Ετούτος ο άνεμος δε θέλει να σωπάσει/ σφυράει, σφυράει, σφυράει/ σφυράει στ' αυτί των σκοτωμένων: ζήτω/ κ' οι σκοτωμένοι ανοίγουνε τα μάτια τους/ σφυράει, σφυράει, σφυράει/ περνάει κάτω από τα σκέλια των κρεμασμένων,/ ξυπνάει τους κρεμασμένους,/ κ' οι κρεμασμένοι καβαλάν τον άνεμο,/ τρέχουν για την αθανασία,/ σέρνοντας πίσω το κομμένο σκοινί τους. Ετσι έφυγε κι ο Πέτρος σε μια δύση ολόχρυση,/ έτσι έφυγε κι ο Φούτσικ κι ο Περί κ' η Ζόγια,/ βγάζοντας από τις τσέπες τους χιλιάδες προκηρύξεις, (...) κ' οι προκηρύξεις πέφτοντας βροχή στους δρόμους,/ πηδώντας από πόρτα σε πόρτα,/ ραμφίζοντας σα μεγάλα πουλιά τα τζάμια των παράθυρων,/ κ' οι άνθρωποι μες στους δρόμους διαβάζοντας φωναχτά τις...