ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 30 Μάη 2004
Σελ. /24
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΔΙΗΓΗΜΑ
Το αγριοκάτσικο

Γρηγοριάδης Κώστας

Μια φορά κι έναν καιρό, όπως λεν τα παραμύθια, ξημέρωσε μια ηλιόλουστη και ζεστή απριλιάτικη μέρα, γεμάτη φως, μυρωδιές και χρώματα! Εξω από το περιβόλι, ο δρόμος, τα σπίτια, οι φάμπρικες, το άγχος της βιοπάλης, η δίψα του κέρδους, η εκμετάλλευση. Ενας κόσμος, που κινείται διαρκώς και δεν του μένει χρόνος και νους να σκεφτεί πού πάει... ν' αφήσει τη ματιά του μια στιγμή ν' απολαύσει τ' απριλιάτικο πανόραμα της ρεματιάς, με τ' ανθισμένα δέντρα και τα μυρωμένα αγριολούλουδα, που σπάνε τη μύτη και τη μονότονη απεραντοσύνη του γκρίζου. Ακόμα και το ρέμα που κάποτε κατέβαζε στο Σαρωνικό τα βρόχινα νερά της Πεντέλης και που φιλοξενεί τώρα μόνιμα τα σκούρα νερά των εργοστασίων, φαντάζει γραφικό, καθώς λούζεται στο ξανθό φως.

Ο καλαμένιος φράχτης του περιβολιού εμποδίζει την επεκτατική μανία της πόλης, καθώς και το μοντέρνο ρυθμό ζωής, να εισχωρήσει στο αγρόκτημα.

Κάτω από τη ροζ κερασιά κάθεται σ' ένα σκαμνί ο ιδιοκτήτης του κτήματος και κόβει σαν αντίδωρο το μπαγιάτικο ψωμί, για να ταΐσει τα ζώα του. Είναι ένας γεροδεμένος ηλικιωμένος άνθρωπος, που μένει πεισματικά ασυγκίνητος από την εξέλιξη και την τεχνολογική πρόοδο των τελευταίων χρόνων, και εννοεί να ζει κατά τον ίδιο τρόπο που ζούσαν σε τούτα τα χώματα οι προκάτοχοί του, δίχως ρεύμα και ηλεκτρικές συσκευές.

Ετσι, αντί να δώσει τη γη του αντιπαροχή, εξασφαλίζοντας ένα υψηλό εισόδημα από ενοίκια, προτιμά να τη ραντίζει με τον ιδρώτα του, για να γονιμοποιηθεί και να διατρέφει ολόκληρο ζωολογικό κήπο.

Το πρόσωπό του είναι γελαστό, γεμάτο υγεία και ο νους του και ο λογισμός του στα ζώα και τα φυτά. Ποια πεινούν, ποια διψούν... Τα σπουργίτια και τα περιστέρια πηδούν ακόμη και πάνω στα γόνατά του, για ν' αρπάξουν ένα ψίχουλο κι εκείνος αποξεχνιέται και παίζει μαζί τους...

Ξάφνου το άγριο μπεεε της κατσίκας, που επαναλαμβάνεται σαν να τη σφάζουν, τον γεμίζει θυμό.

- Πού θα μου πας, γρουσούζα, το Πάσχα κοντεύει... ως τότε τα μικρά δε θα σ' έχουν ανάγκη... μουρμούρισε και συνέχισε να κομματιάζει το ξερό ψωμί.

Δρασκελίζοντας κανείς το κατώφλι του κτήματος, ξεχνάει ότι βρίσκεται στα όρια της πρωτεύουσας, χάνει την επαφή με τον έξω κόσμο. Αμέσως τον υποδέχονται τα σκυλιά, δείχνοντάς του τα μυτερά δόντια τους - αν και είναι ακίνδυνα. Τον Αράπη, που δεν αστειεύεται, τον έχει δεμένο και απολαμβάνει την ελευθερία του μόνο τη νύχτα. Το καλύβι του κυρ - Παναγιώτη πλαισιώνεται από μακριά σειρά αυτοσχέδιων ξύλινων κοιτώνων, για τα διάφορα κατοικία ζώα του: Κοτέτσια με κλωσόπουλα και τ' αυγό στη φωλιά, σταύλους για τ' αρνάκια και τα κατσικάκια, ειδικός χώρος για τα κουνέλια που ξετρυπώνουν από τα λαγούμια τους αναπάντεχα και μπλέκουν στα πόδια, περιστερώνες στα ανώγια, που πολιορκούνται από πολλά πολλά σπουργίτια... Να μην είχαν και αυτά μια στέγη! Υπάρχουν ακόμη βάτραχοι και χελώνες, που, όπου πάνε, κουβαλάν και τη στέγη τους, αγκαθωτοί σκαντζόχοιροι, που κρύβουν το πρόσωπό τους, και κολοβές οχιές! Τα φίδια ήρθαν αμπαλαρισμένα με το μπαμπάκι στο πλαϊνό βαμβακουργείο και βρήκαν εδώ ό,τι χρειάζονταν για να συνεχίσουν τη ζωή τους στην ξενιτιά. Οι γάτες όμως, οι σκύλοι και οι κότες, δεν τ' αφήνουν να κάνουν προκοπή. Τα σκοτώνουν και τα κουβαλούν στον αφέντη τους, να τους δώσει τα συχαρίκια!

- Τα φίδια δεν είναι δικής μου παραγωγής, λέει ο κυρ - Παναγιώτης γελώντας, τα κουβαλούν τα φορτηγά στο εργοστάσιο, ποιος ξέρει από ποιο βαλτότοπο...

Πάλι οι αγριοφωνάρες της κατσίκας του χαλάνε το κέφι; μπεεε!!!

- Πού θα μου πας, παλιοκατσίκα, ξαναλέει. Θα σου το φάω το λαρύγγι, το Πάσχα έφθασε... και τ' αρνιά πήραν πόδι. Αντί να με φας εσύ, θα σε σουβλίσω εγώ, ανάποδο ζωντανό και θα πάρουν μεζέ όλοι οι γειτόνοι, που δεν τους αφήνεις να ησυχάσουν με τις στριγγλιές σου.

Αλήθεια, εξαιτίας αυτής της παλιοκατσίκας που της έχει κάνει τα μούτρα τουλούμι από τις γροθιές, κόντεψε για πρώτη φορά να πάει ...στο γιατρό! Ενιωθε πολύ άσχημα δυο τρεις μέρες, αλλά τελικά απέφυγε ν' ανοίξει πάρε δώσε με τον ιατροφαρμακευτικό κόσμο! Αν κουβαλήσετε γιατρό, θα τον διώξω, δήλωσε αποφασιστικά στους γιους του σαν ήρθαν να τον δουν. Η γειτονιά ανησύχησε, όταν έμαθε πως δεν μπορεί, γιατί όλους τους γλυκαίνει με το φρέσκο αυγό, το αγνό γάλα, με κανένα πιτσούνι, κουνελάκι ή ζαρζαβατικό... Ασε που κάθε τόσο έχει Λαμπρή ο κυρ - Παναγιώτης. Στήνει τη σούβλα και προσκαλεί τον ένα και τον άλλο, που πέφτουν με τα μούτρα στο ψητό. Κι εκείνος δεν πάει πίσω. Εν' αρνί τρώει στην καθισιά και ρουφάει το κρασί, όπως το φίδι το γάλα. Δεν περνάει μέρα που να μην πάρει τα σκονάκια του και είναι δόξα τω Θεώ βράχος! Κοιμάται έξω το καταχείμωνο και δεν ξέρει τη γεύση της ασπιρίνης.

Πάνω στα ξύλινα υπόστεγα είναι κρεμασμένα ένα σωρό χρειαζούμενα πράγματα: Κουδούνια σε όλα τα μεγέθη, κλουβιά, κουβάδες, κατσαρόλες, πέταλα, παγίδες, σκοινιά, λουριά, σύρματα... Εικόνα στάνης.

- Γαλακτερή γίδα, λέει βαθιά πικραμένος, δείχνοντάς τη με πρησμένα τα μούτρα. Εναν κουβά γάλα κατεβάζει κάθε φορά, μα τι να την κάνεις, που μπήκε ο διάολος μέσα της; Με το δικό της γάλα τρέφονται τα μικρά της προβατίνας, που έσκασε, γιατί δεν μπορούσε ν' αντέξει άλλο τις στριγκλιές της. Αλλα δυο ζωντανά χάθηκαν με τη γρουσουζιά της. Ολη τη νύχτα κάνει σα δαιμονισμένη και ανησυχεί τον κόσμο ολόγυρα. Τα μικρά, όμως, πήραν πόδι και τα ψωμιά της είναι μετρημένα. Το Πάσχα έφθασε...

- Μπεεε μπεεε, έκανε πάλι το αγριοκάτσικο και ακολούθησαν λογής - λογής φωνές ζώων. Τ' αφεντικό σήκωσε ψηλά το κεφάλι κατά τον ήλιο, που έστεκε πάνω από το περιβόλι κι έριχνε κάθετα τις ακτίνες στα λουλουδιασμένα δέντρα και είπε: Πείνασαν τα ζωντανά, ώρα να φάνε... Μετά σηκώθηκε και πήγε να κάνει διανομή τα ψωμάκια του στα διάφορα ζώα, ακολουθούμενος από την παρδαλή συνοδεία του: Σκύλους, γάτες και κότες! Τα περιστέρια και τα σπουργίτια πετούσαν πάνω απ' το πανέρι του και τσιμπολογούσαν με οικειότητα. Εδειχναν όλοι μια χαρούμενη οικογένεια, τον ωραίο εκείνο τον καιρό, που δεν είναι και τόσο μακρινός!

Τώρα πάνω στο κτήμα κείτεται σαν τεράστιος βόας, περιφερειακή λεωφόρος!


Του
Βαγγέλη ΜΗΝΙΩΤΗ


Του Βαγγέλη ΜΗΝΙΩΤΗ

Ο Βαγγέλης Μηνιώτης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1927 και από νεαρή ηλικία άρχισε να γράφει στον τοπικό Τύπο. Συνεργάστηκε κατά καιρούς με διάφορα περιοδικά, κυρίως με κλαδικά έντυπα, όπως «Η φωνή της ΓΣΕΕ», όπου είχε τη στήλη του χρονογραφήματος και «Η φωνή των φαρμακοϋπαλλήλων», που υπηρέτησε ανιδιοτελώς δεκαετίες, καθότι φαρμακοϋπάλληλος.

Οταν έγινε συνταξιούχος πια, έκανε την παρουσία του στα Γράμματα με δέκα έως τώρα βιβλία, κάποια εκ των οποίων έχουν βραβευτεί.

Είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, της ΕΣΗΕΠ και άλλων πνευματικών ενώσεων.




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org