ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 3 Νοέμβρη 2002
Σελ. /24
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΔΙΗΓΗΜΑ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ ΠΑΠΑΚΟΓΚΟΥ - ΒΑΡΒΑΚΗ

Η ΑΡΕΤΗ ΠΑΠΑΚΟΓΚΟΥ - ΒΑΡΒΑΚΗ γεννήθηκε στο Παχτούρι, ορεινό χωριό των Τρικάλων στον κορμό της Πίνδου. Είναι το ένατο παιδί πολυμελούς οικογένειας. Ο αδελφός της Νίκος την οδήγησε να δει την κοινωνία μέσ' από τις πρωτοποριακές ιδέες και επέδρασε καταλυτικά στη διαμόρφωση της συνείδησής της. Απ' τα μαθητικά χρόνια και ως σήμερα, δεν έπαψε, να αγωνίζεται - με συνέπεια - για μια άλλη καλύτερη κοινωνία. Περνώντας μέσ' απ' τις γραμμές της ΟΚΝΕ, οργανώθηκε στη διάρκεια της Κατοχής, στην αντιστασιακή οργάνωση «Θεσσαλικός Ιερός Λόχος» και σε συνέχεια, πέρασε στις γραμμές της ΕΠΟΝ. Στο ΚΚΕ εντάχτηκε το 1943. Διώχτηκε για τα ιδανικά της, εξορίστηκε και φυλακίστηκε. Από τους πολύχρονους αγώνες αποκόμισε συγκλονιστικά βιώματα, πολύτιμα για τις νεότερες γενιές. Ενα από αυτά τα βιώματα, παρμένο απ' τη σκληρή πραγματικότητα εκείνης της εποχής, ιστορεί στην αφήγησή της στο σημερινό «Ριζοσπάστη».


28 ΤΟΥ ΟΧΤΩΒΡΗ ΤΟΥ 1948
«Οχι και στους Αμερικάνους» - ΕΠΟΝ

Β' Μέρος

Γρηγοριάδης Κώστας

Η στοά ενώνει δυο κατακόρυφους κεντρικούς δρόμους, Ακαδημίας και Χαριλάου Τρικούπη, σχηματίζοντας ορθή γωνία. Παλιά, ετοιμόρροπα τα κτίσματα που την περιβάλλουν και τη στεγάζουν. Κι από τις δυο πλευρές της, αραδιασμένα μαγαζάκια. Ενα σφραγίδικο, ραφτάδικο, εργαστήρι επισκευής γκαζιερών -εδώ μπαινοβγαίνει λαός για να κολλήσει την γκαζιέρα που τρύπησε, ν' αλλάξει το μπεκ που βούλωσε, ν' αγοράσει ξεβουλωτήρια. Ενα φωτο-ενσταντανέ που φέρνει τυχαίους διαβάτες, που τους φωτογράφισαν καθώς βάδιζαν ανύποπτοι στο δρόμο. Κι ανάμεσά τους, σφηνωμένο, σαν να του παραχώρησαν θέση τα άλλα μαγαζιά, αφού στριμώχτηκαν κι εκείνα, το μπαλωματάδικο του μαστρο-Βαγγέλη.

Ολα τούτα τα μαγαζιά -ας είναι διαφορετικά- έχουν κάτι το κοινό: η όψη τους δείχνει το ίδιο το πέρασμα του χρόνου, κι ακόμα, τα επαγγέλματα που στεγάζουν, έχουν πάρε - δώσε μόνο με το λαό. Μα το μπαλωματάδικο του μαστρο-Βαγγέλη παρουσιάζει τη μεγαλύτερη κίνηση. Ερχονται εδώ από πολλές και μακρινές γειτονιές. Μεροκαματιάρηδες, γυναίκες και άντρες, συνταξιούχοι, νοικοκυρές, θα συνδυάσουν και το φτηνό ψώνισμα στην κεντρική αγορά και θα βγει από κει το εισιτήριο και κάτι παραπάνω. Εχουν πάντα μαζί τους την καμποτένια τσάντα. Κι ακόμα, κι ας μην το λένε -γιατί δε λέγεται- το σπουδαιότερο: κάτι θα πουν, κάτι θα μάθουν ή, έστω, αν αυτό δε θα 'ρθει βολικό, θα διαβάσουν τα μάτια του και θ' ανοίξουν διάπλατα κι αυτοί τα δικά τους με το ίδιο σύνθημα: «Ο λαός είναι αδούλωτος!».

Εδώ μέσα όλα μαρτυρούν τις δεκάδες χρόνια που τα διάβηκαν. Το φυρό και φαγωμένο σανιδένιο πάτωμα, τ' αλλεπάλληλα ασβεστώματα των τοίχων -που μπορούν ακόμα και να μετρηθούν στα σημεία που ο ασβέστης είναι πεσμένος-, στο στραπατσαρισμένο τραπεζάκι, στα παλιωμένα ράφια, τις παραμορφωμένες από τη φθορά καρέκλες. Εκεί που ο χρόνος δούλεψε ιδιαίτερα και ταχύτερα μαζί με τις συνθήκες, κατάφερε στην ίδια τη μορφή του μαστρο-Βαγγέλη, ένα μείγμα που είναι αδύνατο να ξεχωρίσεις μέχρι πού φτάνει ο χρόνος κι από πού αρχινάνε τα σημάδια που χάραξε ο μόχθος μέσα σε τούτη την τρύπα, που μήτε ήλιος μήτε αέρας τη βρίσκει. Σκυφτός για δώδεκα και πάνω ώρες, πάνω στα τρύπια, τα σκονισμένα, τα λασπωμένα παπούτσια. Σπάνια σηκώνει το κεφάλι, ακόμα κι όταν μπαίνει πελάτης, ακόμα και σαν απευθύνονται σ' αυτόν. Καθώς πιάνει το κάθε παπούτσι το περιεργάζεται, το παρατηρεί με βλέμμα σοβαρά και πονετικό, σα να 'ναι γιατρός που πασκίζει να σώσει, να παρατείνει τη ζωή βαριά άρρωστου καταδικασμένου. Ψάχνει ν' ανακαλύψει αθέατα ανοίγματα, πιέζει το δέρμα ανάμεσα σόλας και κουτεπιέ ή σημεία που έχουν φθαρεί κι όπου να 'ναι θ' ανοίξουν. Συχνά, όπως τα περιεργάζεται, μονολογεί -καθώς απευθύνεται πάντα στο παπούτσι- σα να μιλάει στον ίδιο τον άρρωστο κι εκείνος τον ακούει με σιωπηλή εμπιστοσύνη. Μιλά πάντα στον πληθυντικό για τον εαυτό του: «Καλά, καλά, εσένα θα σε γειάνουμε... Γιατρεύεσαι εσύ. Και θα παίζεις πάλι το τσελίκι, το κουτσό, την μπάλα...». Και κερώνει τον σπάγκο και δοκιμάζει αν το ψίδι, που μουσκεύει στο ντενεκεδένιο κουτάκι, μαλάκωσε, αν έγινε ελαστικό. Κι ακουμπάει το χαλασμένο παπούτσι ανάμεσα στα γόνατά του, πάνω στην καραβοπανένια του ποδιά, ζυγίζει καλά το μαλακό, ελαστικό πια ψίδι, πιάνει το σουβλί, ανοίγει τις τρύπες για να περάσει η βελόνα. Στο πέρασμα της κάθε βελονιάς σφίγγει γερά το σπάγκο, κι όταν ο κύκλος γύρω από την τρύπα κλείνει, παίρνει τη φαλτσέτα και κόβει προσεχτικά λοξά το περισσευούμενο ψίδι, ώστε η άκρη του να γίνεται ένα με την επιφάνεια του υπόλοιπου παπουτσιού. Τέλος, τα βερνικώνει και τα γυαλίζει με υπομονή, τα κοιτάζει με τη χαρά πως άλλαξαν όψη, πως θ' αντέξουν ακόμα, πως οι πελάτες του -μικροί ή μεγάλοι- θ' αναφωνήσουν σαν τους τα δείξει στο ράφι: «Α! αυτά γίνανε αγνώριστα, καινούρια!».

Οσο πασκίζει να τα συνεφέρει, η συλλογή του δουλεύει παράλληλα και με τον ίδιο ρυθμό: «Για να φτάσουν ετούτα τα παπούτσια σ' αυτή την κατάσταση φορέθηκαν έτσι, με τρύπιες σόλες, με τρύπες στα δάχτυλα, με πεσμένα και ξεφτισμένα φόντια... Θα πέρναγε νερό... Και τα παιδιά; Πώς τα φόραγαν στη δουλιά, στο σκολειό, στο παιγνίδι; Θα 'νιωθαν καταφρόνια... Κι οι βιτρίνες είναι γεμάτες με καινούρια, όμορφα και γερά παπούτσια...». Κι ένας κόμπος του ξεσγαλίζει το στήθος, καθώς ανεβαίνει να τιναχτεί έξω, μα σταματάει εκεί, ξυστά στο λαρύγγι του, καθώς ξεροκατάπιε, και δεν μπορεί ν' ανέβει μήτε πάνω αλλά μήτε και κάτω να κατέβει και μένει εκεί σκαλωμένος, να πιέζει ασφυκτικά, αφόρητα. Ανοιγοκλείνουν και τεντώνουν τα μάτια του σαν δυο γκριζογάλανοι ουρανοί δίχως ορίζοντα -μη και γλιστρήσουν από τις άκρες τους οι πρώτες σταγόνες από το φουρτουνιασμένο σύννεφο που του τα θόλωσε. «Μα τι... ε, όχι δα... Αντε καιρός για τέτοια...». Κι έτσι, καθώς κράταγε το παπούτσι μ' αγάπη και πόνο, σαν να 'ναι το ίδιο το θύμα που κατασπάραξε ο εχθρός, η μορφή του αλλάζει όψη: το πρόσωπό του παίρνει μια οργισμένη έκφραση. Τα μάγουλά του βαθαίνουν, σα να ρουφιούνται, τα μήλα του προσώπου του σα να πετιούνται προς τα έξω. Κάτι λεπτές μπλε φλεβίτσες προς τα ριζά των μαλλιών, κλοτσάνε την αχνή επιδερμίδα του. Τα χείλη και τα δόντια του σφίγγουν. Μα εκεί που η οργισμένη επιθετικότητα παίρνει θέση βολής, είναι το βλέμμα του. Σα να 'ταν μπροστά του ο ίδιος ο εχθρός κι είναι έτοιμος να του επιτεθεί.

Τούτο το μικροσκοπικό μπαλωματάδικο έχει διαθέσιμο χώρο μόνο για μια καρέκλα και για δυο-τρεις όρθιους, δίπλα στο μικρό σωρό με τα χαλασμένα παπούτσια. Μα τι να τον κάνεις το χώρο και τις καρέκλες. Αυτά θα χρειάζονταν σε κείνους που 'χουν απόλαψη να ξοδεύουν χρόνο σε καθισιό και φλυαρία, μα τούτοι τέτοια διάθεση ούτε που τη νιώσανε. Ετσι τούτος εδώ ο χώρος φτάνει και περισσεύει, για να δίνεις και να παίρνεις, και μάλιστα στο άψε-σβήσε.

Εδώ μπαινοβγαίνει μόνο φτωχολογιά. Ακουμπάει στον πάγκο τα χαλασμένα παπούτσια της φαμίλιας και κοιτάζει στα μάτια το μαστρο-Βαγγέλη καθώς τα περιεργάζεται, για να μαντέψει αν παίρνουν «γιατρειά» ή αν θα μπουν στο δύσκολο πρόβλημα της αντικατάστασής τους. Εδώ μπαινοβγαίνει φτωχολογιά που στο βλέμμα φέρνει τα μηνύματα της γειτονιάς, που παίρνει μηνύματα για να τα μεταφέρει αλλού.

Εδώ, σ' αυτό το μπαλωματάδικο, το ανήλιαγο και το σκοτεινό, περνάγαμε η Βιολέτα κι εγώ για να δώσουμε και να πάρουμε αισιοδοξία. Γιατί εδώ, σε τέτοιους χώρους, τη συναντάς ακόμα κι όταν άλλοι τη χάνουν κι άλλοι πιστεύουν πως χάθηκε για όλους και ολότελα. Εδώ ζυγίζεται σε αναλογία όλη η θέληση, η απόφαση και η δύναμη ενός λαού, που στις σκληρότερες στιγμές της δοκιμασίας του αναδύεται μέσα από το πελαγωμένο αίμα του, όπου οι Αμερικάνοι ιμπεριαλιστές και η ξένη ολιγαρχία τον έχουν ρίξει.

«Εχουμε τίποτα καινούριο; Πώς πάμε;»

«Καλά, μαστρο-Βαγγέλη.»

«Το "καλά" το ξέρω. Τίποτα τρανταχτό έχουμε;»

«Χτες βράδυ μίλησε το Χωνί»

«Αχααά! Και τι μας λέει;»

«Για τους Αμερικάνους ιμπεριαλιστές, που ματοκυλάνε το λαό...».

Δεν περίμενε ν' ακούσει τίποτα περισσότερο. Του 'φτανε. Ηξερε τι χρειαζόταν. Τα χέρια του σα να φτέρωναν. Πέρναγε γρηγορότερα τη βελόνα στις ανοιγμένες τρύπες, έσφιγγε περισσότερο το σπάγκο, γυάλιζε με γρηγορότερες κινήσεις τα παπούτσια, σα να βιάζονταν να τα τελειώσει, σα να 'ταν αυτά τα παπούτσια που χρειάζονταν αυτή τη στιγμή για να αντιμετωπιστεί η ιμπεριαλιστική βία.

... Την άλλη μέρα, 29 του Οχτώβρη, η Βιολέτα θα γνώριζε, εδώ μέσα, όλο αυτό το μέγεθος της αισιοδοξίας του. Δεν είχε προφτάσει ακόμα να καλοκαθίσει κι ούτε καν καλά-καλά ν' αλλάξει κουβέντα με τον μαστρο-Βαγγέλη και μπαίνει κάποιος μέσα. Η στάση του -λίγο σκυφτός-, το ύφος, το βλέμμα του έδειχνε ερευνητικό, μα δε δημιουργούσε ανησυχία. Μα και τον ίδιο, όχι μόνο δε φάνηκε να τον ανησυχεί η παρουσία δεύτερου άγνωστου προσώπου, μα και σαν να το αποζητούσε αυτό: Ν' αποτανθεί σε περισσότερο κόσμο. Να τους μεταδώσει αυτά τα συναισθήματα που τον φέραν πετώντας μέχρι εδώ, να τα μοιραστεί και μ' άλλους, όσο γίνεται περισσότερους, να χαρούν γι' αυτό που τους ενώνει τόσο δυνατά και τους δίνει τις ίδιες χαρές για τις επιτυχίες και τις ίδιες λύπες για το αντίθετο.

Αφού έριξε μια ματιά ολόγυρα, δίχως να χαιρετήσει, αναστυλώθηκε κι άρχισε: «Αγαλλίασε η καρδιά μου χτες βράδυ, αδερφέ μου! Αγαλλίασε η καρδιά μου!». Καθώς μιλάει -σχεδόν με κάθε λέξη- τινάζει το σώμα του προς τα πάνω και πίσω, κι έτσι δίχως να το επιδιώκει συνειδητά, μεταδίδει αντάμα με τα λόγια τα συναισθήματα που δοκιμάζει και που ταυτόχρονα επενεργούν. «Καθώς κατέβαινα την Πανεπιστημίου με το τραμ, με το κεφάλι μπουμπουνιασμένο από τα μεγάφωνα, τους κανονιοβολισμούς και τα μουγκρητά των αεροπλάνων, σηκώνω το βλέμμα μου για να κοιτάξω παραπάνω και πέφτει, αδερφέ μου, στη σημαία της ΕΠΟΝ, με την επιγραφή: ΟΧΙ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΥΣ - ΕΠΟΝ. Εμεινα να το κοιτάω ώσπου το τραμ απομακρύνθηκε. Κατεβαίνω στην πρώτη στάση στην Ομόνοια και ανεβαίνω ξανά με τα πόδια. Ηταν ακόμα εκεί όταν περνούσα από μπροστά. Εκεί γύρω πολλοί άνθρωποι κοιτούσαν προς τα κει και δεν ξέρω αν δεν ήθελαν ή δεν μπορούσαν να κρύψουν τα συναισθήματά τους. Στην Ομόνοια που ξαναγύρισα, συναντάω ένα φίλο μου και τον παίρνω να ξανανέβουμε μαζί, μα την είχαν πάρει...».

Ο μαστρο-Βαγγέλης που, ως εκείνη τη στιγμή, σκυμμένος, χτύπαγε με το σφυρί στο καλαπόδι τις τελευταίες ξυλόπροκες στη σόλα, άκουγε μ' ένα πλατύ χαμόγελο, σήκωσε το πρόσωπό του, κι ήταν τόσο φωτεινό, σα να ορμούσε και να ξεχυνόταν το φως από μέσα και που, αφού γέμιζαν μ' αυτό οι πιο βαθιές αυλακιές του, ξεχείλιζε και απλωνόταν.

Εσφιξε δυνατότερα το σφυρό στη σκληρή λερωμένη γροθιά του. Μυτερά λιθάρια κάτω από τον ωμίτη του αλατζαδένιου του πουκάμισου, πετάχτηκαν προς τα πάνω οι ντελικάτοι ώμοι του. Ατσάλινα ελατήρια οι μύες του λαιμού του τίναξαν μπρος και πέρα το κεφάλι του. Σα να 'παιρνε θέση εφόδου, σα να 'ταν έτοιμος να χιμήξει. Σφίγγαν τα δόντια του και τα χείλη του πιστρώσαν για να συγκρατήσουν το βροντερό χούγιασμα που κόχλαζε στα στήθια του. Οι κόρες των ματιών του ακινητοποιήθηκαν πάνω στην τελειωμένη σόλα, στις καρφωμένες ξυλόπροκες και σήκωσε το σφυρί όσο ψηλότερα μπορούσε, κατακόρυφα στον ώμο του και χτύπησε μια και δυο και τρεις και πέντε φορές. Κάθε χτύπημα γοργότερο και δυνατότερο. Και στο κάθε χτύπημα, το ξύλινο τσαγκαράδικο τραπεζάκι τραντάζονταν και χοροπηδούσαν καρφιά και άλλα σύνεργα. Ετριζε το φυρό, απ' το χρόνο και την κακομεταχείριση, πάτωμα με τα παπούτσια σωριασμένα στη γωνιά να περιμένουν τη σειρά τους για μπάλωμα. Χοροπηδάγανε και τα μπαλωμένα, φρεσκογυαλισμένα παπούτσια, τ' αραδιασμένα στα σανιδένια ράφια. Κι έβλεπες κι άκουγες σ' αυτούς τους χτύπους όλη τη χαρά, την ικανοποίηση, τη θέληση, την απόφαση, τη δύναμή του.

«Αγαλλίασε η καρδιά μου, αγάλλιασε!», επανέλαβε ο φίλος του, κοιτάζοντας ψηλά και πέρα, σαν να μην είχε μπροστά του τα σκονισμένα ράφια με τα μπαλωμένα και γυαλισμένα παπούτσια. Σα να βρισκόταν σ' ανοιχτό χώρο και ψηλά, κι έβλεπε από κει σε εικόνα όλο το δράμα του λαού να ξετυλίγεται και ν' απλώνεται μπροστά του, τραγικό και αισιόδοξο!


Της Αρετής ΠΑΠΑΚΟΓΚΟΥ - ΒΑΡΒΑΚΗ




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org