ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 4 Γενάρη 2004
Σελ. /24
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΔΙΗΓΗΜΑ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ Της Ελένης ΧΩΡΕΑΝΘΗ

Γεννήθηκε στην Αγ. Βαρβάρα Τριχωνίδας Αιτω/νίας το 1936. Ασχολείται με την ποίηση, πεζογραφία, δοκίμιο, διασκευή αρχαιοελληνικών κειμένων, παρουσίαση βιβλίων και παρεμβάσεις λογοτεχνικού, κοινωνικού, πολιτικού και παιδαγωγικού προβληματισμού. Κείμενά της έχουν συμπεριληφθεί στα βιβλία του Δημοτικού «Η Γλώσσα μου». Είναι τακτικό μέλος του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου. Εχει τιμηθεί με το πρώτο βραβείο Μάρκου Αυγέρη από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών και από το Δήμο Μεσολογγίου για το ιστορικό μυθιστόρημα «Μεσολόγγι, Η πολιτεία του νερού».


Ο καλόγερος

Γρηγοριάδης Κώστας

Καλόγερο τον έλεγαν από τότε που πήγε να καλογερέψει στ' Αγιον Ορος. Μα δεν την άντεξε την καλογερική. Δεν έμεινε στην κοινωνία των αγάμων. Κι όταν βρέθηκε στο δίλημμα να διαλέξει ανάμεσα στην προίκα της Αστέρως και στην ομορφιά της Βλαλιώς, δεν δίστασε να θυσιάσει την προίκα με την ίδια ευκολία που είχε θυσιάσει και την καλογερική χάριν των εγκοσμίων, έστω και απατηλών. Κράτησε όμως από την καλογερική κάποιες συνήθειες, που αποδείχτηκαν χρήσιμες στην υπόλοιπη πορεία της ζωής του, όπως για παράδειγμα, την εγκράτεια περί το σεξουαλικόν.

Ομορφη, δροσερή η Βλαλιώ, άσπρη σαν το γάλα, μήλο ροδοκόκκινο το μάγουλο, αφράτη, τρυφερή και γεματούλα, δεν είναι δυνατόν να μην ήταν καρπερή. Οπως κι εκείνος. Εμειναν όμως στα δυο παιδιά. Ο κόσμος έλεγε πως ήταν από την πολλή νηστεία. Νήστευαν τις Τετράδες, τις Παρασκευάδες, των Αγίων Αποστόλων, όλο το Δεκαπενταύγουστο, το Σαραντάμερο και τη Μεγάλη, βέβαια, Σαρακοστή που νήστευε όλος ο κόσμος, πλούσιοι και φτωχοί, χορτασμένοι και νηστικοί. Οι γυναίκες τότε γεννοβολούσαν, παιδιά να ιδούν τα μάτια σου, όσο πιο φτωχοί, τόσο πιο πολλά παιδιά τούς έδινε ο Θεός, «δοξασμένο το όνομά του, χίλιες δόξες να 'χει!». Οπως οι γάτες κι οι κουνέλες γεννούσαν οι γυναίκες. Κι ο Χάρος θέριζε αγάντα.

Ο κυρ Νώτης και η Βλαλιώ απόχτησαν μόνο μια τσούπα, την Ασήμω, κι ένα «παιδί», τον Κώτσο. Και τα μοσχανάθρεψαν. Με του πουλιού το γάλα τα ανάθρεψαν. Μεγάλωσε, μέστωσε η Ασήμω, ήρθε στον καιρό της παντρειάς, αλλά παντρειά δεν στέριωνε με τα συμπεθεριά.

Ο κυρ Νώτης καλοστεκούμενος και φημισμένος για το έχει και τα ζωντανά του, δεν απελπιζόταν. Περίμενε υπομονετικά να ξεπεζέψει το αρχοντόπουλο. Οι ανύπαντρες αρραβωνιάζονταν, παντρεύονταν, όλες νοικοκυρεύονταν, και οι ανεπρόκοπες ακόμα, όλες παιδοκομούσαν, η δόλια η Ασήμω εκεί, απόμενε στο ράφι. Κανένας από τους γαμπρούς δεν άρεζε στον πατέρα. Ετρωγαν, έπιναν κατά το έθος οι προξενήτρες και οι προξενητάδες, μα κανένα προξενειό δεν στέριωνε.

Είδε κι απόειδε από τα πολλά κι απ' τις απανωτές αναποδιές η Ασήμω και πήρε την υπόθεση στα χέρια της, όταν της χαμογέλασε η τύχη. Μιας και ποθούσεν έρωτες και «ξινά» το παλικάρι, η Ασήμω δεν άφησε το πουλί να της φύγει από τα χέρια. Λογικεύτηκε, μπορεί και να παραλοΐστηκε, ποιος δίνει σημασία σ' αυτά ετούτες τις άραχλες τις ώρες, μαυρισμένο καθώς ήταν το μάτι της να δει κι εκείνη «δροσιά στο κορμί της», είπε:

«Ενας βρέθηκε να με λιμπιστεί κι έμενα, έ, ας πάει και το παλιάμπελο. Να τον περιφρονήσω, ένεκα που είναι μικρότερός μου και φτωχός; Αμ δε! Μ' αυτό το πλευρό να κοιμάστε όλοι!».

Και τους έβαλε όλους στον ύπνο. Μιλιά για το σχέδιο που μελετούσε. Εδενε φιόγκο στο πλάι το άσπρο μοσχομάντιλο στο ολόσγουρο κεφάλι, έζωνε πίσω τη μοσχοπλυμένη της μπροστοποδιά κι από πάνω τη μπέρτα, έπαιρνε το χαντζάρι και πού την έχανες, πού την άκουγες, στο λόγγο, πάνω στις κουμαριές και στα φελίκια, έκοβε κλαρί για τις κατσίκες. Ποιος να του πάει στο νου πως η Ασήμω είχεν έρωντα;

Μικρότερος απ' την Ασήμω ο Νίκος, άπηχτο σερνικό μυαλό, του γυάλισε η αρχοντοπούλα, τι σημασία είχαν τα λίγα χρόνια που τους χώριζαν! Ποιος ήξερε αριθμητική να λογαριάζει... Δροσερή και ροδομάγουλη η Ασήμω, ζουρλός πάνω στο ξύπνημα της σάρκας και στο χνούδι ο Νίκος, τον «τύλιξε» με τα μάγια του έρωτα!

Η Βλαλιώ, όσα πάνε κι όσα έρθουν. Εκανε και τα στραβά μάτια. Ο κυρ Νώτης με τις φοβέρες και τις απειλές και με το σταυρό στο χέρι. Είχε ήσυχο το κεφάλι του. Ολοι είχαν ένα λόγο να είναι ήσυχοι κι αμέτοχοι. Και η Ασήμω έπλεκε τα όνειρά της στις φανέλες του πατέρα της κι έγνεθε κι έστριβε με το αδράχτι τον καιρό, όπως της πήγαινε. Τύλιξε και τον έρωτά της μες στην μπέρτα, τον έχωσε κάτω απ' τη μοσχομύριστη λευκή μπροστοποδιά και μια νύχτα τρυφερή σαν το κορμί της, που άνθιζε ακόμα, ευώδαε και μοσχοβολούσε έρωτα και πόθο, μια νύχτα μαγική, αστροφώτιστη, χωρίς φεγγάρι, τράβηξε κατά κει, που άνοιγαν οι δρόμοι της καρδιάς της... Κλέφτηκαν.

Το γεγονός βγήκε στη φόρα, μικρό το χωριό, κακό χωριό τα λίγα σπίτια, βούιξε ο τόπος, πέρασε στα περίχωρα, γελούσε ο κόσμος, διασκέδασε με την αρχοντοπούλα, που ερωτεύτηκε έναν παρακατιανό. Επεσαν πάνω στον κυρ Νώτη τα σόγια, άλλος για συμβιβασμό, άλλος να ρίξει λάδι στη φωτιά, ανένδοτος, προσβλημένος κι αμετάπειστος. Δεν άντεχε το ρεζιλίκι, τη ντροπή...

«Δεν έχω δυχατέρα», έλεγε, «την έθαψα. Για μένα είναι πλέον νεκρή, αποθαμένη!».

Την ξέγραψε απ' τα κατάστιχα της καρδιάς του και για έναν καιρό την είχε κάμει «απόπαιδο». Κι ας έκλαιγε κι ας σπαρταρούσε η μάνα η δύστυχη. Κι ας τον ικέτευε.

«Θα του την πάρω πίσω και θα την παντρέψω για χήρα, αν... έφτασε στο απροχώρητο...» διατεινόταν. Κι αναθεμάτιζε την ώρα που την έσπειρε, μην ξέροντας «ποιος διάολος» θα τρύπωνε στον κόρφο του...

Πάνω στο μένος του λησμονούσε τις απαγορεύσεις κι όλους τους κανόνες της καλογερικής. Κι όμως, είναι βέβαιο πως έκλαιγε και θρηνούσε πάντα μέσα του. Ητανε άκακος από φυσικού του. Ποτέ δεν έβλαψε κανέναν, ούτε μυρμήγκι δεν πάτησε ποτέ του. Περίμενε να τελειώσει η «στράτα» τους για να περάσει. Και γλυκός σαν αγγελούδι με τα σγουρά του τα μαλλάκια απείραχτα ως τα ενενήντα τόσα του, που αποφάσισε ο Χάρος να τον πάρει...

Ωστόσο, η Ασήμω στεφανώθηκε το Νίκο με τις ευλογίες του παπά και με την παπαδιά κουμπάρα. Η πεθερά, η άλλη Βλαλιώ, την καλοδέχτηκε νυφούλα την Ασήμω, με την άσπρη της μαντίλα, σύμφωνα με τα ειωθότα. Την έρανε με ρύζι και αμύγδαλα και ζαχαράτα. Και η νύφη έσκυψε ταπεινά και φίλησε της πεθεράς της τη μοσχοπλυμένη φτέρνα, κι όλα καλά κι άξια από κει και πέρα.

Φανερά η κυρά Βλαλιώ υπόμενε το βάσανο της στέρησης. Στην αρχή βάσταξε χαρακτήρα του αντρού της.

Μα σαν ήρθε ο καρπός του έρωτα της Ασήμως, δεν άντεξε. Κρυφά κι απόκρυφα έστειλε στο γαμπρό όλο το βιος της κινητής περιουσίας που ανήκε στην Ασήμω και στο πρώτο τ' αγγονάκι της. Από νύχτα σε νύχτα, μόλις ο Νώτης άρχιζε το ροχαλητό απ' το πιοτί της πίκρας, εκείνη ξεπροβόδιζε τον Κώτσο μ' ένα μπόγο, πιο μεγάλο από το μπόι του, για το κονάκι της συμπεθέρας. Εκείνη δεν ήταν τόσο αυστηρών αρχών και «συμμάζεψε τα έρημα τα παιδιά», όπως άφηνε να διαρρέει, να το μαθαίνει ο πικραμένος και να πικραίνεται ακόμα.

«Εγώ, μαθές, έπραξα το καθήκο μου, κατά πώς θέλει κι ο παπάς», έλεγε. «Ο καθενής ας κάμει όπως τον βολεύει». Και καμάρωνε για τη νύφη της. «Δεν θ' αφήκω γω να γελάει ο πάσα ένας με τα μας...».

Χαρές και ξεφαντώματα τα πεθερικά της Ασήμως. Κι η γριά γριά, η μάνα του πεθερού, στα ογδόντα τόσα της, έκανε προφητείες κι έβλεπε οράματα.

«Αμα γεννάει γυναίκα, ραΐζουν τα βουνά!» έλεγε. Ξέσφιγγε τη μαύρη σκέπη της και κουνούσε το κεφάλι με πολλή περίσκεψη και γνώση περισσή.

Με τον καιρό μαλάκωσε ο κυρ Νώτης. Η Ασήμω με τον καλό της δημιούργησε μια τρανταχτή οικογένεια κι ας τον περνούσε κάμποσους Απριλομάηδες, χώρια οι χειμώνες και τα καλοκαίρια. Κι έζησαν ζωή χαρισάμενη.


Της
Ελένης ΧΩΡΕΑΝΘΗ




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org