Την αρχή έκανε ο υποψήφιος με τη ΝΔ Κ. Μπακογιάννης, ο οποίος με αφορμή την ανέγερση πολυώροφων κτιρίων στην περιοχή του Μακρυγιάννη, τα οποία έχουν προκαλέσει τη διαμαρτυρία των κατοίκων της ευρύτερης περιοχής, είπε ότι «δεν μπορούμε να επιτρέπουμε σε πολεοδομικά εκτρώματα να ξεφυτρώνουν γύρω της», ενώ αναφέρθηκε και στη δυνατότητα που δίνει η νομοθεσία για την ανάπτυξη ενός νέου Τοπικού Χωρικού Σχεδίου, με το οποίο «θα υπάρξει μια ειδική προσέγγιση σε επιλεγμένες ζώνες γύρω από σημαντικά μνημεία και αρχαιολογικούς χώρους όπως η Ακρόπολη».
Σε ανάλογο πνεύμα κινήθηκε και ο υποψήφιος του ΣΥΡΙΖΑ, Ν. Ηλιόπουλος, ο οποίος επίσης μίλησε περί θέσπισης «ηπιότερων όρων δόμησης και επικαιροποίησης του ανώτατου ύψους κτιρίων και χρήσεων γης στην περιοχή πέριξ της Ακρόπολης» προκειμένου να αποφευχθούν τυχόν «ανεπανόρθωτες συνέπειες στην αισθητική του τοπίου που περιβάλλει το ιερό μνημείο».
Η συζήτηση άνοιξε με αφορμή δύο νεόδμητα ακίνητα που βρίσκονται εντός των ορίων του αρχαιολογικού χώρου της Αθήνας και συγκεκριμένα επί των οδών Φαλήρου, Μισαραλιώτου και Τσάμη Καρατάσου. Το ΥΠΠΟΑ σε σχετική ανακοίνωσή του αναφέρει ότι θα προχωρήσει στην επανεξέταση των συγκεκριμένων περιπτώσεων, οι οποίες θα αποσταλούν εκ νέου στο Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο, ενώ παρεμβάσεις θα γίνουν και προς το δήμο Αθηναίων για να επανεξεταστούν οι πολεοδομικές άδειες.
Πάντως, το όψιμο ενδιαφέρον για τις πολεοδομικές παρεκτροπές πέριξ της Ακρόπολης, που επιδεικνύουν οι δύο υποψήφιοι, δεν θα πρέπει να θεωρηθεί καθόλου άσχετο με τα γενικότερα σχέδια «αστικών αναπλάσεων» που επεξεργάζεται το τελευταίο διάστημα η κυβέρνηση, συνεχίζοντας μια δουλειά που είχε ξεκινήσει από τους προκατόχους της, σε στενή συνεργασία με μεγάλους κατασκευαστικούς ομίλους, εταιρείες real estate, επιχειρηματίες από το χώρο του Τουρισμού και λοιπούς «επενδυτές» που διαβλέπουν κέρδη μέσα από την εμπορευματοποίηση της γης.