ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 3 Μάρτη 2002
Σελ. /24
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΔΙΗΓΗΜΑ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΧΡΗΣΤΟΥ ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗ

Ο Χρήστος Πολυχρονίδης γεννήθηκε στο χωριό Κυριακή Σουφλίου. Τον καιρό του Εμφυλίου έφυγε με τη μάνα και τις αδελφές του στη ΛΔ Βουλγαρίας.

Από το 1950 και ως την επιστροφή στην Ελλάδα το 1979 έζησε στη Γερμανική Λαοκρατική Δημοκρατία. Σπούδασε στο Ινστιτούτο Λογοτεχνίας στη Λιψία.

Εγραψε στα γερμανικά: «Το βουνό μου ο Αη-Λιας», «Οι άσωτοι γιοι», «Ελαιώνες χωρίς ειρήνη». Επίσης μετέφρασε στα γερμανικά το «Ρεπορτάζ κάτω από τις ερπύστριες» του Γιώργη Μωραΐτη (που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Zinn und Form» της Ακαδημίας Τεχνών του Βερολίνου). Στα Ελληνικά εκδόθηκαν τα διηγήματά του με τον τίτλο: «Διλήμματα» (Εκδόσεις «Εντός»). Υπό έκδοση είναι: το ιστορικό μυθιστόρημα «Οι Τραντέλλενοι» και η νουβέλα «Οι παράλληλες τέμνονται».


Το ρολόι του καπετάν Μανόλη

Στο σύντροφο και φίλο Τάκη Ρούλη

Γρηγοριάδης Κώστας

Ενα ρολόι δείχνει τις ώρες, τα λεπτά, τα δευτερόλεπτα. Υπάρχουν ρολόγια ακριβά από χρυσό ή φτηνά από κάποιο εξευγενισμένο μέταλλο, ρολόγια αντίκες και ρολόγια μοντέρνα. Μερικά, ίσως, να έχουν κάποια ιστορική αξία, ανήκανε σε κάποιον ευεργέτη του Εθνους, καθώς λένε, σε κάποιον από τζάκι, δηλαδή πλούσια οικογένεια, ή να ήταν κάποιου πολιτικού. Μερικά τα βλέπουμε στα μουσεία, άλλα τα έχουν κρυμμένα φανατικοί συλλέκτες.

Το ρολόι του καπετάν Μανόλη δεν είναι από χρυσό, ούτε από ασήμι. Ενα απλό ρολόι που το έφερε από την Πέργαμο της Μικρασίας. Ισως να του το χάρισε ο πεθερός του, όταν παντρεύτηκε την Ελευθερία. Τ' όνομα είναι σημαδιακό, όπως και το ρολόι. Είναι στενά συνδεδεμένα. Εχουν μια κοινή ιστορία.

Η ιστορία αρχίζει με αίμα και δεν έχει τέλος.

Την πρώτη φορά αποχωρίστηκε το ρολόι του ο καπετάν Μανόλης, όταν ήταν φυλακή στην Καβάλα μαζί με πολλούς άλλους συναγωνιστές. Το έδωσε σ' έναν κοντοχωριανό του, το Μιχάλη, να το παραδώσει στη γυναίκα του, γιατί δε γνώριζε αν θα επέστρεφε ποτέ στο σπίτι του, στο χωριό Εκάλη, γι' αυτό είχε και το ψευδώνυμο Εκαλιώτης, έναν οικισμό της Ζαρκαδιάς και στην οικογένειά του.

Αυτός, ο Μιχάλης, απολύθηκε ύστερα από μερικές μέρες, δεν πέρασε καν από το χωριό του καπετάν Μανόλη, μα βγήκε στο βουνό, στην περιοχή του Γκοτζιά Ορμάν, κι έτσι το ρολόι έμεινε στα χέρια του. Αργότερα, ήταν αρχές του φθινοπώρου του σαράντα έξι, χωρίς να περάσει από δίκη, άφησαν και τον καπετάν Μανόλη ελεύθερο. Μα κι αυτός δε γύρισε στο σπίτι του. Πήρε τα γνωστά μονοπάτια κι ανέβηκε στο παλιό λημέρι που γνώριζε ακόμα από την κατοχή κι έδρασε σε τούτη την περιφέρεια επί δυο χρόνια. Είχε καλό όνομα στην περιοχή κι όταν ακούστηκε πως είχε πάρει το όπλο, είχε βγει στο βουνό, τον ακολούθησαν κι άλλοι αγωνιστές που ως τότε δίσταζαν. Εκεί συνάντησε πάλι τον Μιχάλη και κείνος του παρέδωσε το ρολόι.

Το αντάρτικο στην περιοχή της Καβάλας και της Δράμας ήταν αδύναμο. Και ο τόπος ήταν δύσκολος: Ψηλά, κακοτράχαλα βουνά, απότομες βαθιές χαράδρες, λιγοστό νερό, τα χωριά μακριά και μεγάλη η πεδιάδα που κανείς δεν τη διέσχιζε απαρατήρητος. Υστερα στην περιοχή δρούσαν και οι Τσαούς Αντώνηδες, οι περισσότεροι Παφραλήδες που ήταν έμπειροι πολεμιστές και κάθε σπίτι τους είχε ακόμα και μυδράλιο. Μάχες δίνανε οι αντάρτες, στήνανε ενέδρες σ' αποσπάσματα, ανατίναζαν γέφυρες, χτυπούσαν σταθμούς χωροφυλακής.

Μια μέρα πορεύονταν κατηφορίζοντας το τμήμα του καπετάν Μανόλη από το Γκοτζιά Ορμάν για να χτυπήσουν τη νύχτα κάποιο χωριό, όπου στρατοπέδευσε ένα απόσπασμα Μάυδων, όπως είχαν μάθει από συνδέσμους.

Το μονοπάτι ήταν χορταριασμένο κείνη την εποχή και τα λιγοστά δέντρα και πουρνάρια είχαν φουντώσει. Οπως συνήθιζε, ο Μανόλης βάδιζε στην κεφαλή του αντάρτικου τμήματος που αποτελούνταν από καμιά σαρανταριά αντάρτες. Ανάμεσά τους και λιγοστές αντάρτισσες. Βάδιζαν σιωπηλοί, ένας πίσω από τον άλλο σε απόσταση τριών, τεσσάρων μέτρων. Κάποια στιγμή ο καπετάν Μανόλης στάθηκε στην άκρη για να παρακολουθήσει το τμήμα. Μήπως κάποιος είχε κουραστεί και χρειαζόταν βοήθεια, μήπως καμιά από τις κοπέλες δεν μπορούσε ν' ακολουθήσει. Να, όπως εκείνες, η Μαρία και η Κατερίνα, που μόλις είχαν έρθει από τα έμπεδα στο τμήμα και ήταν ασυνήθιστες στις πορείες. Τα ντουφέκια τους τα κρατούσαν κάπως αδέξια στους ώμους.

Ο καπετάν Μανόλης έβγαλε από την τσέπη του χιτωνίου το ρολόι, άνοιξε το καπάκι. Η ώρα ήταν πέντε το απόγευμα. Ακόμα πέντε ώρες ως την επίθεση. Τώρα θα κατέβαιναν σε μια χαράδρα και θα αναπαύονταν, θα έτρωγαν το ξερό ψωμί, πρώτα όμως θα το βουτούσαν στο νερό, έτσι γινόταν πολύ πιο νόστιμο.

Οταν διάβηκε και ο τελευταίος άντρας μπροστά του, έτρεξε ως την μπροστέλα, σήκωσε το χέρι και τράβηξε προς τη χαράδρα. Το μονοπάτι ήταν απότομο. Μόνο τα γίδια σκαρφάλωναν σε τούτα τα μέρη.

Η χαράδρα βαθιά, ήλιος δεν τη χτυπούσε. Οι άντρες σιγομιλούσαν μεταξύ τους. Κανένας τους όμως δεν έκανε σκέψεις πως κάποιος απ' αυτούς θα λαβωνόταν, κάποιος δε θα γύριζε στο λημέρι, θα επέστρεφε στο σπίτι μετά τη νίκη.

Η Μαρία και η Κατερίνα πλένανε και δροσίζανε τα πρησμένα πόδια τους λίγο πιο κάτω από την πηγή. Ηταν ασυνήθιστες στις βαριές και πολύ μεγάλες αρβύλες. Τη μάχη δεν τη φοβόνταν γιατί δε γνώριζαν από μάχες. Για πρώτη φορά έπαιρναν μέρος. Και κάτι που σου είναι άγνωστο δεν το φοβάσαι.

Ο καπετάν Μανόλης πήγαινε από ομάδα σε ομάδα, από παρέα σε παρέα. Σ' ένα νεαρό αντάρτη, Κωστάκη τον φώναζαν όλοι, που έστριβε επιδέξια τσιγάρο, είπε πατρικά: «Δε φοβόμαστε, συναγωνιστή! Ετσι δεν είναι;» Εκείνος κορδώθηκε: «Μπα, συναγωνιστή καπετάνιο! Εχω συνηθίσει! Δεν είναι η πρώτη».

«Ετσι, μπράβο! Για νίκη πάμε!»

Πήγε ακόμα στις κοπέλες, τις συμβούλεψε χαμογελώντας: «Στεγνώστε καλά τα ποδαράκια σας, αλλιώς θα τρίβονται στις αρβύλες».

Εσβησε πάνω στις ράχες το κοκκινωπό φως του ήλιου. Μαύρη σαν πίσσα η νύχτα στη χαράδρα. Μόνο ψηλά, πολύ ψηλά άναψαν στον βαθύ, μακρινό ουρανό τ' αστέρια.

Πριν συνεχίσουν την πορεία ο καπετάνιος κοίταξε το ρολόι του, ανάβοντας για λίγο το φακό. Οι δείχτες διακρίνονταν καλά. Εδειχναν ώρα εννιά.

Οι αντάρτες συμπτύχθηκαν, ο καπετάνιος μπήκε πάλι επικεφαλής. Στο τέλος της χαράδρας απλωνόταν ο κάμπος και στους πρόποδες τούτου του βουνού βρισκόταν το χωριό.

Χώρισαν οι ομάδες, κύκλωσαν το χωριό με τα χαμόσπιτα, τα στενά σοκάκια, την πλατειούλα με τα δυο καφενεία. Σ' αυτά θα είχαν οι περισσότεροι Μάυδες συγκεντρωθεί. Από μακριά ακούγονταν οι φωνές τους.

Οταν πλησίασαν στα τριάντα μέτρα την πλατειούλα, κοίταξε πάλι ο καπετάν Μανόλης το ρολόι του.

Ηταν η τελευταία φορά. Οταν έτρεχε πρώτος προς τα καφενεία μια ριπή τον γάζωσε στο στήθος. Χτυπήθηκε και το ρολόι. Οι δείχτες σταμάτησαν δέκα η ώρα και τριάντα πέντε λεπτά.

Τον θάψανε σε μια βουνοπλαγιά. Εδώ για χρόνια θα το βαρούσαν οι αγέρηδες το μνήμα, θα το πότιζαν οι βροχές, θα το σκέπαζαν τα χιόνια. Και όταν θα ερχόταν πάλι με το καλό η Ανοιξη θα σκεπάζονταν με χορτάρια και αγριολούλουδα.

Το ρολόι του καπετάνιου το πήρε κάποιος συγχωριανός του, ονόματι Κέντερης Φώτης. Αυτός όμως σκοτώθηκε σε μια ενέδρα κοντά στη Δράμα και το ρολόι ήρθε στα χέρια του Ιορδάνη Βασιλειάδη από το χωριό Νικηφόρος της Δράμας. Μα κι αυτός σκοτώθηκε και το ρολόι ήρθε στα χέρια του Γιάννη Καλογιάννη, μα κι αυτός δεν το κράτησε για πολύ. Οταν αρχές σαράντα εννιά πέρασαν από δω οι δυο ταξιαρχίες του Εβρου, πήγαιναν για ενίσχυση στο Γράμμο, τις ακολούθησε με δυο λόχους. Παρέδωσε το ρολόι σε κείνο τον νεαρό αντάρτη που δε φοβόταν τη μάχη. Αυτός τραυματίστηκε βαριά στο πόδι και τον μεταφέρανε στη Βουλγαρία, στην πόλη Μπερκόβιτσα. Του κόψανε το πόδι ως πάνω από το γόνα.

Οταν άρχισε να βαδίζει έκανε το γύρο του στρατοπέδου και ρωτούσε: «Μήπως γνωρίζεις την Ελευθερία...; Είναι από το χωριό Εκάλη της Χρυσούπολης, της Καβάλας».

Μα κανείς δε γνώριζε ή είχε ακούσει για την Ελευθερία.

Πέρασαν μερικά χρόνια. Ο νεαρός Κώστας έβαλε το ρολόι σε ένα ξύλινο κουτί και το φύλαγε, μήπως συναντούσε κάποτε την Ελευθερία. Οταν άρχισε να χάνει τις ελπίδες, πήγε στην κομματική οργάνωση, βρήκε το γραμματέα. «Το και το», του λέει, «είναι του καπετάν Μανόλη, του Εκαλιώτη. Να βρούμε τη γυναίκα του, να της το δώσουμε». Τυχαία τη βρήκανε. Το πήρε. Εκλαψε. Το χάρισε αργότερα στο γιο της, τον Τάκη.

Με τον Τάκη συναντιόμαστε συχνά στις διαδηλώσεις, στις συγκεντρώσεις. Για πρώτη φορά μου έδειξε το ρολόι όταν είδα στην τηλεόραση να πέφτει το Τείχος του Βερολίνου. Η ΓΛΔ δεν υπήρχε πια. Ο Τάκης κι εγώ σ' αυτήν μεγαλώσαμε.

Συναντηθήκαμε στην πλατεία Κάνιγγος. Ηταν κάποια διαδήλωση. Ημασταν λίγοι. Κατσουφιασμένος έστεκα κοντά στη στάση των λεωφορείων.

«Πικραμένος» με ρώτησε.

«Πολύ».

«Αδύναμος;»

«Οχι, αντέχω».

Ο Τάκης έβγαλε το ρολόι από τη μικρή τσέπη του σακακιού. Μου το έδειξε: «Το βλέπεις; Γι' αυτό αντέχω».

«Εγώ αντέχω γιατί έχω το παλτό του πατέρα μου. Στο στήθος έχει μια μικρή τρύπα».


Χρήστος ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org