Ετσι, προβλέπεται σημαντική συρρίκνωση των κρατικών εσόδων και από τα 90 δισ. δολάρια που μετρήθηκαν το 2019, θα περιοριστούν σε 35 έως 50 δισ. δολάρια μέχρι το τέλος του 2020.

Ο Καντχίμι, αναλαμβάνοντας καθήκοντα πριν από λίγες βδομάδες, προειδοποίησε πως τα ελλείμματα του προϋπολογισμού θα αυξηθούν σε περίπου 140 δισ. δολάρια, από 111,8 δισ. που ήταν πέρυσι. Προετοίμασε το έδαφος για πιθανές μειώσεις μισθών ή απολύσεις, ανακοινώνοντας ότι τα κρατικά έσοδα αρκούν μόνο για την καταβολή του 50% των περίπου 4 εκατ. συνολικά δημοσίων υπαλλήλων, των 3 εκατ. συνταξιούχων και του 1 εκατ. άλλων που ζουν κυρίως βάσει προνοιακών επιδομάτων.

Στη Σαουδική Αραβία, η κυβέρνηση μείωσε σημαντικά έργα υποδομών, που είχαν συνολικό κόστος περίπου 26 δισ. δολάρια, και τριπλασίασε τον ΦΠΑ, που ήταν στο 5%. Τα μέτρα αυτά ανακοινώθηκαν στο πλαίσιο της αντιμετώπισης των αυξημένων δημοσιονομικών ελλειμμάτων εξαιτίας των χαμηλών τιμών του πετρελαίου και συνολικά των δυσμενών οικονομικών επιπτώσεων από την καθήλωση της οικονομίας, λόγω και της αναστολής του τουρισμού, με επίκεντρο τα προσκυνήματα των Μουσουλμάνων στη Μέκκα.

Δεν αποκλείονται και άλλα μέτρα το επόμενο διάστημα, καθώς ανακοινώθηκε δημοσιονομικό έλλειμμα 9 δισ. δολαρίων το πρώτο τρίμηνο του 2020, ενώ οι αναλυτές της εταιρείας αξιολόγησης «Moody's» εκτιμούν πως τα συναλλαγματικά αποθέματα θα μειωθούν σε 375 δισ. δολάρια μέχρι το τέλος του 2021, από 488 δισ. δολάρια τον περασμένο Δεκέμβρη.

Κανένα όφελος για τους λαούς

Η παγκόσμια αντιπαράθεση για την ημερήσια παραγωγή και τις τιμές του πετρελαίου είναι ζήτημα που δεν μπορεί να αποσπαστεί από την οικονομική κρίση που είναι σε εξέλιξη και τους ανταγωνισμούς που οξύνονται στο έδαφός της. Το ποιος πληρώνει κάθε φορά το μάρμαρο δεν είναι δύσκολο να το διαπιστώσει κανείς.

Χιλιάδες εργαζόμενοι στην πετρελαιοβιομηχανία έχασαν τη δουλειά τους ή υποχρεώθηκαν με μεγάλες απώλειες μισθών και δικαιωμάτων, ενώ θα ακολουθήσουν κι άλλοι, αν υπολογίσει κανείς τη συρρίκνωση της δραστηριότητας διεθνώς και την ακύρωση προγραμματισμένων ερευνών και εξορύξεων, όσο η ζήτηση παραμένει χαμηλή και οι τιμές πώλησης ασύμφορες για τα μονοπώλια.

Ούτε όμως στην τσέπη τους είδαν καμιά σπουδαία διαφορά οι εργαζόμενοι και ο λαός από την κατρακύλα των τιμών του πετρελαίου, αφού μέχρι την κατανάλωση μεσολαβούν τα υπερκέρδη των εταιρειών διύλισης και η κρατική φορολογία, που κάνει ανεπαίσθητη την όποια σχετική μείωση στην τελική τιμή διάθεσης των καυσίμων στο λαό.

Αντίθετα, ειδικά σε χώρες που η οικονομία τους βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο πετρέλαιο, ο λαός θα πληρώσει τις απώλειες στα κρατικά έξοδα με ακόμα μεγαλύτερη επίθεση σε μισθούς, δικαιώματα, κοινωνικές παροχές.

Και αυτές οι εξελίξεις επιβεβαιώνουν ότι όσο η Ενέργεια - σε όλες τις μορφές της - βρίσκεται στον έλεγχο μονοπωλιακών ομίλων, οι λαοί θα την πληρώνουν ακριβά, ανεξάρτητα από σκαμπανεβάσματα στις τιμές.

Ούτε ενεργειακή επάρκεια μπορεί να υπάρξει για την εξυπηρέτηση των λαϊκών αναγκών, ούτε προστασία του περιβάλλοντος, όσο κριτήριο της παραγωγής είναι το κέρδος.

Πολύ περισσότερο, και οι εξελίξεις με το πετρέλαιο αλλά και η διαπάλη ανάμεσα σε κράτη και ομίλους σε πολλές περιοχές του πλανήτη για πόρους, αγωγούς μεταφοράς της Ενέργειας, για έλεγχο δικτύων, νέων τεχνολογιών κ.λπ., δημιουργούν νέα πεδία ανταγωνισμού και νέους κινδύνους γενίκευσης της ιμπεριαλιστικής αντιπαράθεσης, που θα πληρώσουν οι λαοί.

Μόνο ένας επιστημονικός σχεδιασμός, με την εργατική τάξη στο τιμόνι της οικονομίας και της εξουσίας σε κάθε χώρα, μπορεί να εξασφαλίσει και την αξιοποίηση όλων των ενεργειακών πόρων, με σεβασμό στο περιβάλλον, για την πραγματική κοινωνική ευημερία και την αμοιβαία επωφελή διεθνή συνεργασία.


Δ. ΟΡΦ.


Κορυφή σελίδας

Τετρασέλιδα του «Ρ»
Διαβάστε στο «Ρ»

Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org