ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 9 Μάη 2004
Σελ. /24
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΔΙΗΓΗΜΑ
Του Βαγγέλη ΜΗΝΙΩΤΗ

Ο Βαγγέλης Μηνιώτης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1927 και από νεαρή ηλικία άρχισε να γράφει στον τοπικό Τύπο. Συνεργάστηκε κατά καιρούς με διάφορα περιοδικά, κυρίως με κλαδικά έντυπα, όπως «Η φωνή της ΓΣΕΕ», όπου είχε τη στήλη του χρονογραφήματος και «Η φωνή των φαρμακοϋπαλλήλων», που υπηρέτησε ανιδιοτελώς δεκαετίες, καθότι φαρμακοϋπάλληλος.

Οταν έγινε συνταξιούχος πια, έκανε την παρουσία του στα Γράμματα με δέκα έως τώρα βιβλία, κάποια εκ των οποίων έχουν βραβευτεί.

Είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, της ΕΣΗΕΠ και άλλων πνευματικών ενώσεων.


«Αιγαίον Πέλαγος»

Γρηγοριάδης Κώστας

Σαν καταλάγιασε η φούρια στο συνοικιακό ψαράδικο κι απόμειναν στον πάγκο μερικοί αστακοί, τσιπούρες, κάνα - δυο σφυρίδες και λίγα λαυράκια περιμένοντας του καλοφαγά το χοντρό πορτοφόλι, η Κατερίνα ζήτησε άδεια από τ' αφεντικό, που καθισμένος μπροστά στο ταμείο καρατάριζε τις εισπράξεις της μέρας κι εκείνος της έδωσε δύο ώρες διορία για να πάει να κοιταχτεί στο ΙΚΑ της περιοχής.

Κάθε τόσο εκεί τρέχει, πότε με τη μέση, πότε με τα πόδια και τις αρθρώσεις γενικά και δεν μπορεί ν' αλλάξει δουλιά να μην είναι μες στα νερά και τα ρεύματα του ορθάνοιχτου μαγαζιού, που δεν έχει τζάμια επίτηδες, για ν' αερίζονται τα ψάρια και να κρατούν τη φρεσκάδα τους.

Ωσπου να κατασταλάξει στο «Ιχθυοπωλείον Αιγαίον Πέλαγος» πελαγοδρόμησε εδώ κι εκεί. Κάθισε σε αρκετούς πάγκους, μα δε χουζούρεψε πουθενά, γιατί τ' αφεντικά κάπου ...μπερδεύονταν και τη θεωρούσαν κι αυτή, κάτι σαν δικό τους πράμα! Με όλο ...το θάρρος λοιπόν, άπλωναν πάνω της το χέρι! Παρεξηγούσαν ίσως τη ζωηράδα της και ...νόμιζαν ότι τα θέλει! Μα εκείνη το μόνο που ήθελε, σαν φυσιολογικό άτομο, ήταν το «έτερον ήμισυ», να ολοκληρωθεί κοινωνικά. Την αγάπη που πλημμύριζε μέσα της ήθελε σώνει και καλά να τη μεταδώσει σε κάποιον και να κερδίσει τη δική του. Απλά πράματα και ανθρώπινα, δηλαδή!

Στο χωριό δεν υπήρχε τέτοια δυνατότητα, γιατί όλα τ' αρσενικά ξεπορτίσανε και πήγαν στις πόλεις. Τι να κάνουν τα θηλυκά μόνα τους; Ακολούθησαν την ίδια πορεία. Ετσι το Κατινάκι έγινε Αθηναία!

Αρχικά δούλεψε σε σουβλατζίδικο μες στις φωτιές σε κάποια στοά στα πέριξ της Ομόνοιας και δεν άργησε να τα ψήσει με τον πατέρα των παιδιών της, για να ησυχάσει κι από τους άντρες, μα δεν της βγήκε σόι. Αδιαφορεί και παραμελεί γυναίκα και παιδιά, έρχεται στο σπίτι μόνο για φαΐ και ύπνο και δεν πληρώνει πεντάρα.

Τζίφος η ολοκλήρωση που περίμενε η καψερή. Ολα πέσανε πάνω της... πώς να μην πονάει η μέση;

Στο ψαράδικο βρίσκεται συνέχεια κόντρα στους καιρούς, μέσα στην υγρασία. Το πρόσωπό της με μια πρώτη ματιά δείχνει ανεμοδαρμένο κι αγριωπό, όμως τα μελένια μάτια της καθώς σε κοιτούν, αλλάζουν στη στιγμή την πρώτη εντύπωση, που μπορεί να σχηματίσεις, ότι δηλαδή ο εσωτερικός της κόσμος είναι σκληρός σαν τα βράχια της πατρίδας της. Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει με την Κατερίνα, που είναι γιομάτη τρυφεράδα. Τη δείχνει, συμπάσχοντας με τους πονεμένους, συντρέχοντάς τους όσο μπορεί. Κάνει και κάτι ακόμα, που είναι σήμερα... «προνόμιο» ολίγων: Διαβάζει και διαβάζει όσο χρόνο της αφήνουν ελεύθερο ο βιοπορισμός και η λάτρα του σπιτιού. Ποιος να το φανταστεί, καθώς τη βλέπει στην πιάτσα να νταραβερίζεται όλο ζωντάνια με αντρίκεια φερσίματα με τον ένα και με τον άλλο, όπως το απαιτούν οι συνθήκες της αγοράς!

Τα ρευματικά της όμως δεν την αφήνουν σε ησυχία, όλο την προειδοποιούν πως πρέπει να βρει αλλού στεγνή δουλιά. Τι να της κάνει ο γιατρός, όση κι αν έχει διάθεση να τη βοηθήσει; Της δίνει χάπια που πέφτουν βαρίδια στο στομάχι - μακάρι να 'ταν στο χέρι του να τ' αλαφρύνει - και... έξω από την πόρτα! Η διάγνωση γίνεται ...στο πόδι, είναι πολλοί πίσω που περιμένουν να μπουν, καθένας με τον πόνο του.

Αντίκρυ από το ΙΚΑ απλώνεται μια πρασιά ως το ποτάμι κι όλοι αναρωτιούνται πώς έμεινε ακόμα ανεκμετάλλευτος αυτός ο χώρος, ιδιαίτερα τούτη την εποχή, την άνοιξη, που σε προσκαλούν κλείνοντάς σου το μάτι οι μαργαρίτες, που φτάνουν ένα μπόι και σε κάνουν να τον προσέξεις.

Ο απριλιάτικος ήλιος τις ραίνει με χρυσάφι και δυναμώνει την επιθυμία της Κατίνας για μια μικρή απόδραση από τον αγχώδη κόσμο της αγοράς. Ξανάγινε ανέμελη παιδούλα μεμιάς και χώθηκε μες τ' αγριολούλουδα, όπως έκανε παλιά στ' όμορφο χωριό. Αυτή η πράσινη τούφα πήρε τεράστιες διαστάσεις μέσα της, έγινε μέγας δρυμός και την ξετρέλανε!

Αθεράπευτα ρομαντική και ονειροπαρμένη, παρ' όλη την καθημερινή πεζότητα του βίου, προχώρησε μέσα στις μαργαρίτες, που κάποιες τη φιλούσαν στο πρόσωπο κι έφτανε ως το ρέμα. Κάποτε κατέβαζε κι έχυνε στον Κηφισό τα νερά της Πεντέλης. Το καλοκαίρι ξεκουραζόταν κουκουλωμένο από ξερόκλαδα. Τώρα τρέχει ασταμάτητα στην κοίτη του ένα μαυροζούμι βρωμερό, που συγκεντρώνει από τις παρόχθιες φάμπρικες.

Ομως εκείνη δε βλέπει τίποτα, η φαντασία της εξωραΐζει τις ασχήμιες τούτη τη θεία ώρα. Ο νους της είναι αλλού, στα ζουζούνια που φιλάνε ερωτικά τ' αγριολούλουδα. Ο πόθος ξυπνάει μέσα της και εκφράζεται με το παράπονο: Να μην έχει έναν άντρα της προκοπής ν' αλληλοαγαπιούνται και να κάνουν έρωτα! Αναστέναξε κι έφερε σε τρομερά δύσκολη θέση το νεαρό που χωμένος στο πράσινο πρόσφερε σπονδή στη θεά Αφροδίτη! Παραλίγο να πέσει στο μισόγυμνο σώμα του. Αρχικά ήρθε στο σημείο αυτό από το γιαπί που δούλευε για την ικανοποίηση της σωματικής του ανάγκης και στη συνέχεια του ήρθε η όρεξη! Τον πέτυχε την ώρα που είχε σπασμούς και ασυγκράτητη ορμή. Θα 'θελε να γείρει πλάι του και ό,τι θέλει ας γίνει μα συγκρατήθηκε.

- Χάθηκαν οι γυναίκες, μαλάκα; Πρόκανε και του είπε πριν εκείνος το βάλει στα πόδια.

- Χαζοβιόλη, ξανάπε κι άφησε τη ματιά να παρακολουθεί το νεαρό μετανάστη ως τη στιγμή που έπιασε δουλιά στην ανεγειρόμενη οικοδομή. Χα, χα, χα! έκανε, και θα 'χει δυνάμεις τώρα να βγάλει τη δουλιά που τον περιμένει; Αχ αυτή η άνοιξη! Ρε συναπάντημα και τούτο; Συνέχισε να παραμιλά. Λες και βρίσκεται στην εποχή των παππούδων μας και πάσχει από γυναίκα τη στιγμή, που... τόσοι κήποι διψούν! Αλλά μήπως κι εγώ που είμαι παντρεμένη, έχω άντρα; Εκτός κι αν το... κάνει αλλού ο ξεφτίλας! Ρε το ταλαίπωρο παλικαράκι, ίσως αξιοποίησε το διάλειμμά του για κολατσιό... Ούτε τα βιβλία που διαβάζει δεν έχουν τέτοιες σκηνές. Θα τ' αφηγηθεί στον πελάτη της στο μαγαζί, το συγγραφέα, που πες, πες της άνοιξε την όρεξη για πνευματική τροφή. Του φυλάει φρέσκα ψαράκια συνήθως πετρόψαρα για σουπίτσα κι εκείνος την προμηθεύει βιβλία δικά του και ξένα και βρίσκει το χρόνο και τα ρουφάει γρήγορα. Κάποιες φορές νιώθει έτσι, που της έρχεται να του φιλήσει το χέρι με σεβασμό, όπως έκανε παιδί στους παπάδες. Κι εκείνος όμως δείχνει βαθιά ικανοποίηση, επειδή, ο σπόρος που ρίχνει στην άσπρη έρημο του χαρτιού κάποτε φυτρώνει. Δεν πάει ολότελα χαμένος, όπως εκείνος του νεαρού! Κάτι μένει στο νου και την ψυχή όσων αφήσουν τη ματιά να περιπλανηθεί στις χαρακιές του στυλό.

Λ.χ., πόσο θα 'θελε να 'γραφε κι αυτή ένα βιβλίο που μέσα του να 'κλεινε ολάκερη την ταραγμένη ζωή της. Μόνο τον τίτλο έχει βρει, προς το παρόν, που είναι και η φίρμα του ψαράδικου: «ΑΙΓΑΙΟΝ ΠΕΛΑΓΟΣ»!

Καλό καλό και τ' αφεντικό αλλά είναι φορές που της ψήνει το ψάρι στα χείλη. Ούτε άντρα έχει τελικά ούτε δουλιά της προκοπής. Πρέπει κάποτε ν' αλλάξει και τον ένα και την άλλη.

Κάνει υπομονή για τα παιδιά. Και πρέπει ν' αγωνιστεί διπλά γι' αυτά σα μάνα και πατέρας για να μην καταλάβουν καμιά στέρηση ούτε υλική ούτε συναισθηματική.

Μάνα κουράγιο, ψιθύρισε μπαίνοντας στο μαγαζί που ήταν άνω - κάτω, λες και προηγήθηκε φουρτούνα. Ανθρωπος για όλες τις δουλιές το Κατινάκι, πρέπει να βάλει τάξη παντού, έστω κι αν βλαστημά όχι μόνο την τύχη της μα και κείνους που δημιουργούν την ακαταστασία.

Εχει το ελεύθερο να λέει ό,τι θέλει, αρκεί να προσέχει το μαγαζί και να μην κάνει απουσίες. Λογοκρισία δεν υπάρχει...


Του
Βαγγέλη ΜΗΝΙΩΤΗ




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org