ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 31 Μάρτη 2002
Σελ. /24
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΔΙΗΓΗΜΑ
Βιογραφικό της Τούλας ΜΠΟΥΤΟΥ

Η Τούλα Μπούτου γεννήθηκε στην Αθήνα. Ζει και εργάζεται στον Πειραιά. Είναι γιατρός - αναισθησιολόγος, με μια γόνιμη θητεία στην επιστήμη της. Ομως από πολύ μικρή ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία. Εγραψε ποίηση, διήγημα, θέατρο, μυθιστόρημα. Πολλά από τα έργα της βραβεύτηκαν και διακρίθηκαν σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, όπως του «Παρνασσού», «Λασκαρίδειο», «Εταιρείας Χριστιανικών Γραμμάτων», «Ελληνοφώνων της Κάτω Ιταλίας», «Γιατρών Λογοτεχνών» κ.ά. Στο έργο της πολύ συχνά κάνει την παρουσία της η «συναρπαστική ιατρονοσηλευτική ώρα», την οποία τόσο πολύ και έντονα έχει ζήσει η συγγραφέας μέσα στις αίθουσες των χειρουργείων και μέσα από τη ζωή του γιατρού.

Στο παιδικό βιβλίο έχει αναφερθεί με τη συλλογή παιδικών ποιημάτων «Τραγουδώντας με τη Λίνα» και με τα «Χρόνια της Καταχνιάς», μυθιστόρημα της κατοχής (έπαινος Χριστιανικών Γραμμάτων).

Είναι μέλος της Εθνικής Εταιρείας Λογοτεχνών. Αντιπρόεδρος της Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς. Μέλος της Εταιρείας Γιατρών Λογοτεχνών.


Η απόδραση

Γρηγοριάδης Κώστας

Αυτή τη φορά δεν υπήρχε έλεγχος κανένας, ούτε αργοπορία. Οι πόρτες άνοιγαν και περνούσαν στα γρήγορα. Ενας φρουρός τη συνόδευε.

- Από δω, στο γραφείο του κ. διευθυντή. Ορίστε, πέρασε!

Πέρασε από την ανοιχτή πόρτα σαν αλαφιασμένη. Ο διευθυντής, επιβλητικός πίσω από το γραφείο του. Καλημέρα. Κάθισε, είπε κι εκείνη σωριάστηκε σε μια πολυθρόνα.

- Είσαι η μάνα του Γιάννη Κορδελή; Ετσι; Η Μαρία Κορδελή;

Εγνεψε «ναι», είπε και μια ξέπνοη καλημέρα.

Ξέρεις τι έγινε! Δυστυχώς! Πού το βρήκε το όπλο, μου λες; Ποιος τόλμησε, ποιος κατάφερε να του το κουβαλήσει στη φυλακή;

-Δεν ξέρω, ψιθύρισε. Δεν ξέρω τίποτα! Τι κάνει το παιδί μου; Πού είναι; Είπε πιο δυνατά.

- Τον βρήκαμε τα ξημερώματα πάνω στο κρεβάτι του, μέσα στα αίματα και το κρατούσε ακόμα στο χέρι. Ο κρότος κινητοποίησε τους φύλακες που άνοιξαν την πόρτα του κελιού του. Τον τρέξαμε αμέσως στο νοσοκομείο... Χτυπήθηκε μόνος, αυτό είναι σίγουρο. Ομως, πού βρήκε το όπλο, πες μου. Αυτό θέλουμε να μάθουμε.

- Δεν ξέρω, τίποτα δεν ξέρω... Πού είναι τώρα το παιδί; θέλω να πάω κοντά του.

- Θα πας, θα σε πάμε, μόνη σου είσαι; θα σε στείλω με το υπηρεσιακό, είπε πιο μαλακά ο άντρας... Μόνο, αν ξέρεις κάτι για την υπόθεση, σε συμβουλεύω να πεις την αλήθεια, μην μπλέξεις κι εσύ κι αλίμονο σου! Πότε τον είδες για τελευταία φορά; Είχε βάλει τα χέρια στα μάτια της, που τρέχανε...

- Την Τετάρτη, στο επισκεπτήριο... μουρμούρισε.

- Μάνα δεν την αντέχω πια τη φυλακή, της είχε πει και της το τόνισε. Ρε μάνα, σε έχω πικράνει πολύ! Δεν έπρεπε! Αλλα περίμενα εγώ απ' τη ζωή κι άλλα μου ήρθαν.

- Πώς ήταν; Για τι πράγμα συζητήσατε; Σου ζήτησε τίποτα; Ρωτούσε ο διευθυντής.

- Τίποτα. Να προσέχει του είπα, να τρώει... Δε μου ζήτησε τίποτα, δεν είναι «χαπάκιας» ο γιος μου, δεν είναι ναρκομανής!

- Αυτό είν' αλήθεια, είπε ο άλλος σοβαρά. «Κλειδαράκιας» ήταν! Το «ανοιχτήρι», έτσι δεν τον λέγανε στην πιάτσα; Ομως κράταγε και όπλο και τα όπλα είναι για να σκοτώνουν, όπως και το έκανε!

- Θέλω να πάω στο παιδί μου, είπε η γυναίκα.

- Θα πας. θα σε στείλω αμέσως. Είναι στην Εντατική.

- Εντατική; Εδώ ξεφώνισε η κατάχλομη γυναίκα.

- Για καλύτερα, ναι. Είναι χτυπημένος σοβαρά, γι' αυτό πρέπει να βοηθήσεις να βρούμε την άκρη. Ηταν ανακατεμένος σε καμιά εξέγερση; Τέτοια ετοίμαζαν; Ομως, γιατί να το στρέψει στο κεφάλι του; Είναι πολύ δύσκολη η θέση όλων. Οπλα μέσα στη φυλακή; Και αυτοκτονίες; Οι ευθύνες είναι πολύ μεγάλες.

- Δεν ξέρω τίποτα! Πιστέψτε με κι αφήστε με να πάω στο παιδί, θα το ρωτήσω, θα μου πει! Φώναζε τώρα κι οι λυγμοί σπάζανε τις φράσεις λέξη λέξη.

- Μάνα δεν την αντέχω άλλο τη φυλακή! θέλω να γυρίσω στο σπίτι μας! Δεν είμαι ανακατωμένος με ναρκωτικά και τέτοια. Μια φορά δοκίμασα και ξέρναγα δυο μέρες... Τα σιχαίνομαι αυτά... Να φτιάξω μόνο τη ζωή μας ήθελα, να βρω λεφτά για σένα και για μένα.

- Ελα, ξέχνα τα πια, είπε εκείνη. Τετάρτη μεσημέρι και του άγγιζε τα μαλλιά, τα χέρια... Κοίτα να περνάς καλά, να φέρνεσαι σωστά για να κυλήσει ο καιρός. Είσαι 26 χρονών, τα 3 χρόνια πέρασαν κιόλας... Θα 'ρθει κι η μέρα που θα βγεις από δω...

- Με ξέχασαν όλοι, μάνα. Φίλοι, φιλενάδες με ξέχασαν. Ηταν μια κακιά ώρα... Το όπλο βρέθηκε στα δικά μου χέρια, μόλις που είχα ανοίξει την κάσα και μπουκάρανε οι δύο κι είδα να χάνονται όλα που τα 'βλεπα μπροστά μου, μέσα στα χέρια μου τόσα λεφτά! Λες και το όπλο πήρε μόνο του φωτιά. Τι μου 'φταιγε το ανθρωπάκι... όμως, τον βρήκε η δικιά μου σφαίρα, οι άλλοι είχαν λακίσει...

- Γιατί τα θυμάσαι τώρα αυτά, του είχε πει. Πληρώνεις για τα σφάλματά σου. Θα βγεις έξω και θα βρεις καινούρια μονοπάτια... Εγώ είμαι κοντά σου. Θα βάλω κι άλλο δικηγόρο για καινούρια δίκη. Ολα θα γίνουν!

- Δεν την μπορώ άλλο τη φυλακή, της ξανάπε καθώς γύριζε να φύγει. Ομως για όπλο... για τόση απελπισία, όχι, τίποτα δεν είχε αναφέρει.

- Υπόγραψε εδώ πως ήρθες και ενημερώθηκες, της είπε ο διευθυντής. Εβαλε μια τρεμάμενη υπογραφή.

Το υπηρεσιακό σταμάτησε μπροστά στην πύλη του μεγάλου νοσοκομείου. Ανοιξαν, πέρασε μέχρι την είσοδο.

- Ελα, θα σε πάω εγώ, είπε αυτός που τη συνόδευε και σαν μια χειρονομία συμπόνιας το κράτημα από το χέρι, καθώς τη βοηθούσε να ανέβει.

Μονάδα Εντατικής Θεραπείας. Κόκκινα γράμματα πάνω στο θαμπό τζάμι. Κόσμος να κάθεται στους πλαϊνούς πάγκους, βλέμματα κουρασμένα, φορτίο θλίψης στις αφηρημένες ματιές.

- Εδώ, είπε ο άνθρωπος. Σε πέντε λεπτά αρχίζει το επισκεπτήριο και θα μπεις. Βρήκε μιαν ακρούλα σ' έναν πάγκο, κάθισε μαζεμένη, σκυφτή... Επρεπε κάποιον να είχε ειδοποιήσει, την αδελφή της, τη γειτόνισσα... Ο καθένας είναι μονάχος στις δύσκολες ώρες. Το 'ξερε αυτό, το 'ξερε. Η πόρτα άνοιξε ξαφνικά. Ενας ασπροφορεμένος άντρας στάθηκε στο άνοιγμα.

- Περάστε, είπε. Από ένας σε κάθε άρρωστο. Ακολούθησε αυτούς που σηκώθηκαν, προχώρησε με τρεμάμενα πόδια. Είδε να ξεκρεμούν από μια κρεμάστρα άσπρες ποδιές, μια σκούφια για το κεφάλι, να τα φορούν, φόρεσε κι αυτή τα δικά της, πέρασε και θήκες πλαστικές πάνω από τα παπούτσια. Μια νοσοκόμα τη ρώτησε, την έφερε μέχρι το κρεβάτι.

-Εδώ, είπε... Τα μάτια της είχαν θαμπώσει.

Ο Γιάννης με κρυμμένο το κεφάλι, κάτω από κάτασπρα πανιά. Ο Γιάννης με παράξενους σωλήνες, που έβγαιναν από παντού, από τα χέρια, από το στόμα, από τη μύτη. Τα μάτια μόνο κλειστά σ' έναν ήρεμο ύπνο. Και από πάνω μια μικρή τηλεόραση, φωτεινά φιδάκια μέσα, που ανεβοκατέβαιναν αδιάκοπα. Της ήρθε σαν λιγοθυμιά. Κάθισε πλάι του σ' ένα σκαμνί. Εβαλε διστακτικά τα δάχτυλά της πάνω στα δάχτυλα του απλωμένου χεριού του. Δεν την έβλεπε, δεν την άκουγε, δεν την ένιωθε...

- Γιάννη ψιθύρισε μόνο κι ένα «γιατί» αναπάντητο.

- Μάνα, δεν την αντέχω πια τη φυλακή.

- Γι' αυτό παιδί μου; Γι' αυτό; Σου φταίξανε πολλοί... Σου έφταιξα κι εγώ, δούλευα πολύ, όταν ήσουν μικρός και σ' άφηνα μόνο σου... Ομως η ζωή είναι μπροστά σου! Δεν τελειώνει, δεν πρέπει να τελειώσει έτσι η ζωή! Δεν είσαι κακούργος, εγώ το ξέρω. Κουτός και άτυχος. Και βιαστικός! Αυτό είσαι. Του μιλούσε σιωπηρά, χαϊδεύοντας τις άκρες των δαχτύλων. Εσκυψε και τις φίλησε...

Το επισκεπτήριο τελείωσε. Σηκώθηκε, ακολούθησε πάλι τους άλλους ν' αφήσουν τα ρούχα της Εντατικής. Και τότε ένας νεαρός γιατρός άνοιξε ξανά την πόρτα.

- Η συγγενής του Κορδελή να περάσει από το γραφείο των γιατρών, είπε.

- Εγώ; ρώτησε.

- Ναι, στο γραφείο παρακαλώ.

Εμπαινε πάλι σε μια αίθουσα, τι ν' ακούσει και τι να της πουν... Κάθισε μπροστά σ' ένα γραφείο. Ο χώρος μύριζε κι εδώ φαρμακίλα κι ο γιατρός της φάνηκε τεράστιος και απρόσιτος... Δεν είχε τίποτα να του πει. Αχ, ας μην άρχιζε πάλι να μιλάει για όπλα και πώς βρέθηκε στα χέρια του Γιάννη της και γιατί και πότε!

- Είστε η κυρία Κορδελή, είστε η μητέρα του νέου, του κρατουμένου;

- Του κρατουμένου, ναι. Πώς είναι, γιατρέ μου; Πότε θα συνέλθει; Εγώ δεν ξέρω τίποτα... πώς συνέβηκε... για το όπλο. Τίποτα δεν ξέρω.

Κυρία Κορδελή, εδώ είμαστε από την ιατρική πλευρά μόνο. Ο γιος σας είναι σε κρίσιμη κατάσταση. Εχει τυφλό τραύμα, σφαίρα μέσα στο κρανίο, που έχει καταστρέψει σημαντικά κέντρα του εγκεφάλου...

- Δε θα συνέλθει, γιατρέ; Δε θα τη βγάλετε τη σφαίρα;

- Κυρία Κορδελή... (ο γιατρός έπαιζε νευρικά τα χέρια του. Εχουν κι οι γιατροί τις δύσκολες στιγμές τους). Ο γιος σας είναι κλινικά νεκρός... Κάνουμε ό,τι μπορούμε. Ομως, δε νομίζω ότι θα τα καταφέρουμε. Η σφαίρα δεν μπορεί να βγει από κει που είναι, με καταλαβαίνετε; Και ας είναι ένα τόσο γερό παιδί, ένας τέλειος οργανισμός νέου ανθρώπου. Φαίνεται πως δεν έχει σχέση με... όλα αυτά της εποχής μας, που αφορούν και τους φυλακισμένους συχνά. Ναρκωτικά, ενέσεις, χάπια... και οι πνεύμονες ολοκάθαροι. Ομως... όμως;..

Η μάνα με την καρδιά της σ' έναν τρελό ρυθμό. Η ιατρική πλευρά... εδώ ο Γιάννης είναι μόνο ένας σεβαστός άρρωστος, ένα νέο παιδί που χάνει το παιχνίδι της ζωής. «Δεν αντέχω πια μάνα» κι έκανε την απόδρασή του.

- Δεν την άντεχε τη φυλακή... Ηθελε να φύγει... και τι μπορούσα, πείτε μου, εγώ να κάνω; Τι, γιατρέ μου;

- Οχι, τι να κάνετε; Εγώ έχω μόνο μια πρόταση, αν θέλετε.. Είναι τόσο πολλοί αυτοί που περιμένουν ένα δώρο ζωής από τους συνανθρώπους τους... Στην τελειωτική φάση θα θέλατε να δωρίσετε τα όργανα του παιδιού σας; Για να ζήσουν άλλοι άνθρωποι, καταδικασμένοι; Θέλετε να μιλήσετε πρώτα με τους δικούς σας;

- Δεν έχω να μιλήσω με κανέναν. Με τον Γιάννη μου μόνο, που δεν την άντεχε πια αυτή τη ζωή... Πάρτε τα. Οσα μπορείτε, όσα μπορούν να ζήσουν μετά από κείνον έξω από τη φυλακή!

Εβαλε ένα σπαρακτικό κλάμα βγαίνοντας. Τότε είδε και τον φρουρό που στεκόταν απ' έξω.

- Φεύγεις κυρά; Εγώ φυλάω για τον γιο σου. Τι σου είπαν; Πώς είναι; Θα τη σκαπουλάρει;

- Είναι λεύτερος! Είπε εκείνη μέσα στους λυγμούς.

- Δηλαδή; Ανησύχησε ο φρουρός.

- Αυτό που ήθελε... Εξω από τη φυλακή!


Της
Τούλας ΜΠΟΥΤΟΥ




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org