ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Παρασκευή 9 Οχτώβρη 2015
Σελ. /20
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
ΣΕΒ
Αντεργατική «σταθεροποίηση» με στρατηγική το μνημόνιο

«Οπως κατέδειξε και η συζήτηση στη Βουλή για τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης, η κυβέρνηση "επενδύει" στην αναδιάρθρωση του χρέους σε μια προσπάθεια μετριασμού του σοκ από την εφαρμογή των σκληρών υφεσιακών μέτρων της συμφωνίας». Αυτό τονίζει ο ΣΕΒ στο εβδομαδιαίο δελτίο για την ελληνική οικονομία, με το χαρακτηριστικό τίτλο «Να ξεμπερδεύουμε (στ' αλήθεια) με το παλιό»...

Από τη σκοπιά του κεφαλαίου, σε ρόλο συμβούλου της κυβέρνησης και του αστικού πολιτικού προσωπικού, και ταυτόχρονα προβάλλοντας τις δικές τους αντεργατικές απαιτήσεις από την κυβέρνηση, οι Ελληνες βιομήχανοι «υπενθυμίζουν» πως «δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει πραγματική προσαρμογή χωρίς μείωση εισοδημάτων και απασχόλησης». Επιπλέον, σημειώνουν: «Εξυπακούεται, βεβαίως, ότι δεν πρόκειται να γίνει καμία αναδιάρθρωση χρέους, εάν πρώτα δεν υπάρξουν δείγματα γραφής όσον αφορά στην υλοποίηση του προγράμματος». Περνώντας «στο ψητό», που βέβαια αφορά στο ζήτημα της ανάκαμψης του κεφαλαίου και των κερδοφόρων επενδύσεων, τονίζουν: «Τυχόν υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων προσχηματικά ή a la carte, δεν θα μας οδηγήσει σε κάποιο νέο αναπτυξιακό πρότυπο, όπου οι μισθοί, τα κέρδη και η απασχόληση είναι αποτέλεσμα της ελεύθερης ιδιωτικής παραγωγικής διαδικασίας και όχι της κρατικής αναδιανομής εισοδημάτων και πλούτου».

Σε πρώτο πλάνο τα Εργασιακά

Σε αυτό το πλαίσιο, προβάλλοντας ότι τα παραπάνω οδηγούν «στη διαιώνιση του παλιού αναπτυξιακού προτύπου, της προστασίας κλάδων από τον διεθνή ανταγωνισμό, της κρατικοδίαιτης επιχειρηματικότητας, των απαρχαιωμένων μορφών συντεχνιακής κοινωνικής οργάνωσης», ζητήματα που οι «διαρθρωτικές αλλαγές που προβλέπει η συμφωνία προσπαθούν να θεραπεύσουν», σύμφωνα με τον ΣΕΒ, βάζουν οι βιομήχανοι στην αντιλαϊκή ατζέντα τόσο το ζήτημα των εργασιακών σχέσεων, όσο και το νέο ρόλο του κράτους.

Την ίδια ώρα, επισημαίνουν πως η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε «πορεία δυνητικής σταθεροποίησης», που έχει ως όρο και προϋπόθεση την πλήρη και έγκαιρη εφαρμογή του μνημονίου και των αντιλαϊκών μέτρων που περιέχονται σε αυτό.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο ΣΕΒ θέτει τους παρακάτω άξονες:

-- «Επιτυχημένη» ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης.

-- Ανακεφαλαιοποίηση τραπεζών με τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα.

-- Σταδιακή επιστροφή των καταθέσεων στο τραπεζικό σύστημα.

-- Να αντιμετωπιστεί με «ταχύτατες διαδικασίες το απόθεμα των προβληματικών με την πώλησή τους στην αγορά, όπως προβλέπει το μνημόνιο».

-- Αρση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων.

-- Επιτυχής ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης (Φλεβάρης 2016).

-- Επιτυχής διαπραγμάτευση για την «ελάφρυνση» του κρατικού χρέους, που θα «επιτρέψει στο ΔΝΤ να συμμετάσχει στη χρηματοδότηση του προγράμματος».

-- Συνθήκες επανόδου του κράτους για δάνεια από τις «αγορές», που βέβαια έχει ως προϋπόθεση την εφαρμογή των αντιλαϊκών μέτρων.

Με το βλέμμα στις κρατικές ενισχύσεις

Τις προτάσεις της για το νέο «αναπτυξιακό νόμο» δημοσιοποίησε η Κεντρική Ενωση Επιμελητηρίων Ελλάδος, στο πλαίσιο της «δημόσιας διαβούλευσης» του υπουργείου Οικονομίας.

Ανάμεσα σε άλλα προτείνει:

-- Δωρεάν παροχή από το Δημόσιο χρηματικού ποσού για την κάλυψη τμήματος των ενισχυόμενων δαπανών.

-- Επιδότηση των τόκων για τραπεζικά δάνεια.

-- Ενίσχυση της φορολογικής απαλλαγής.

-- Αναθεώρηση του «Χάρτη Περιφερειακών Ενισχύσεων», ο οποίος έχει τεθεί σε ισχύ από το 2014, καθώς έχει επέλθει σοβαρή μείωση των ανώτατων ποσοστών ενίσχυσης σε σχέση με το προηγούμενο καθεστώς ενίσχυσης. Προτείνεται η αύξηση των ποσοστών ενίσχυσης στο σύνολο της επικράτειας μέσω αναθεώρησης του ΧΠΕ.

-- Να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στο ποσοστό κάλυψης της επένδυσης, από την «ίδια συμμετοχή» (κεφάλαια που θα συνεισφέρουν οι επιχειρηματίες).

-- Αρση του περιορισμού που αφορούσε στη μείωση του ποσοστού ενίσχυσης για επενδυτικά σχέδια πάνω από 20 εκατ. ευρώ.

-- Να προβλεφθεί η διατήρηση των μεγάλων επιχειρήσεων στο πλαίσιο ενίσχυσης.

-- Δυνατότητα προκαταβολικής πληρωμής της επιχορήγησης στο 100%.

ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΑ...
Το μοίρασμα της φτώχειας

Σύμφωνα με τα (υποτιμημένα) στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας (ΕΛΣΤΑΤ), περισσότεροι από ένας στους πέντε κάτοικους της Ελλάδας (21,5%) στερούνται βασικά υλικά αγαθά και υπηρεσίες. Για τα παιδιά ηλικίας έως 17 ετών, το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 23,8%. Σημειωτέον, στα «αγαθά» που υπολογίζει η ελληνική και η ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία, δεν περιλαμβάνεται η δυνατότητα πρόσβασης σε υπηρεσίες Υγείας, Παιδείας και Πολιτισμού.

Σύμφωνα, επίσης, με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το ποσοστό του πληθυσμού που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, φτάνει το 36%! Να σημειωθεί ότι το «κατώφλι» της φτώχειας ορίζεται στα 4.608 ευρώ ανά άτομο και σε 9.677 ευρώ για μια τετραμελή οικογένεια, με παιδιά μικρότερα των 14 ετών. Είναι προφανές ότι τα όρια αυτά είναι εντελώς αναντίστοιχα της σκληρής πραγματικότητας που βιώνει η συντριπτική πλειοψηφία των λαϊκών νοικοκυριών, ακόμα κι αν στατιστικά δεν κατατάσσονται σ' αυτά που κινδυνεύουν απ' τη φτώχεια.

***

Πώς στέκεται, όμως, η κυβέρνηση απέναντι σ' αυτή την πραγματικότητα, που χαρακτηρίζει τον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης και οξύνεται σε συνθήκες κρίσης; Μόλις προχτές, η αρμόδια αναπληρώτρια υπουργός εξήγγειλε στη Βουλή ένα μεγαλόπνοο πρόγραμμα διαχείρισης της φτώχειας, συμβατό βέβαια με τις κατευθύνσεις της ΕΕ και στα χνάρια των προγραμμάτων που συνέταξαν και εφάρμοσαν με τον ίδιο σκοπό οι προηγούμενες κυβερνήσεις.

Η υπουργός, χρησιμοποιώντας τον όρο «ανθρωπιστική κρίση», που συσκοτίζει συνειδητά το χαρακτήρα της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης και τις συνέπειες που έχει η αντιλαϊκή διαχείριση για το ξεπέρασμά της προς όφελος του κεφαλαίου, υπεραμύνθηκε του νόμου που έφερε στη Βουλή η κυβέρνηση τον περασμένο Απρίλη, με τον οποίο διέθεσε 200 εκατομμύρια ευρώ για όσους βρίσκονται στα όρια της φτώχειας!

Ακόμα, όμως, και με τη δική τους στατιστική, αν αναλογιστεί κανείς ότι αυτά τα 200 εκατομμύρια απευθύνονται στο 36% του πληθυσμού που «φλερτάρει» με τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό, αντιλαμβάνεται τα ψίχουλα που πάει να μοιράσει η κυβέρνηση σε 3.884.700 άτομα, τα οποία ανήκουν σε αυτή τη στατιστική κατηγορία.

Και δεν είναι μόνο αυτό. Την ίδια ώρα που η κυβέρνηση κάνει το χουβαρντά με τα 200 εκατ. ευρώ για τη διαχείριση της φτώχειας, σκοπεύει με βάση το μνημόνιο να αφαιρεί περίπου 900 εκατ. ευρώ από την Πρόνοια κάθε χρόνο, μειώνοντας κατακόρυφα τις δαπάνες από τον κρατικό προϋπολογισμό.

***

Το ζήτημα δεν είναι, όμως, μόνο «ποσοτικό». Ο τρόπος με τον οποίο οι κυβερνήσεις του κεφαλαίου διαχειρίζονται τη φτώχεια, υπηρετεί πολλαπλούς σκοπούς. Ενας από αυτούς είναι να τελειώνει το αστικό κράτος με τα ψήγματα των όποιων κοινωνικών επιδομάτων και παροχών έχουν απομείνει. Αυτό τον παράπλευρο στόχο υπηρετεί, για παράδειγμα, το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, το οποίο η κυβέρνηση επαναφέρει με άλλη ονομασία, αλλά με ακόμα πιο αντιδραστικό περιεχόμενο.

Στην πραγματικότητα, όπως γράφαμε και με αφορμή την πιλοτική εφαρμογή του μέτρου από την προηγούμενη κυβέρνηση, στόχος είναι να θεσμοθετηθεί ένα εισοδηματικό όριο αποτροπής της στατιστικής (και όχι βέβαια της πραγματικής) φτώχειας κι εκεί να τελειώνει ο ρόλος του κράτους στη στήριξη των πιο αδύναμων.

Αυτό προωθεί και η νέα κυβέρνηση, καθώς το ...μεταλλαγμένο ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα που λανσάρει, θα αποτελέσει «ομπρέλα» για κάθε είδους παροχή από το κράτος, τους ιδιώτες, τις ΜΚΟ και πάει λέγοντας. Επομένως, πάνε περίπατο και τα ελάχιστα επιδόματα που απέμειναν να δίνονται στους πιο ανήμπορους.

***

Μπορεί πράγματι η σημερινή δύσκολη κατάσταση να έχει ρίξει χαμηλά την απαιτητικότητα των εργαζομένων και των άλλων λαϊκών στρωμάτων, μπορεί η κρίση να έχει συμβάλει στην υποχώρηση του κινήματος, ωστόσο η αποδοχή των σχεδιασμών της κυβέρνησης σημαίνει συμβιβασμός με τη φτώχεια και διαιώνισή της.

Γι' αυτό δεν αρκεί σήμερα τα συνδικάτα και οι άλλοι φορείς του κινήματος να εξαντλούνται απλά στην έμπρακτη έκφραση της αλληλεγγύης. Χρειάζεται ταυτόχρονα να αναδεικνύουν και να στοχοποιούν τις πραγματικές αιτίες της φτώχειας, να διεκδικούν ουσιαστικά μέτρα προστασίας των πιο εξαθλιωμένων, να βάζουν σ' αυτόν τον αγώνα και αυτούς που κινδυνεύουν περισσότερο από τη φτώχεια.

Προπάντων, όμως, αυτό που χρειάζεται, είναι να αποκτήσει το κίνημα αντικαπιταλιστικά - αντιμονοπωλιακά χαρακτηριστικά. Να βάλει στο στόχαστρο την πολιτική που παράγει και αναπαράγει τη φτώχεια, να παλέψει για την αποτροπή μέτρων που πολλαπλασιάζουν τους παράγοντες που την προκαλούν, να διεκδικήσει ανάκτηση των απωλειών, ικανοποίηση των σύγχρονων αναγκών. Στον άλλο δρόμο ανάπτυξης βρίσκεται το αντίδοτο για τη φτώχεια και όχι στα μαντζούνια που σερβίρουν οι κυβερνήσεις του κεφαλαίου, μοιράζοντας τη μιζέρια ανάμεσα στους φτωχούς και τους πάμπτωχους...


Χ. Π.




Τετρασέλιδα του «Ρ»
Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org