ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 6 Φλεβάρη 2005
Σελ. /24
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
Διά χειρός ενός «ποιητή»

«Δεν είμαι ούτε σχεδιαστής, ούτε γλύπτης. Πολύ περισσότερο δεν είμαι συγγραφέας. Είμαι ο Κυριάκος Ρόκος, ένας παρορμητικός άνθρωπος, που με την ίδια αγάπη θα καθίσει να φτιάξει ένα τραπέζι ή θα κολλήσει τα παπούτσια του όταν τρυπήσουν...». Ο λόγος στον Κυριάκο Ρόκο, το σημαντικό μας εικαστικό δημιουργό, που παρουσιάζει αυτές τις μέρες έργα του στην γκαλερί «έκφραση - γιάννα γραμματοπούλου» (Βαλαωρίτου 9α). Μία ξεχωριστή έκθεση στην οποία «31 σχέδια και 1 γλυπτό ζητούν ποιητή». Αυτός είναι και ο τίτλος του βιβλίου που κυκλοφορεί παράλληλα. Προκαλώντας μας σε «υπόγειες διαδρομές» ο Κ. Ρόκος απλώνει μπροστά μας, όλα όσα κουβαλάει ο καθένας μας, μέσα του. Μας προσκαλεί να ξαναβρούμε, μαζί μ' εκείνον, τα χαμένα μας όνειρα, τον κόσμο μας.

Δεύτερη φορά

Είναι η δεύτερη φορά που ο γνωστός δημιουργός εκθέτει σχέδια. Προηγήθηκαν τα «Ταξίδια με στυλό διαρκείας», ένα σχεδιαστικό ημερολόγιο που ξεκινούσε από το 1971 και κατέληγε στη δεκαετία του '90. Στην τωρινή έκθεση παρουσιάζονται σχέδια μεγάλων διαστάσεων (120 Χ 80 εκ.), τα οποία αποτελούν καταγραφή καταστάσεων εσωτερικών και εξωτερικών. Φιλοτεχνήθηκαν, όπως και το μοναδικό γλυπτό που εκτίθεται παράλληλα, με αναδρομές και ερεθίσματα που υπήρχαν και συνεχίζουν να υπάρχουν.

Ο μικρός Αλί, από τον πόλεμο στο Ιράκ
Ο μικρός Αλί, από τον πόλεμο στο Ιράκ
«Τα ερεθίσματα αυτά εξακολουθούν, τα κουβαλάω και θα τα κουβαλάω για πάντα», μας λέει ο Κ. Ρόκος. Μερικές από τις «στιγμές» που τον έχουν σημαδέψει είναι τα γεγονότα της 11ης Σεπτέμβρη στη Νέα Υόρκη, ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία και στο Ιράκ. «Είχα συγκλονιστεί με την εικόνα που είδαμε στην τηλεόραση από το κομμένο χέρι του μικρού παιδιού, στον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία. Ηταν οι "παράπλευρες απώλειες", ένα δείγμα από τις "έξυπνες" βόμβες των Αμερικάνων. Επίσης, με σημάδεψε η εικόνα του μικρού Αλί, στον πόλεμο του Ιράκ».

Η συνάντησή του με τον ποιητή Μίλτο Σαχτούρη, «γέννησε» το σχέδιο που αναφέρεται σ' αυτόν, ενώ η φιλία και η εκτίμηση για τον Μάνο Ελευθερίου, τον Γιάννη Χ. Παπαϊωάννου και το συνθέτη Χρήστο Λεοντή, στάθηκαν η αφορμή για τα τρία, αφιερωμένα σ' αυτούς, έργα. «Είναι από τους ανθρώπους που σε νιώθουν. Δεν έχουν διαβάσει κείμενα περί τέχνης. Αλλά όπως σχεδιάζω και κάνω γλυπτική, έτσι μιλούν και αυτοί για τη δουλιά μου, με τον τρόπο το δικό τους, τον τρόπο που εκείνοι ξέρουν. Αυτό είναι που μου αρέσει. Τα άλλα σχέδια είναι προσωπικά βιώματα που δεν ξεπερνιούνται. Προσωπικά βιώματα του καθένα μας, όπως το φεγγάρι της Μονεμβασιάς που το έχουμε ζήσει όλοι, ή τις ανατολές και τις δύσεις του ήλιου, που μπορούμε και τις βλέπουμε όλοι και αισθανόμαστε την ανάγκη να πούμε "Αν ήμουν ζωγράφος, αν ήμουν ποιητής, αν ήμουν μουσικός θα έγραφα κάτι γι' αυτό το μεγαλειώδες θέαμα που βλέπω"».

Πολύτιμα πετράδια

Οπως σημειώνει στο βιβλίο του: «Ποτέ μου δε συνάντησα άνθρωπο/ που να έπεσε πάνω σε ηλιοβασίλεμα/ και να μην κοντοστάθηκε έστω και για μια στιγμή.../ Που να σηκώθηκε απ' τα μάτια του το φεγγάρι/ και να μη χαράχτηκε το χαμόγελό του στον ουρανό!/ Που να βρέθηκε κάτω από το θόλο των αστεριών/ και να μην ένιωσε, το πόσο ασήμαντος και μόνος είναι!/ Που να αγάπησε και να μην έκλαψε!/ Που να πόνεσε και να μην είπε "γιατί";/ Δεν είναι τα κοινά σημεία επαφής διαφορετικών κόσμων;/ Θεϊκά δώρα, για όλους, τα πολύτιμα πετράδια/ που μεγαλώνουν με το πέρασμα των χρόνων μας!».

Σχέδιο αφιερωμένο στον Μ. Σαχτούρη
Σχέδιο αφιερωμένο στον Μ. Σαχτούρη
Ο Κ. Ρόκος σχεδιάζει «από ανάγκη εξωτερίκευσης των, τελικά, κοινών μας καταστάσεων. Δε με ενδιαφέρει να ακούσω "ωραία είναι", αλλά το, "αν μπορούσα, αυτό θα 'βγαζα από μέσα μου, αυτό που δε θέλω να ξεχάσω ποτέ". Ταυτόχρονα, όμως, μ' αυτήν την έκθεση προκαλώ το θεατή σε μια δημιουργική ανταπόκριση, λέγοντάς του "μπορείς και εσύ να χαράξεις δυο - τρεις μυστικές κουβέντες κοιτάζοντάς σε". Σχεδιάζω, ως καταγραφέας, αλλά και συνένοχος και συμπάσχων, ευτυχισμένων, σοβαρών, θλιβερών και ανοήτων επιλογών της εποχής μας. Σε καμιά περίπτωση δεν κάνω τέχνη για την τέχνη, γιατί μ' αρέσει να τραγουδάω, με τον τρόπο μου, τους σημερινούς μας καημούς, σφουγγίζοντας καθημερινά τα ματάκια μου απ' τη στάχτη που την είπανε παγκοσμιοποίηση».

«Ο θεατής, βλέποντας τα έργα μου, αισθάνεται ότι δεν τον κοροϊδεύω, ότι δεν του λέω ψέματα. Αυτό είναι κάτι που πήρα από τον παππού μου τον κομμουνιστή και από τον πατέρα μου, που ήταν συγκαταβατικά σιωπηρός σε οτιδήποτε έκανα. Και οι δυο αυτοί άνθρωποι πέθαναν με το μέτωπο καθαρό. Γιατί δεν είπαν ποτέ ψέματα. Και αυτό το κουβαλάω. Δουλεύω έτσι, γιατί έτσι μου βγαίνει. Δε με ενδιαφέρει να με χαρακτηρίσουν πρωτοπόρο. Δε με ενδιαφέρει να ανοίξω περιοδικά να δω τι είναι σύγχρονο για να το παρουσιάσω εδώ. Για μένα σύγχρονος είναι αυτός που ζει στην εποχή του, που μπορεί και "μυρίζεται" το τι συμβαίνει γύρω του, που μπορεί να καταγγείλει οτιδήποτε θέλει, γιατί αυτός δεν έχει κάνει κάτι παρόμοιο "μικρό" στη ζωή του».

«Οταν σχεδιάζω δε σκέφτομαι τι θα σχεδιάσω ή πώς θα το σχεδιάσω. Αν μπορούσαμε να φανταστούμε να έχει η ψυχή ένα χέρι και να γράφει, έτσι σχεδιάζω και κάνω γλυπτική. Δεν κάνω τέχνη για την τέχνη, εγκεφαλικά. Αισθάνομαι κάτι και θέλω να το αποτυπώσω. Αν δεν αποτυπώνεται ούτε με σχέδιο, ούτε με γλυπτική, κάθομαι και το γράφω. Τώρα ετοιμάζω το νέο βιβλίο μου, που έχει τίτλο "Η πεταλούδα του Ινσενμπορν"».



Η. ΜΟΡΤΟΓΛΟΥ


Δύο ξεχωριστοί δρόμοι

Για τον Κ. Ρόκο το σχέδιο και η γλυπτική είναι δύο ξεχωριστοί δρόμοι. Ο τρίτος είναι το γράψιμο, χωρίς όμως να θεωρεί ότι έχει σχέση με συγγραφέα. «Είναι τρεις ανεξάρτητοι δρόμοι. Στη γλυπτική μου δε χρησιμοποιώ σχέδιο. Δουλεύω κατευθείαν το υλικό, που θα ψάξω και θα το βρω εγώ. Οταν βλέπω κάποιο υλικό, είναι "σα να μου κλείνει το μάτι", σα να με καλεί να το πάρω. Οταν δούλεψα στο συμπόσιο γλυπτικής στο Διόνυσο, βρήκα αφημένο έναν τεράστιο όγκο, που θα γινόταν άμμος. Ενα κουφάρι που προοριζόταν για χαλίκι. Αυτός ο όγκος, αν και ήταν μέσα στο δάσος, φωτιζόταν από τον ήλιο και έλαμπε σα διαμάντι. Ηταν από μόνος του ένα έργο τέχνης, από τον τρόπο που το φως έπεφτε πάνω του. Αισθάνθηκα "να μου κλείνει το μάτι". Οι επεμβάσεις που έκανα, έγιναν σεβόμενος αυτό που μου έδινε το υλικό. Δε γίνονται συνειδητά. Από μόνος του ο βράχος σου βγάζει αυτά τα πράγματα».

Στα παρουσιαζόμενα έργα, γράμματα, μικρές λέξεις και φράσεις στο πάνω ή στο κάτω μέρος του τελάρου, συνοδεύουν το σχέδιο. Ολα τα έργα είναι στις ίδιες διαστάσεις. Το ένα δίπλα στο άλλο, ξεδιπλώνονται μπροστά μας σαν φιλμ μιας φωτογραφικής μηχανής. Ενας φωτογραφικός φακός, με τον οποίο απαθανατίζεται «αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας», όπου όλα είναι ένα, ανήκουν στο ίδιο φιλμ, και όλα είναι ξεχωριστά. «Ενα άλλο "κουσούρι" που έχω, είναι ότι είμαι παραμυθάς. Την ώρα που δουλεύω ανοίγω ένα διάλογο με το σχέδιο ή την πέτρα και ξεδιπλώνω την ιστορία μου. Είναι η πραγματικότητα. Είναι όλων η πραγματικότητα, γιατί είμαστε όλοι άνθρωποι».

Το μοναδικό γλυπτό (ξύλο), που εκτίθεται, είναι η «γέφυρα» των παρουσιαζόμενων σχεδίων με τη γλυπτική του Κ. Ρόκου. Και σε αυτό, όπως σε όλα σχεδόν τα έργα του, υπάρχει το κλειδί, το οποίο «ξεκλειδώνει» τις μαγικές «διαδρομές» του και τις εξιστορήσεις του.

Αφιερωμένη στο δάσκαλό μου

Η ενδιαφέρουσα αυτή έκθεση αφιερώνεται στο δάσκαλό του, τον Γιάννη Παππά, το μεγάλο Ελληνα γλύπτη που «έφυγε» από κοντά μας πριν λίγες μέρες στα 93 του χρόνια. «Μ' όλες τις ιδεολογικές αντιθέσεις που είχαμε, ο Γ. Παππάς κατάφερε να μας μεταφέρει πράγματα που μόνοι μας δε θα μπορούσαμε να τα αποκτήσουμε ή θα τα αποκτούσαμε μετά από πολλά χρόνια και πολλούς κόπους. Ηταν ο άνθρωπος που μας έμαθε τους μεγάλους γλύπτες, τους μεγάλους συγγραφείς, τους μεγάλους ποιητές, μεταφράζοντας ο ίδιος κείμενα μέχρι την τελευταία του στιγμή. Οι περισσότεροι ενεργοί τωρινοί γλύπτες της χώρας μας υπήρξαν μαθητές του. Ποτέ δε μας μετέφερε την ιδεολογία του. Πάντα κρατούσε την προσωπικότητα του κάθε ενός μας και βάδιζε ανάλογα με το τι ήταν ο καθένας μας πάνω στη δουλιά. Για τη σημαντική του προσφορά, η πολιτεία δεν κατάφερε να τον ξεπροβοδίσει όπως του έπρεπε. Στην κηδεία του δεν παρευρέθηκε κανένας από τις εξουσίες που περάσανε ή που υπάρχουν τώρα. "Εφυγε", συνοδευόμενος μόνο από την οικογένειά του και τους μαθητές του που κρατήσαμε το φέρετρό του...».

«Για μένα, ο Γ. Παππάς, ήταν ο άνθρωπος που με βοήθησε να "ξεκαβαλικέψω το καλάμι". Στο προπαρασκευαστικό τμήμα της ΑΣΚΤ, πληρώναμε δίδακτρα. Αναγκαζόμουν να δουλεύω για να έχω τα χρήματα των διδάκτρων. Από το σπίτι μου δε με άφηναν να πάω στη Σχολή Καλών Τεχνών. Οταν κάποια στιγμή είδε ο δάσκαλος ότι έπεφτε η δουλιά μου, με ρώτησε τι μου συμβαίνει. Του είπα ότι αναγκαζόμουν να δουλεύω. Τότε, προσφέρθηκε να μου πληρώνει εκείνος τα δίδακτρα για να συνεχίσω».

«Ετυχε να μπω πρώτος στη Σχολή. Επειδή σε όλη την προηγούμενη ζωή μου ήμουν ο τελευταίος, ο πιο κακός από τους κακούς μαθητές που υπήρχαν, "καβάλησα το καλάμι". Η έπαρσή μου μεγάλωσε ακόμη περισσότερο, όταν στο πρώτο έτος είπε σε μένα και στον Μπάμπη Κρητικό πως μας θέλει για βοηθούς του στο εργαστήριό του. Περίμενα πότε θα ξημερώσει για να πάω στο ατελιέ του να δουλέψω. Μόλις έφτασα εκεί "καβάλα στο καλάμι μου", περίμενα να μου πει να ανέβω στη σκαλωσιά και να αρχίσω τη δουλιά μαζί του. Αντί γι' αυτό, μου έδωσε μια σκούπα στα χέρια και μου είπε να σκουπίσω. Επί έξι μήνες εγώ και ο Μπάμπης σκουπίζαμε το εργαστήριό του. Από τότε "ξεκαβαλίκεψα το καλάμι" και αυτό του το χρωστάω».


Τι να γράψω!

Οπως κάθε εβδομάδα, έτσι και σήμερα, που είναι Τετάρτη, κάθισα μπροστά στον προσωπικό μου «εφιάλτη», τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, δηλαδή, και άρχισα να σκέφτομαι τι να γράψω. Για ποιο θέμα; Να γράψω για τους αγρότες που άφησαν τα χωράφια και τα ζεστά καφενεία τους και πήραν τις Εθνικές Οδούς, τις παρακαμπτήριες, τα διάσελα και τα καταράχια για να πούνε τον πόνο τους; Να γράψω για τους παπάδες που αφήσανε τα πετραχήλια τους και τα θυμιατά πάνω στην «άγια τράπεζα» και γυρνάνε δεξιά και αριστερά δηλώνοντας και παραδηλώνοντας πως είναι αθώοι «του αίματος τούτου», λες και πρέπει να το δηλώσουν για να είναι και στην πραγματικότητα; Κι όμως ξέρουμε πως δεν είναι, και καλά θα κάνουν να ξαναπιάσουν τα θυμιατά, να φορέσουν και τα πετραχήλια για να κάνουν, έστω, αυτό για το οποίο πληρώνονται και όχι αυτό που, οι πιο πολύ από αυτούς, δεν το πιστεύουν.

Να γράψω για τους κατήδες που ξέχασαν τους όρκους τους μέσα σε πονηρά και άνομα κλειδωμένα συρτάρια και πήρανε το δρόμο «των κλεφτών και των καπεταναραίων», που λέει και το δημοτικό μας τραγούδι, αυτοί που είναι ταγμένοι να φυλάνε το νόμο, λέει, και να αποδίδουν το δίκιο, όπου χιλιάδες και χιλιάδες έχασαν τη ζωή τους στις φυλακές και στα ξερονήσια, ντουφεκισμένοι μπροστά σε αφιλόξενους τοίχους, ξεχασμένοι σε κορφές και σε χαράδρες, με το ανώφελο όπλο τους σφιγμένο ανάμεσα σε κουρασμένα γόνατα; Να γράψω για γιατρούς που διαπραγματεύονται ζωές αρρώστων δίπλα σε χειρουργικά κρεβάτια, για δασκάλους που αντί να μαθαίνουν πουλάνε; Να γράψω, αλήθεια, για εμπόρους που νοθεύουν, για στρατηγούς που χειροκροτούνε το θάνατο, για πολιτικούς που εμπορεύονται την εξουσία, για δημοσιογράφους που μαγειρεύουν την είδηση στο όνομα της ακροαματικότητας; Να γράψω για τις Ξανθιές κυρίες που χτίζουν πανάθλια πρότυπα ζωής και γλώσσας, αισθητικής και φτηνής ευφυΐας μπροστά στα περίεργα μάτια ανύποπτων και φριχτά παγιδευμένων θεατών; Να γράψω γι' αυτούς και γι' αυτές που λικνίζονται μπροστά σε πουλημένα μικρόφωνα, παριστάνοντας τραγουδιστές και ελεεινούς τροβαδούρους, με δανεικές φωνές και μορφασμούς αξιολύπητων πιθήκων, για τα τσογλάνια, αγγλιστί «χούλιγκαν», που προπηλακίζονται έξω από τα γήπεδα, διαλαλώντας το ανυπέρβλητο κάλλος του αθλητικού μας πολιτισμού;

Να γράψω για τις ελληνικές αρχαιότητες που παίρνουν κι αυτές, όπου να 'ναι, το δρόμο για τον πάγκο της παγκόσμιας λαϊκής αγοράς, όσες, φυσικά, δε στενάζουν αζήτητες και ξεχασμένες μέσα στην πολύχρωμη ελληνική χλωρίδα, θύματα κι αυτές του εφιάλτη της ανταγωνιστικότητας, μια και δεν είναι σε θέση να τον αντέξουν, γιατί άλλο να βάζεις γκολ και άλλο να βγάζεις μέσα από τη γη αγάλματα και αγγεία!

Κι έτσι που αναρωτιόμουνα και έψαχνα απελπισμένος να βρω ένα θέμα και να γεμίσω την κυριακάτικη στήλη μου, πέρασε η ιδέα από το μυαλό μου: να μη γράψω για τίποτε. Να σωπάσω, δηλαδή. Να κλείσω τον ηλεκτρονικό μου σύντροφο και να ξαπλωθώ στη μαλακή πολυθρόνα μου μπροστά στο εφιαλτικό μάτι του τηλεοπτικού μου Πολύφημου. Ν' ανοίξω και την αθλητική μου εφημερίδα, να γεμίσω και το προσωπικό μου μπολ με ζεστά «ξηροκάρπια», που λέει και μια διαφήμιση, το κρυστάλλινο, προσωπικό μου ποτήρι με το νοθευμένο, προσωπικό μου ουίσκι και να ησυχάσω. Να ονειρευτώ τον παράδεισο μιας ζωής που δεν κατάφερα να τη ζήσω, όπως την ονειρεύτηκα. Να ησυχάσω και γω σαν τον ιδανικό και ανάξιο εραστή του Νίκου του Καββαδία. Μα φώναξα, με όση δύναμη μου απόμεινε ΟΧΙ. Και θυμήθηκα ακόμα μια φορά το παράπονο του Γκερέμ «Αν δεν καώ εγώ, αν δεν καείς εσύ», ή κάπως έτσι. Οχι.


Του
Γιώργου ΧΟΥΡΜΟΥΖΙΑΔΗ




Διαβάστε στο «Ρ»

Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org