ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 29 Ιούνη 2003
Σελ. /24
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΔΙΗΓΗΜΑ
Της Ναταλίας ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ

Αντιστασιακή συγγραφέας, διηγηματογράφος. Γεννήθηκε στο χωριό Αβραμιού - Μεσσήνης. Σπούδασε δασκάλα.

Πήρε δραστήρια μέρος στην Εθνική Αντίσταση, από την οποία αντλεί και το υλικό για τα βιβλία της. Μεταπελευθερωτικά καταδιώχτηκε για την αντιστασιακή της δράση.

Εγραψε τα βιβλία: «Δε δουλώνω... Δεν υπογράφω!», «Στις μυλόπετρες της βίας», «Λεβεντογενιά», «Γροθιά στο σκοτάδι», «Μη νομιμόφρων», «Μύρα και χοές».

Είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Το διήγημα που δημοσιεύουμε σήμερα συμπεριλαμβάνεται στην ανθολογία της «Σύγχρονης Εποχής»: «Το διήγημα της Αντίστασης»


«Ορθια στην πίστη της»*

Γρηγοριάδης Κώστας

Από τη μάνα της και τις άλλες γυναίκες της Πίνδου διδάχθηκε κι η Διαμάντω τα πρώτα μαθήματα του εθνικού χρέους. Τις έβλεπε που σκαρφαλώνανε στη Φούρκα, τη Βωβούσα, τη Σαμαρίνα, ζαλικωμένες ψωμί και πυρομαχικά για το μαχόμενο στρατό μας στον Αλβανικό κι η καρδιά της ετοιμαζόταν να σηκώσει τις δικές της ευθύνες.

Κάτω από τα διδάγματα της ηρωικής ΕΠΟΝ για λευτεριά, ανεξαρτησία και λαϊκή κυριαρχία, η Διαμάντω ωρίμασε και βοήθησε την πατρίδα στη δύσκολη ώρα της.

Το παρουσιαστικό της σε ξεγέλαγε, δεν μπορούσες να υποψιαστείς πως μέσα σ' εκείνο το κοντακιανό, γελαστό χωριατοκόριτσο κρυβότανε τέτοια φλογερή πίστη κι αγωνιστική λεβεντιά.

Στο Μακρονήσι, κείνη την ημέρα του βασανισμού βρέθηκε στην πρώτη σκηνή, ανάμεσα σε σαράντα εξόριστες.

Αλφαμίτες αποθηριωμένοι μπαινόβγαιναν από το πρωί και βασάνιζαν τις γυναίκες με τα φονικά τους σύνεργα. Ανάμεσα στους βασανιστές η Διαμάντω ξεχώρισε και τον Κλη Γκάσιο. Αυτός καταγόταν από τα μέρη της, τα χωριά της Κόνιτσας, ήτανε γνωστός της κι είχε φάει ψωμί στο σπίτι της πολλές φορές. Ο Γκάσιος έδερνε τις εξόριστες με τον ορθοστάτη της σκηνής κι η Διαμάντω δεν κρατήθηκε: «Δεν ντρέπεσαι μπρε που σκοτώνεις τον κόσμο!» τονε μάλωσε. «Ακου να σου πω, Διαμάντω, εγώ θέλω να πάρω απολυτήριο με Αριστα! Κατάλαβες;» απάντησε ο δήμιος.

«Ωστε θέλεις να πάρεις "άριστα" σκοτώνοντας τις γυναίκες; Αίσχος καημένε!» έμεινε κατάπληκτη η εξόριστη.

Ο αλφαμίτης βγήκε από τη σκηνή, την υπέδειξε σε δυο άλλους αλφαμίτες και τους ανέθεσε να την παραλάβουν και να τη βασανίσουν. Την άρπαξαν αυτοί αμέσως, τη σύρανε και τη χώσανε στο Α2. Μέσα κει ήτανε μαζεμένοι πολλοί αξιωματικοί και αλφαμίτες και τρώγανε. Κείνη τη στιγμή αποτελείωναν το φαΐ τους και τρώγανε το μήλο τους.

«Να κάνεις μια δήλωση και να πας στο σπίτι σου». Την πήρανε με το μαλακό... «Αυτό είναι καλό κορίτσι και θα κάνει δήλωση».

«Τι δήλωση να κάνω; Εγώ δεν ξέρω τίποτα, ούτε έκανα τίποτα» απάντησε απλοϊκά η Διαμάντω.

«Να κάνεις δήλωση και ν' αποκηρύξεις τον κομμουνισμό» της είπε ο Μάνταλος.

«Και πώς ν' αποκηρύξω τη μισή ανθρωπότητα, που ούτε την είδα, ούτε την ξέρω. Τι μόκαμε»;

«Α... ώστε το ξέρεις καλά το μάθημά σου βλέπω, είπε ένας από δαύτους και χίμηξαν καταπάνω της αλφαμίτες κι αξιωματικοί και τη χτυπούσαν όλοι με λύσσα: Αλλος της έδινε γροθιές στο κεφάλι, άλλος βουρδουλιές στο κορμί, άλλος κλοτσιές στα καλάμια των ποδιών της κι ο μαλλιοτραβηχτής τής ξερίζωνε τα μαλλιά.

«Μανούλα μου, τι άνθρωποι είν' αυτοί που σκοτώνουνε τον κόσμο στο ξύλο! Θα με σκοτώσουνε απόψε. Δεν έχουνε μανάδες, γυναίκες κι αδερφές;» φώναξε η Διαμάντω.

Ο Παπαγιαννόπουλος έτρεξε να της βουλώσει το στόμα με το χέρι του, μα κείνη τον απόδιωχνε παλεύοντας σα γίγαντας. Ορμησαν κατά πάνω της όλοι οι δήμιοι και τη χτυπούσανε αποφασισμένοι ή να την αναγκάσουν να υπογράψει ή να την ξεκάνουν! Η εξόριστη βογκούσε κι αντιστεκόταν.

Εκείνοι την παρατήσανε για μια στιγμή, παραμέρισαν, κάτι κουβέντιαζαν ψιθυριστά μεταξύ τους. Ξαφνικά ρίχτηκαν πάλι καταπάνω της τραβώντας την προς το τραπέζι με τα μελάνια και τα χαρτιά των δηλώσεων. Είχανε αποφασίσει να της μουντζουρώσουν με το μελάνι τον αντίχειρα του δεξιού της χεριού και να της πάρουν το αποτύπωμά της στο χαρτί. Ετσι θα κρατάγανε πια την υπογραφή της.

Η Διαμάντω μπροστά στο μεγάλο κίνδυνο αμυνόταν με απόγνωση. Εκλεισε βιαστικά τον αντίχειρα στα τέσσερα δάχτυλά της και τα 'σφιξε στη χούφτα της με δύναμη.

Ενας βασανιστής άρπαξε τη σφιγμένη κοριτσίστικη γροθιά κι ένα - ένα έστριβε κι αχρήστευε τα δάχτυλά της, ίσαμε που τ' άνοιξε όλα! Ξεχώρισε τον αντίχειρα και κρατώντας τον σφιχτά τον έσερνε προς το μελανοδοχείο. Οι άλλοι τη σπρώχνανε κι αλαλάζανε... Η εξόριστη στύλωσε τα πόδια της στη γη, τέντωσε το λαβωμένο κορμί της κι αντιστεκόταν!

«Ελα, λίγο ακόμη και τ' ακούμπησες το δάχτυλο! Τ' ακούμπησες! Ελα, την έβαλες! Την έβαλες»!..

«Οχι! Οχι!» διαμαρτυρόταν η Διαμάντω, «δεν την έβαλα»! Μα έβλεπε πως τα εκατοστά που τη χώριζαν απ' τον κίνδυνο ήτανε τόσο λίγα!.. Τότε, το τυραγνισμένο κορμί της αντρειεύτηκε και με μιαν ύστατη προσπάθεια λευτέρωσε τ' αριστερό της χέρι, το άνοιξε με ορμή και πέταξε κάτω τα μελάνια!!

«Γω ξέρω γράμματα για την υπογραφή μου», φώναξε με περηφάνια.

«Τη βάζουμε μεις την υπογραφή σου», απάντησε ο Παπαγιαννόπουλος.

«Αμ, τέτοιες ψευτοδηλώσεις παίρνουτε; Αν είχα ευχαρίστηση να 'ρθω μοναχή μου, όχι να με τραβολογάτε τόσοι άντρες...».

Οι δήμιοι ξαναρίχτηκαν απάνω της και τη χτυπούσανε όλοι μαζί. Η Διαμαντούλα ένιωθε πως χανόταν. Το κεφάλι της βάραινε και τη βούλιαξε στο χώμα... Εμετός ερχόταν στο στόμα της και την έπνιγε. Τα μάτια της θολώσανε και τα πόδια της τρέμανε, δεν την κρατούσαν ορθή.

«Μανούλα μου πεθαίνω»! βόγκηξε μέσα της...

«Το 'χεις το όπλο σου; Πάρτηνε και πήγαινέ τη στη χαράδρα να την ξεμπερδέψεις» διέταξε έναν αλφαμίτη ο Παπαγιαννόπουλος. Και γυρίζοντας προς την εξόριστη που ήταν έτοιμη να σωριαστεί, είπε: «Ξέρεις πού θα σε πάνε, στη χαράδρα να σε ξεπαστρέψουνε»; «Οπου θέλουν ας με πάνε»! απάντησε αγέρωχο το σακατεμένο κορίτσι.

Την άρπαξε ο αλφαμίτης, την έσουρε μακριά, πέρα από τις κατοικημένες σκηνές. Βρήκε μια ξεμοναχιασμένη αδειανή σκηνή και την έσπρωξε μέσα. Σωριάστηκε στο χώμα η εξόριστη διπλωμένη ένα κουβάρι. Το σκοτάδι του μεσονυκτίου ήτανε πηχτό κι αδιαπέραστο. Οι πόνοι της αβάσταχτοι και το κεφάλι της βαρύ και θολό. Νόμιζε πως όλοι οι αλφαμίτες της Μακρόνησος τη σβουρίζαν από τα μαλλιά στο χάος της κόλασης! Το μυαλό της το 'νιωθε να σαλεύει κι εκείνη αγωνιζόταν να συγκρατήσει τα συλλοϊκά της. Αποζητούσε το βύθος του ύπνου να καταλαγιάσει τούτη τη θολούρα, να ξαναβρεί την ξαστεριά, να ξεχάσει και τους πόνους της...

Μα τότε, μες στη μισοσβησμένη συνείδησή της κυριάρχησε τούτη η φαρμακερή αμφιβολία: Μήπως και κατάφεραν να της μουντζουρώσουν το δάχτυλο και να της πάρουν τ' αποτύπωμά της, χωρίς να το καταλάβει; Τούτο το σαράκι την έτρωγε ως την αυγή. Γούρλωνε τα μάτια της, πασπάτευε το δάχτυλό της, μα το σκοτάδι ήτανε βαθύ, δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τίποτα!

Την άλλη μέρα διηγόταν στις συνεξόριστές της: «Κι έλεγα: Παναγία μου, φώτισε καμιά φορά να ιδώ το δάχτυλό μου αν έχει μελάνι! Και φώτισε καμιά φορά και το δάχτυλό μου δεν είχε μελάνι»!

* Από το βιβλίο: «Περήφανες κι αδούλωτες».

***

«Το παιδί με τη χρυσή κοτσίδα»
(Το αετόπουλο σύνδεσμος...)

Ενα δεκατριάχρονο παιδί, έναν ήλιο κουβάλησαν στη φυλακή μας κείνο τ' απόβραδο. Την Μπέμπα (Αθανασία) Θανούκου. Φορούσε ακόμη τη μαθητική ποδιά και τ' άσπρο γιακαδάκι της. Το προσωπάκι της - κρίνο της αυγής - πήρε να γλυκαίνει μεμιάς τους ξένους πόνους...

Οι φυλακισμένες, νέες και γερόντισσες, συγκινημένες απ' την παρουσία του, απλώσαν τα χέρια να το καλωσορίσουν με το χάδι τους. Στο φως των ματιών του οι μανάδες ανταμώσαν τα παιδιά τους. Στα χρυσά μαλλάκια του, πλεγμένα σε χοντρή κοτσίδα, που 'φτανε κάτω από τη μέση του, οι αγρότισσες ονειρεύτηκαν τις θημωνιές τους...

Το παιδί δυσκολευόταν να περπατήσει στο μισοσκότεινο πυκνοκατοικημένο χώρο. Σκοντάφτοντας πάνω στα καθιστά κορμιά, έμοιαζε ν' αναρωτιέται τι θέλει ο ήλιος του σε τούτο το σκοτάδι.

«Θέλω την αδερφή μου... Που 'ναι η αδερφή μου»; ρώτησε ανήσυχο.

«Μπέμπα!» σπάραξε κείνη και σωριάστηκε λιπόθυμη.

«Μπέμπα... Μπέμπα μας...» αντιβούισε το θλιμμένο πλήθος αγκαλιάζοντας νοερά το παιδί να το προστατέψει. Λες να κινδύνευε τ' αγγελούδι τους σε τούτο το παπαδογκονέικο «σφαγείο» πού έμπλεξε; Ούτε που κλείσανε μάτι όλη νύχτα... «Μπέμπα παιδί μου τι έπαθες»; λαχτάρησε η καρδιά τους.

Το πρωί - στην ώρα της εξόδου στην αυλή* - δεκαεφτά βήματα μάκρος και πεντέξι πλάτος - οι φυλακισμένες συντροφεύαν το παιδί με τα άγρυπνα μάτια τους και το χαμόγελό τους. Στριμώχνονταν όλες τους να τ' αφήσουν λίγο τόπο να χαρεί το χορευτικό περπάτημά του... Να παίξει και λίγο... «κουτσό» αν ήθελε. Να πηδήξει ακόμη και λίγο «σκοινάκι» με τις δυο ενωμένες ζώνες τους... Εκειδά στην ακρούλα. Εκείνες θα μπαίνανε μπροστά να το κρύψουν από τα δυο χαροπούλια - τους στυγνούς δεσμοφύλακες! Να χαρεί λιγάκι και κείνο το άρωμα του γιασεμιού της διπλανής αυλής που τόλμαγε να στολίζει την πικρή μάντρα τους με τα κατάλευκα μυρωδάτα αστράκια του. Να... Να... Να... «Μη φοβάσαι παιδί μας πολυαγαπημένο! Εδώ είμαστε μεις...».

Μα τα δυο χαροπούλια - οι ταγματασφαλίτες χωροφύλακες που τις παρακολουθούσαν άγρυπνοι, είχαν άλλο πρόγραμμα... Βάλανε στόχο τους να του φαρμακώσουνε τις τελευταίες ώρες της ζωής του. Να του λυγίσουν το ηθικό! Ξεμοναχιάζοντάς το έξω από το δεσμοφυλακείο (βρισκόταν στην αυλή) του περίγραφαν - οι φονιάδες - πώς θα το εκτελέσουν!

«Θα σε κρεμάσουμε με την κοτσίδα από την κορφή το κυπαρίσσι» του λέγανε, «και θα σ' αφήσουμε κει ίσαμε να σε φάνε τα όρνια ζωντανή... Ετσι θα μάθεις το δρόμο να πηγαίνεις και στο χάρο σημειώματα... Αμ' τι; Ολο στους αντάρτες, τους αντάρτες!» και σκάζανε στα γέλια...

«Από ποιόνε έπαιρνες τα σημειώματα, αλήθεια; Για δε μαρτυράς; Πες μας ντε, να γλιτώσεις κι εσύ το κεφάλι σου! Συ 'σαι καλό κοριτσάκι...» μαλάκωνε τάχα ο δεύτερος.

Την άλλη μέρα το βομβάρδιζαν με άλλη εκδοχή. Και την παράλλη... Το ρεπερτόριο της φασιστικής κακουργίας τους ήταν ανεξάντλητο!

Το παιδί μέρα με τη μέρα έχανε το γέλιο και το τραγούδι του... Στα γαλανά ματάκια του άπλωνε τους ίσκιους του ο τρόμος!

Οι γυναίκες για να το προστατέψουν δεν τ' αφήνανε να βγει έξω στην ώρα της εξόδου, δηλώνοντας πως είναι αδιάθετο... Μα τα δυο χαροπούλια δεν εννοούσαν να χάσουν τη λεία τους. Ορμώντας στο θάλαμο το τραβούσαν έξω να συνεχίσουν το σατανικό τους πρόγραμμα.

Εκείνο το μοιραίο χάραμα στρίγκλισε η κλειδαριά, βόγκηξαν οι αλυσίδες κι η πόρτα της φυλακής άνοιξε με πάταγο και θυμό. Τα δυο χαροπούλια χιμήξανε μέσα και φωνάξανε δυο ονόματα: Το πρώτο ήτανε της Μπέμπας μας, του ξανθού παιδιού μας. Και το δεύτερο της αγωνίστριας Αλεξάνδρας Κουτούζωφ, που θυσιάστηκε στο βωμό του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα της πατρίδας, τελευταία απ' όλη την πολυάνθρωπη οικογένειά της.

Το παιδί αλαφιάστηκε στον ύπνο του. Μισοκοιμισμένο ακόμη πήρε να περπατεί προς τα κει που κουδούνιζε η κραυγή... Διασχίζοντας το μεγάλο θάλαμο παραξενεύτηκε βλέποντας τις γυναίκες να το ξεπροβοδίζουν ορθές στα στρωσίδια τους, πνιγμένες στους λυγμούς τους... Μα σαν έφτασε στην είσοδο κι είδε τους δυο φονιάδες να καρτερούν να την αρπάξουν, τότε συνειδητοποίησε τον κίνδυνο: «Το κυπαρίσσι». Εντρομο πισώστριψε τρέχοντας για το στρωσίδι του. Κουκουλώθηκε με το πάπλωμα και γαντζώθηκε στην αγκαλιά της αδερφής του.

Το χαροπούλι πετώντας ξοπίσω του, ξερίζωσε το παιδί από την αδερφική αγκαλιά, το 'στησε ορθό και σέρνοντάς το από την πλεξούδα, το κουτρουβάλησε, το 'βγαλε έξω και το πέταξε στην κλούβα...

Στοργική το καρτέρεσε η αγκαλιά της Αλεξάνδρας. Ως «τον συνήθη τόπον των εκτελέσεων, τον τόπον του κρανίου»!

Μπέμπα! Μπέμπα μας! σπάραξαν οι φυλακισμένες.

Αλεξάνδρα! Αθάνατες!!

Ητανε 4 Αυγούστου 1944 στην Τρίπολη, το «σφαγείο».

* Τα τάγματα ασφαλείας του συνεργάτη των Γερμανών Παπαδόγκονα είχαν επιτάξει αυτό το σπίτι - οι νοικοκυραίοι του βρίσκονταν όλοι στο βουνό - το μετέτρεψαν σε φυλακή και κλείναν εκεί τα θύματά τους.


Της
Ναταλίας ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org