ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Τετάρτη 30 Οχτώβρη 2002
Σελ. /32
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
Θέατρο
Οι πρεμιέρες συνεχίζονται

«Η Κυρία Κλάιν» στο «Θέατρο Εξαρχείων»
«Η Κυρία Κλάιν» στο «Θέατρο Εξαρχείων»
Πρεμιέρα, αύριο, στο «Θέατρο Εξαρχείων», με την επανάληψη του έργου «Η Κυρία Κλάιν» του πρωτοεμφανιζόμενου στην Ελλάδα Νίκολας Ράιτ, που ανεβαίνει σε μετάφραση Αννίτας Δεκαβάλλα, σκηνοθεσία Τάκη Βουτέρη, σκηνικά Γιώργου Βαφιά. Παίζουν: Ελένη Χατζηαργύρη, Αννίτα Δεκαβάλλα, Χριστίνα Αλεξανιάν. Το έργο εκτυλίσσεται στη διάρκεια μιας νύχτας, στο Λονδίνο του 1934. Ο θεατής γίνεται μάρτυρας άγριων συγκρούσεων, καθώς οι τρεις γυναίκες αψιμαχούν, οι συμμαχίες αλλάζουν και αποκαλύπτονται συναισθήματα αγάπης, μίσους, ανταγωνισμού, πάθους, ενοχές και προδοσίες. Η Βιεννέζα Μέλανι Κλάιν είναι υπαρκτό πρόσωπο και θεωρείται μία από τις σημαντικότερες ψυχαναλύτριες της δεκαετίας του '30, αφού τάραξε τα νερά αμφισβητώντας τον Φρόιντ. Ο συγγραφέας τονίζει: «Δεν έχει καμία σημασία για το έργο, αν εγώ είμαι υπέρ ή κατά της ψυχανάλυσης, αν συμφωνώ ή όχι με τις θεωρίες της Κλάιν, αφού η ιστορία των τριών αυτών γυναικών - παρά το ότι ήταν ψυχαναλύτριες - λειτουργεί σαν μεταφορά για τις σχέσεις οποιασδήποτε μάνας με την κόρη της και τη φίλη της. Το έργο έκανε ιδιαίτερη αίσθηση σε κοινωνίες, όπου η μάνα έχει κυρίαρχο ρόλο, όπως, για παράδειγμα, στη Λατινική Αμερική».

  • Με επανάληψη αρχίζει, την Παρασκευή και το «Από μηχανής θέατρο» με τους «Σιδεράδες» του Μίλος Νίκολιτς, σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη, σκηνικά - κοστούμια Τάσου Ζωγράφου, μουσική Νίκου Τουλιάτου. Παίζουν: Χρήστος Βαλαβανίδης, Νένα Μεντή, Δημήτρης Πιατάς, Μπάμπης Σαρηγιαννίδης. Τρεις σιδεράδες και η γυναίκα του ενός προσπαθούν να καταλάβουν τίνος είναι ένα παιδί, δημιουργώντας αυτοπολλαπλασιαζόμενες κωμικές καταστάσεις. Θυμίζει ανέκδοτο αλλά είναι μια ιδέα από ένα έργο ύμνο στον άνθρωπο, ενάντια στον εθνικισμό και την καθημερινότητα. Μια αντιπολεμική κωμωδία που ο συγγραφέας τη χαρακτηρίζει «σαν συναυλία σε μια χορδή». Πρόκειται για συμπαραγωγή της «Κομμέντια», του «Από μηχανής θεάτρου» και του ΔΗΠΕΘΕ Βόλου.

ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
«Η γυναίκα δίχως σκιά» στο ΜΜΑ

Από τις πρόβες της όπερας «Γυναίκα δίχως Σκιά»
Από τις πρόβες της όπερας «Γυναίκα δίχως Σκιά»
Αν η Ελλάδα δεν αντιμετωπιζόταν ως η εσχάτη «επαρχία» της ΕΕ -και στον πολιτισμό- η παράσταση του Μεγάρου Μουσικής με την όπερα του Στράους «Η γυναίκα χωρίς σκιά», θα προβαλλόταν διεθνώς από τα ευρωπαϊκά ΜΜΕ, καθώς το ΜΜΑ επιχείρησε το ανεπιχείρητο από τα μεγάλα λυρικά θέατρα του κόσμου, ακριβοπλήρωσε σπουδαίους ξένους καλλιτέχνες του λυρικού είδους και επέτυχε ένα μέγιστο και πολύπλευρο καλλιτεχνικό επίτευγμα με αυτήν την - όχι ανεξήγητα- ελάχιστα παιγμένη όπερα του Στράους, σε μυθοπλασία και λιμπρέτο του Χόφμανσταλ. Σ' αυτή την άκρως ενδιαφέρουσα, αλλά και άκρως αντιφατική, δύσβατη, προβληματική και άκρως απαιτητική από ερμηνευτικής πλευράς, όπερα, μυθοπλαστικά και μουσικά συνυπήρξαν -αλλά σε μια συνεχή «υπόγεια» σύγκρουση- δυο μεγάλοι δημιουργοί, αλλά και τα αισθητικά ρεύματα του τέλους του 19ου αιώνα και των δύο πρώτων δεκαετιών του 20ού. Η όπερα αυτή αντανακλά τη διαπάλη μεταξύ των απερχόμενων αισθητικών ρευμάτων στη λογοτεχνία, τη μουσική, τις πλαστικές τέχνες και των επερχόμενων ρευμάτων, που συνέπτυξαν το μοντερνισμό. Συγκρουσιακοί πόλοι είναι αφ' ενός ο ιδεαλιστικός ρομαντισμός του Χόφμανσταλ, οι παλιές αξίες του λυρικού θεάτρου και το γερμανομεγαλοϊδεατικό «ιδεώδες» της βαγκνερικής όπερας και αφ' ετέρου η βαγκνεροτραφείσα, πολιτικά συντηρητική, αλλά και ανοιχτή «ματιά» του Στράους απέναντι σ' όλα τα μοντέρνα αισθητικά κινήματα, ακόμα και του τολμηρότερου ιδεολογοαισθητικά εξπρεσιονισμού. Εξάλλου, και ενδοσυνειδησιακά και οι δυο αριστοκράτες δημιουργοί αντιμετώπιζαν μια σύγκρουση μεταξύ του γερμανικού «πατριωτισμού» τους και της επίγνωσης του ολέθρου, που προκάλεσε η Γερμανία με τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η όπερα αυτή και θεματολογικά αποτελεί σύγκρουση του παλιού με το καινούριο (στην τέχνη), του κακού με το καλό, του φανταστικού με το πραγματικό, του άυλου με το υλικό, του υπερκόσμιου με το εγκόσμιο, του σύμπαντος με τον πλανήτη, του μεταφυσικού με το φυσικό, της φύσης με τα φαινόμενα και τα όντα της. Των «φαντασμάτων» και των ανθρώπων. Της άρχουσας τάξης και του απλού λαού. Του ερωτικού πόθου και της συζυγικής πίστης. Ο Χόφμανσταλ, στα χρόνια του Α' Παγκόσμιου Πολέμου, έπλασε ένα παράξενο, φιλοσοφικό, συμβολικό μύθο, αντλώντας στοιχεία ανατολικών μύθων, παραμυθιών του Βορρά, της σύγχρονής του φαντασιακής λογοτεχνίας και, βέβαια, του ξεπερασμένου ιδεαλιστικού ρομαντισμού. Τοποθέτησε το μύθο και στον ουρανό και στη γη. Επλασε πνεύματα, αερικά, πουλιά με λαλιά, εξουσιαστές, υπηρέτες και λαό. Ανάμεσα στα «μυθικά» πλάσματα είναι και η αΐσκιωτη Αυτοκράτειρα, κόρη του μεταφυσικού Κάικομπαντ, κόρη της Ιδέας, που ποθώντας να «σαρκωθεί» κατεβαίνει στη γη, μεταμφιεσμένη σε υπηρέτρια, ώστε να «κλέψει» και να κάνει δική της τη «σκιά» της νέας κι όμορφης γυναίκας ενός φτωχού βαφέα, «σκιά» που γονιμοποιείται και γεννά. Ιδεαλιστικό, πολύσημο και αμφίθυμο το «κουβάρι» του μύθου μπέρδεψε και το στόχο του ποιητή. Ο Χόφμανσταλ, εδώ, θεωρεί την ιδέα ως μια δύναμη ανώτερη και πέραν της ανθρώπινης φύσης. Ο αντιδιαλεκτικός ιδεαλισμός του τον εμποδίζει να δει ότι υλιστικής βάσης «γέννα» του ανθρώπου είναι οι ιδέες. Οτι με ιδεοληψίες δεν εξασφαλίζεται ειρηνική συνύπαρξη των τάξεων και λαών, όπως εμμέσως αλληγορεί με το τέλος του μύθου του. Αυτά ως προς τον πολύπλοκο, δυσνόητο, αλλά γοητευτικό μύθο, τον οποίο περιέπλεξε νοηματικά, αφυδατώνοντας και την ποίησή του η μετάφραση του λιμπρέτου (Ιάκωβος Κοπερτί). Η μετάφραση ήταν το μόνο μειονέκτημα αυτής της σπουδαίας παράστασης.

Ο Στράους υπερέβη τα μυθοπλαστικά προβλήματα του λιμπρέτου, με ένα μεγαλοφυές, τολμηρό, γοητευτικό μουσικό κράμα, το οποίο ακροβατεί υπέροχα και γεφυρώνει την κλασική όπερα με το βαγκνερικό ήθος και τις αναζητήσεις του «ανατρεπτικού» μοντερνιστικού μουσικού ρεύματος κατά την πρώτη και κυρίως τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα. Η μουσική του Στράους υπηρετήθηκε στο έπακρο από την εξαίρετη Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της Δανίας, υπό την άριστη μπαγκέτα του Μίκαελ Σάινβαντ. Ερμηνεύτηκε εξαιρετικά από μεγάλες φωνές, όπως οι Εύα Μάρτον, Φραντς Γκρούντεχεμπερ (καλός και υποκριτικά), Ινγκα Νίλσεν, Μέριλιν Τσάου, Ρόναλντ Χάμιλτον, αλλά και άξιους μονωδούς στους μικρούς ρόλους, τις ελληνικές χορωδίες «Fons Musikalis» και του Ωδείου «Kodaly».

Καθώς τα λυρικά είδη δεν είναι μουσική και τραγούδι, είναι πάνω από όλα θέατρο, δηλαδή σκηνικός λόγος διαπλασμένος σε μύθο με δράση και πρόσωπα, ο οποίος αντί να μιλιέται τραγουδιστά, θα αναφερθούμε στα δύο μέγιστα επιτεύγματα της παράστασης. Τα ιδιοφυή, υψηλής εικαστικής αισθητικής, μοντέρνας αντίληψης, με χρήση νέων τεχνολογικών μέσων, σκηνικά του Χανς Σάβερνοχ, οι υποβλητικοί φωτισμοί του Χανς Τόλστεντε, και τα ευφάνταστα κοστούμια του Κάρλο Τομάσι. Συντελεστές, που σε αγαστή συνεργασία μορφοποίησαν τα συμπαντικά, μεταφυσικά και γήινα «τοπία» του μύθου. Και, τέλος, την επίσης ιδιοφυή, λιτή, με καλοζυγιασμένα ευρήματα, σκηνοθεσία του Μίκαελ Χάμπε που μαγικά «ενορχήστρωσε» όλους τους παραστασιακούς και ερμηνευτικούς συντελεστές, σε μια πλήρη μουσικοθεατρική πράξη.


ΘΥΜΕΛΗ




Διαβάστε στο «Ρ»

Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org