ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 3 Απρίλη 2016
Σελ. /32
ΔΙΕΘΝΗ
ΣΥΡΙΑ
Ανακατεύεται η «τράπουλα» για την «επόμενη μέρα»

Σύροι στρατιώτες σε θέσεις μάχης κατά την επιχείρηση ανακατάληψης της Παλμύρας
Σύροι στρατιώτες σε θέσεις μάχης κατά την επιχείρηση ανακατάληψης της Παλμύρας
Νέα ώθηση στα διπλωματικά παζάρια, στην όξυνση γεωπολιτικών αντιπαραθέσεων και στην κατάστρωση νέων πολιτικών και στρατιωτικών σχεδιασμών στον αιματοβαμμένο χάρτη της Συρίας, δίνει η σημαντική ανακατάληψη της συριακής πόλης Παλμύρα, στις 27/3 από το συριακό στρατό με τη στήριξη της ρωσικής πολεμικής αεροπορίας.

Η σημαντική στρατιωτική επιτυχία δεν τόνωσε μόνον το ηθικό του συριακού στρατού, αλλά χρησιμοποιήθηκε από τη συριακή κυβέρνηση του Προέδρου, Μπασάρ Ασαντ, με δύο τρόπους: Πρώτον, ως «καταλύτης» που θα μπορούσε να επισπεύσει, όπως είπε ο ίδιος, τις πολιτικές διαπραγματεύσεις και τις έμμεσες ενδο-συριακές συνομιλίες στη Γενεύη που θα ξαναρχίσουν γύρω στις 11 Απρίλη. Δεύτερον, ως «απόδειξη της αποτυχίας» της στρατηγικής που ακολούθησαν επί μήνες οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους κατά των τζιχαντιστών του «Ισλαμικού Κράτους» στη χώρα του, επιλέγοντας να βομβαρδίζουν «για το θεαθήναι» δίχως συνεργασία με το συριακό στρατό.

Οι συνεντεύξεις του Ασαντ

Δεν είναι, άλλωστε, τυχαία η (προ ολίγων ημερών) εμφάνιση του Σύρου ηγέτη σε δύο ρωσικά ΜΜΕ, το δίκτυο ΣΠΟΥΤΝΙΚ και το ρωσικό πρακτορείο ειδήσεων «Ρία Νόβοστι», στα οποία όχι μόνον πανηγύρισε για τον «ιστορικό άθλο απελευθέρωσης της Παλμύρας», αλλά επιχείρησε να συνεχίσει τη διαπραγμάτευση εκτός Γενεύης ή έστω να δοκιμάσει τις αντιδράσεις ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, γνωστοποιώντας μεταξύ άλλων ότι:

α) Αντιτίθεται στα σχέδια ομοσπονδοποίησης της Συρίας, που προωθούνται μέσω των Κούρδων της βόρειας Συρίας, οι οποίοι πριν από ένα μήνα είχαν κηρύξει μονομερώς την «ομοσπονδοποίηση» της περιοχής Ροτζάβα (σ.σ. το λεγόμενο συριακό, δυτικό Κουρδιστάν) Βόρειας Συρίας... Το βασικό του επιχείρημα; Η χώρα «είναι πολύ μικρή» και ο λαός της δεν θα το ενέκρινε.

β) Δεν συζητά, ούτε ακροθιγώς, την περίπτωση ανάπτυξης κυανοκράνων του ΟΗΕ στη χώρα του, τουλάχιστον όχι με απόφαση της συριακής κυβέρνησης όσο είναι εκείνος Πρόεδρος.

γ) Είναι πρόθυμος για ανασχηματισμό της κυβέρνησης και τη διεύρυνσή της με τη συμμετοχή στελεχών της αντιπολίτευσης. Ωστόσο, η πρότασή του απορρίφθηκε ως «απαράδεκτη» σχεδόν αμέσως από εκπρόσωπο της συριακής αντιπολιτευόμενης «Υπατης Διαπραγματευτικής Επιτροπής» που συμμετέχει στις συνομιλίες της Γενεύης.

δ) Επαναλαμβάνει την πρότασή του για αμνηστία σε αντικαθεστωτικούς μαχητές «που είναι πρόθυμοι να παραδώσουν τα όπλα».

ε) «Δεν έχει πρόβλημα» με τη διεξαγωγή και πρόωρων προεδρικών εκλογών «εφόσον το θελήσει ο συριακός λαός» και όχι απλώς κάποια τμήματα της αντιπολίτευσης ή ξένες δυνάμεις.

στ) Εξέφρασε προθυμία να συνεργαστεί «με όλες τις ειλικρινείς σοβαρές προσπάθειες για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας», μην ξεχνώντας να επισημάνει το ρόλο συμμάχων των ΗΠΑ, με πρώτες την Τουρκία και τη Σαουδική Αραβία, στην υποστήριξη και τον εξοπλισμό των τζιχαντιστών, σημειώνοντας ότι «ο τουρκικός στρατός, που δεν είναι τουρκικός, αλλά είναι ο στρατός του Ερντογάν, πολεμά τώρα στη Συρία...».

«Μηνύματα» προς ιμπεριαλιστές

Οι θέσεις Ασαντ παρουσιάζονται ασφαλώς έξω από τις «παγωμένες» για την ώρα διαπραγματεύσεις στη Γενεύη. Είναι ωστόσο βέβαιο ότι «στοχεύουν» σε πολλούς αποδέκτες, πέραν από τη συριακή αντιπολίτευση: Στους ιμπεριαλιστές ΗΠΑ, ΕΕ που έχουν αιματοκυλίσει τη Συρία, για να πετύχουν τον έλεγχο της περιοχής, μεταξύ άλλων και για την ενεργειακή «απεξάρτηση» της «Γηραιάς Ηπείρου» από τη Ρωσία.

Αλλωστε, το «όχι» που είπε στο τέλος της δεκαετίας του 2000 ο Σύρος Πρόεδρος Ασαντ στα σχέδια του λεγόμενου Αραβικού Αγωγού που προωθούσε το Κατάρ (και δυτικά συμφέροντα) και μέσα από το συριακό και τουρκικό έδαφος, φαίνεται ότι ήταν ένας από τους παράγοντες που ώθησε τις ΗΠΑ, ΕΕ, ΝΑΤΟ, Τουρκία, Ισραήλ, τις πετρελαιομοναρχίες του Κόλπου να επιχειρήσουν να τον ανατρέψουν, να γιγαντώσουν τους τζιχαντιστές με εκπαίδευση και εξοπλισμό λανσάροντάς τους ως «αντιπολίτευση» με αφορμή την ενδοαστική αναδιάταξη της λεγόμενης «αραβικής άνοιξης». Μίας «άνοιξης» που και στην περίπτωση της Συρίας εξελίχθηκε σε έναν ιδιαιτέρως καταστροφικό «χειμώνα» με τον 5χρονο πόλεμο, από τον οποίο προσπαθούν να επωφεληθούν όλες οι δυνάμεις που παρεμβαίνουν. Ο καθένας, εννοείται, για να προωθήσει τα δικά του συμφέροντα, που δεν έχουν την παραμικρή σχέση με εκείνα του πολύπαθου συριακού λαού.

Σήμερα, λοιπόν, ιδιαίτερα μετά την ανάκτηση της Παλμύρας, ο Πρόεδρος Ασαντ σημειώνει τις δικές του «κόκκινες γραμμές», διαμηνύοντας τι είναι διατεθειμένος να διαπραγματευτεί και τι όχι.

Ο Κινέζος «ειδικός απεσταλμένος»

Το ανακάτεμα των εξελίξεων στα πεδία μαχών και διπλωματικών παζαριών αναζωπυρώνει το ενδιαφέρον και άλλων δυνάμεων, πέραν της Δύσης και της Ρωσίας. Σε αυτό το φόντο ενδοϊμπεριαλιστικών αντιπαραθέσεων, δεν πέρασε απαρατήρητη η επιλογή της Κίνας να διορίσει, για πρώτη φορά στα πέντε χρόνια που μαίνεται ο πόλεμος στη Συρία, ειδικό απεσταλμένο στη Δαμασκό. Η απόφαση ανακοινώθηκε από τον εκπρόσωπο του σινικού υπουργείου Εξωτερικών, Χονγκ Λέι, που σημείωσε ότι ο ειδικός απεσταλμένος της Κίνα στη Συρία θα είναι ο έμπειρος διπλωμάτης Σίε Σιαογιάν, που ήταν προηγουμένως πρέσβης της Κίνας στο Ιράν, στην Αιθιοπία και στην έδρα της Αφρικανικής Ενωσης στην Αντίς Αμπέμπα...

Είναι μάλλον περιττό να πούμε πως η αυξανόμενη οικονομική και γεωπολιτική ισχύς των κινέζικων μονοπωλιακών ομίλων δεν θα μπορούσε να αφήσει «απέξω» τη γεωπολιτικά και ενεργειακά σημαντική περιοχή της Μέσης Ανατολής και τη λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου, όπου περιλαμβάνεται και η χώρα μας (που θεωρείται η πύλη προς την Ευρώπη).

Οι κινήσεις των Ρώσων

Από την άλλη, η ανάκτηση της Παλμύρας από το συριακό στρατό έριξε νερό στο μύλο των Ρώσων αξιωματούχων και αστών πολιτικών που επιχειρούν να κεφαλαιοποιήσουν την επιτυχία, ισχυροποιώντας τις στρατιωτικές δυνάμεις τους στη Συρία και στην ευρύτερη Ανατολική Μεσόγειο για τα δικά τους συμφέροντα, ενώ παράλληλα, πετυχαίνουν να έρθουν (σε αυτό το συγκεκριμένο πεδίο) πιο κοντά με τους Αμερικανούς εμφανιζόμενοι ως ισότιμοι εταίροι στη διεθνή γεωπολιτική σκακιέρα.

Αίσθηση μάλιστα προκάλεσαν στα μέσα της βδομάδας οι δηλώσεις του Ρώσου υφυπουργού Εξωτερικών, Ολεγκ Σιρομολοτόφ, στο πρακτορείο «Ιντερφάξ» πως διευρύνεται η στρατιωτική συνεργασία μεταξύ ΗΠΑ - Ρωσίας στη Συρία, σημειώνοντας ότι «συζητούν συγκεκριμένα μέτρα στρατιωτικού συντονισμού των επιχειρήσεων με στόχο την ανακατάληψη της Ράκκας», που θεωρείται «πρωτεύουσα» του λεγόμενου «χαλιφάτου» των τζιχαντιστών του «Ισλαμικού Κράτους».

Στο μεσοδιάστημα και ενώ υποτίθεται πως οι Ρώσοι μειώνουν τις στρατιωτικές δυνάμεις στη Συρία ενισχύουν το στρατιωτικό ρόλο τους στην περιοχή με στρατηγικά οπλικά συστήματα.

Η ισραηλινή ιστοσελίδα DEBKA που σχετίζεται με τις ισραηλινές στρατιωτικές μυστικές υπηρεσίες, υποστήριξε στις 30 Μάρτη, ότι οι Ρώσοι έχουν ήδη αναπτύξει στη ρωσική αεροπορική βάση Χμέιμιμ στη Λαττάκεια πυραυλικά συστήματα πυραύλων «Iskander-M», που έχουν τη δυνατότητα μεταφοράς πυρηνικών κεφαλών και βεληνεκές περίπου 500 χλμ. Οι πύραυλοι «Iskander-M», σε συνδυασμό με τους πυραύλους «S-400», λέει η ιστοσελίδα DEBKA, την αναβαθμίζουν ως «την πιο άρτια από στρατιωτική - τεχνολογική άποψη στρατιωτική βάση σε όλη τη Μέση Ανατολή»!

Οπως σημειώνουν Ισραηλινοί αναλυτές, οι πύραυλοι «Iskander-M» έχουν βεληνεκές και ακτίνα «δράσης» που καλύπτει σχεδόν όλη τη Συρία, εκτός από τις κουρδικές περιοχές στο βόρειο τμήμα της χώρας, τα δύο τρίτα της Νοτιοανατολικής Τουρκίας έως και μερικές δεκάδες χιλιόμετρα πριν την Αγκυρα, την Κύπρο, το Λίβανο, τα 4/5 του Ισραήλ, τη μισή Ιορδανία, ένα μικρό τμήμα του βορειοδυτικού Ιράκ και το μεγαλύτερο μέρος της Ανατολικής και Κεντρικής Μεσογείου...Και υπογραμμίζουν χαρακτηριστικά: «Η ρωσική απόφαση για μείωση των στρατιωτικών δυνάμεων στη Συρία (σ.σ. που ξεκίνησε 15 Μάρτη) ήταν μόνον ένα μέρος της εικόνας: Τα πολεμικά αεροσκάφη και τα βομβαρδιστικά αποσύρονται ενώ μόλις φύγουν αντικαθίστανται το ίδιο γρήγορα από τα πιο προηγμένα πυραυλικά συστήματα του ρωσικού οπλοστασίου»...

Το ίδιο διάστημα, ο αρθρογράφος του «Russia Direct» (ρωσική αγγλόφωνη ιστοσελίδα για θέματα εξωτερικής πολιτικής) Ιβάν Σαφρόνοφ, σημείωνε ότι μολονότι η Ρωσία ξόδεψε 464.000.000 δολάρια για τις μέχρι τώρα αεροπορικές επιχειρήσεις στη Συρία, προσδοκά πως θα κερδίσει πολύ περισσότερα από τις νέες παραγγελίες για όπλα, αεροπλάνα, βομβαρδιστικά και άλλα ρωσικά οπλικά συστήματα. Ο αρθρογράφος εκτιμά ότι τα κέρδη των ρωσικών πολεμικών βιομηχανιών θα μπορούσαν να ξεπεράσουν άνετα τα 7 δισεκατομμύρια δολάρια τα επόμενα λίγα χρόνια, αναφέροντας ενδεικτικά πως μέσα στους πρώτους μήνες από την έναρξη της ρωσικής επέμβασης στη Συρία στις 30/9/15 με πρόσκληση της κυβέρνησης Ασαντ, οι Αλγερινοί ολοκλήρωσαν αίφνης παζάρια... οκτώ ετών παραγγέλλοντας τον περασμένο Δεκέμβρη 12 βομβαρδιστικά τύπου «Su-32», αξίας 600.000.000 δολαρίων και 40 στρατιωτικά ελικόπτερα τύπου «Mi-28NE» (κόστους 700.000.000 δολαρίων). Παζαρεύουν ακόμη την αγορά άλλων 10 αεροσκαφών τύπου «Su-35S» αξίας 900.000.000 δολαρίων...

Παρόμοια γεωστρατηγικά «παιχνίδια» στις πλάτες του συριακού λαού δεν παίζονται μόνον από τους Ρώσους, αλλά και από τις δυτικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που επιχειρούν να διευρύνουν το μέτωπο των επεμβάσεων όχι μόνον σε Συρία και Ιράκ αλλά και στη Λιβύη, όπου προετοιμάζουν μεθοδικά την επόμενη φάση επέμβασης: Αυτή τη φορά με πρόσχημα όχι τα «αυταρχικά καθεστώτα», αλλά τα δημιουργήματά τους τζιχαντιστές τρομοκράτες.


Δέσποινα ΟΡΦΑΝΑΚΗ




Διαβάστε στο «Ρ»

Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org