ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 29 Δεκέμβρη 2002
Σελ. /24
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΔΙΗΓΗΜΑ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΜΗΝΙΩΤΗΣ

Ο Βαγγέλης Μηνιώτης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1927 και άρχισε να γράφει σε τοπικές εφημερίδες από τη νεαρή του ηλικία.

Εργάστηκε ως φαρμακοϋπάλληλος 35 χρόνια. Παράλληλα, έγραφε ανελλιπώς σε κλαδικά έντυπα όπως η «ΦΩΝΗ ΦΑΡΜΑΚΟΫΠΑΛΛΗΛΩΝ», της οποίας υπήρξε βασικό στέλεχος επί σειρά ετών.

Για αρκετό διάστημα διατήρησε χρονογραφική στήλη στη «ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΓΣΕΕ» και συνεργάστηκε κατά περιόδους μ' έντυπα Εργατικών Κέντρων και Ομοσπονδιών με χρονογραφήματα κι επίκαιρους στίχους. Συνταξιούχος πια, επιδόθηκε στη συγγραφή βιβλίων με πρώτο τα «ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ 1958-1988». Ακολούθησαν η «ΝΕΡΟΦΙΔΑ», «ΟΚΕΫ», «ΓΛΑΡΕΝΤΖΑ», «ΟΜΟΙΟΚΑΤΑΛΗΚΤΑ ΚΑΤΑΛΥΤΙΚΑ», «ΠΙΣΩΓΥΡΙΣΜΑΤΑ» (Α' βραβείο Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών), «ΜΟΥΡΑΓΙΟ», «ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ 1988-1998», «ΑΝΑΚΑΤΑ» - ποιήματα κ.ά.

Και σήμερα εξακολουθεί να εμπλουτίζει λογοτεχνικά την εφημερίδα «ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΣ» του φαρμακοϋπαλληλικού κλάδου.

Είναι μέλος της ΕΕΛ, της ΕΣΗΕΠ και άλλων πνευματικών ενώσεων.


Χριστούγεννα 1942

- Πατέρα, γιατί σε λένε κολέγα; είπε με δυσφορία το παιδί και στο κακοπαθημένο πρόσωπό του ήταν φανερά τα συναισθήματα που φώλιαζαν μέσα του και του δάγκωναν την ψυχή.

Ο πατέρας του, ζαλωμένος το κοφίνι, με τα ψαροζούμια να τρέχουν στα μπατζάκια του και να σμίγουν με τα λασπόνερα, προχωρούσε αμίλητος πάνω στις γραμμές του τρένου ως το γιοφύρι, που αναγκάστηκαν να κατεβούν πάλι στο λασπόδρομο, όπου τα παλιοπάπουτσα κολλούσαν σα βεντούζες κι έμπαζαν από παντού, προσθέτοντας ένα ακόμα περιττό βάρος.

Η βροχή, που όταν πιάσει σε τούτα τα μέρη δε σταματά, έγλειφε το πρόσωπο του παιδιού, που ακολουθούσε κατά πόδα και συντόνιζε το βήμα του με το ρυθμό της ζυγαριάς: τρουγκ, τρουγκ, τρουγκ. Το νερό μετέτρεπε σε ρυάκια τις ρυτίδες του πατέρα και γλιστρούσε κατάσαρκα κάτω από τα ψειριασμένα χιλιομπαλωμένα εσώρουχα μ' ένα σύγκρυο στην αρχή, ώσπου γινόταν συνήθεια σιγά σιγά.

- Πατέρα, γιατί σε λένε κολέγα; ξαναρώτησε το παιδί βαθιά στεναχωρημένο γι' αυτή την κατάντια.

- Συνήθεια του τόπου να λένε το φίλο κολέγα, δεν είναι κακό, είπε με σβησμένη φωνή εκείνος, προσθέτοντας: αν κουράστηκες να κάνουμε μια στάση.

- Αντέχω ακόμη, βόγκηξε το παιδί, μα αυτή τη ζωή, όμως, δεν την μπορώ πια, πρόσθεσε σιγανά και τα δάκρυά του ανακατώθηκαν με το βροχόνερο πάνω στα παλιόρουχα που βρωμοκοπούσαν ψαρίλα.

- Μήπως την μπορώ εγώ; αναστέναξε ο μεσόκοπος άντρας, κρύβοντας τα μάτια του από το παιδί, όμως πρέπει να ζήσουμε, να βγούμε ζωντανοί από τη θύελλα της κατοχής, γιε μου. Λίγο κουράγιο ακόμα και η λευτεριά θα ροδίσει στον ελληνικό ουρανό. Τα ψωμιά των χιτλερικών τελειώνουν, είπε.

- Βαρέθηκα ν' ακούω πως θα φύγουν οι Γερμανοί και πως θα γυρίσουμε σπίτι μας... πατέρα.

Υστερα σμίξανε τα χείλια πνίγοντας κάθε λυγμό και ακούγονταν μόνο το πάλεμα της θάλασσας με τη στεριά, η ζυγαριά, το πλατς - πλουτς των ποδιών, κάτι βελάσματα και γαβγίσματα και το τρυποκάρυδο, που φτεροκοπούσε ξαφνιασμένο στους θάμνους στο πέρασμά τους.

Από το «στοιχειωμένο» μετόχι της μαυρομαντιλούσας που... χοροπηδούσαν ολόγυρα τη νύχτα φαντάσματα κι αερικά και ήταν ο φόβος και ο τρόμος των χωριατόπαιδων, πέρασαν πια ξημερώματα... όταν τα 'χε πια διαλύσει το φως της μέρας. Μισή ώρα μετά, ξεζαλώθηκαν το φορτίο τους και μπήκαν στον καλαμιώνα, έκοψαν από ένα χοντρό καλάμι για ν' αντιμετωπίσουν τα τσομπανόσκυλα της περιοχής που ρίχνονταν πάνω τους να τους κατασπαράξουν και άνοιξαν το βήμα τους για να κερδίσουν χρόνο...

Παραμονή Χριστουγέννων κι εκείνοι πάνε στα καμποχώρια να πουλήσουν ψάρια! Να τ' ανταλλάξουν, πιο σωστά, με διάφορα γεννήματα και δε γυρίζουν ποτέ αδειανοί. Φορτωμένοι πηγαινοέρχονται έξι ώρες δρόμο δυο και τρεις φορές τη βδομάδα, πάνω από δυο χρόνια τώρα, από τότε που ο Κολέγας ο Αθηναίος βρέθηκε εδώ για να σώσει τα παιδιά του από την πείνα που θέριζε στη μακρινή πολιτεία. Πρώτα «έφαγε» την αποζημίωση είκοσι χρόνων δουλιάς, μετά έβγαλε στο σφυρί ό,τι χρυσαφικά και πολύτιμα αντικείμενα είχε η οικογένεια, έναντι πινακίου φακής, που λένε.

Στην αρχή δούλεψε πότε στους αγρούς πότε στη θάλασσα και καταστάλαξε πλανόδιος ψαράς. Επαιρν' ένα-δυο τελάρα γατόψαρα από την ανεμότρατα, τ' άδειαζε σε κοφίνια και με βοηθό το 'να από τα δυο του αγόρια τραβούσε για τα καμποχώρια. Οταν το φορτίο ήταν πάνω από τις δυνάμεις τους, νοίκιαζαν βασταγούρι και καλά να τους έβγαινε βολικό και να μην κλοτσάει, αλλιώς είχαν πρόσθετους μπελάδες, καθώς ήταν αμάθητοι στα ζωντανά.

Στις περιπλανήσεις του αυτές, ο Κολέγας ο Αθηναίος απόχτησε αρκετή πελατεία και καλούς φίλους, κάτι λεβεντόκορμους Μωραΐτες, που αφού τον βοηθούσαν να ξεπουλήσει παρακινώντας και τους άλλους χωριανούς να πάρουν ψάρια, μετά τον καλοδέχονταν στο φτωχικό τους:

- Σύρε να πιάσεις κρασί, να φιλέψουμε τον κολέγα μας, πρόσταζαν την κυρά και κουτσοπίνοντας πλάι στο τζάκι έλεγαν και τι δεν έλεγαν... Ο καθένας εξιστορούσε τα δικά του από κάποιο πόλεμο και μέσα από την κουβέντα τους έβγαινε πάντα καταματωμένη και φτωχή η ρωμιοσύνη. Ο Κολέγας ο Αθηναίος πίνοντας εύβρισκε της ψυχής του τ' αγαθά. Με τις κούπες το κρασί, λύνονταν οι γλώσσες και δεν είχαν σταματημό. Σ' αυτές τις περιπτώσεις, ο λόγος δινόταν στον ξένο και κρέμονταν σχεδόν από τα χείλια του οι ακροατές, καθώς τους εξιστορούσε αποσπάσματα από την πολυτάραχη και πολυταξιδεμένη ζωή του.

Η περιήγηση στις... γειτονιές του κόσμου άρχιζε από τα Μικρασιάτικα χώματα, αντίκρυ στη Χιό, περνούσε από τη χώρα των Φαραώ κι ύστερα από πολλά σούρτα - φέρτα στους ωκεανούς και στα μεγάλα πόρτα, έκανε σταθμό στην Αργεντινή. Το πρόσωπό του, καθώς μιλούσε για τα χρόνια της νιότης στο Μπουένος Αϊρες, ζωήρευε ξαφνικά και τα μάτια του γίνονταν για λίγο ξέγνοιαστα, μελένια από τη νοσταλγία! Θυμόταν τους λαγούς που μπλέκονταν μες στα πόδια του στις απέραντες εκτάσεις με τα σπαρτά, τους εργατικούς αγώνες, τις διασκεδάσεις στα ρωμαίικα στέκια, τη βάρκα του, τη «ΝΕΑ ΕΛΛΑΣ», που άφησε με την ιδέα πως θα ξαναγυρίσει να τη βρει, μετά το ταξίδι του στην πατρίδα το καλοκαίρι του 1922, όμως τον πρόλαβε ο διωγμός κι έχασε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Στην Αθήνα φτου κι απ' την αρχή με τους άλλους πρόσφυγες, βρήκε δουλιά, νοικοκυρεύτηκε και ήταν ο μόνος μετά το γιατρό και τους σπιούνους του Μεταξά, που κυκλοφορούσε με καβουράκι στη γειτονιά.

Μετά ήρθε ο πόλεμος, η κατοχή, η πείνα και η καινούρια προσφυγιά σε τούτα τα μέρη.

Τους αναστεναγμούς του έπνιγε με το κρασί που το 'χαν άφθονο οι καλοί του φίλοι και τον λύτρωνε, πρόσκαιρα, από τις κακουχίες και τα βάσανα που τον κρατούσαν δεσμώτη.

- Εβίβα, κολέγηδες, και καλή λευτεριά, έλεγε.

- Στην υγειά σου, Κολέγα Αθηναίε, και του χρόνου σπίτι σου, απαντούσαν οι χωρικοί.

To άσχημο είναι ότι, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες που έκανε να ικανοποιήσει όλους όσοι ήθελαν να τον φιλέψουν ένα ποτήρι κρασί, δεν τα κατάφερνε! Και οι ντόπιοι το θεωρούσαν προσβολή ν' αρνηθεί την πρόσκλησή τους. Ούτως εχόντων των πραγμάτων γινόταν στουπί στο μεθύσι κι έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής σαν βάρκα που τη δέρνει η τρικυμία και η γυναίκα στο σπίτι να χτυποκαρδεί κάθε φορά πότε θα γυρίσουν πατέρας και γιος.

- Κουράγιο και φάνηκαν τα πρώτα σπίτια του χωριού, είπε με ανακούφιση, ύστερα από μακριά σιωπή, ο πατέρας.

- Επιτέλους, κλαψούρισε το παιδί, να δούμε όμως πότε θ' απαλλαγούμε από αυτά τα βρωμόψαρα; Παραμονή Χριστουγέννων ποιος αγοράζει σαυρίδια και τσέρουλες;

Θα τα ξεφορτωθούμε κι έννοια σου... Τι τους έχουμε τους κολέγηδες; είπε γελαστός. Οσο να 'ναι θα βάλουν ένα χεράκι να τελειώνουμε για να γυρίσουμε στο σπίτι νωρίς, μέρα που είναι.

- Ναι, αλλά μην πιάσεις πάλι το κρασί, πατέρα, και μεθοκοπάς...

Στην είσοδο του χωριού τούς προϋπάντησαν με χαρούμενα γαβγίσματα τα σκυλιά, που ώσπου να συμφιλιωθούν μαζί τους έδωσαν σκληρές μάχες... Τώρα τους πετούν μερικά ψαράκια που αρπάζουν στον αέρα και όχι μόνο κουνούν ευχαριστημένα την ουρά, αλλά ειδοποιούν και τους χωριανούς ότι έφτασε ο Κολέγας ο Αθηναίος!

Οι γάτες πάλι ξεπροβάλλουν στα πεζούλια και ξερογλείφονται. Η ψαρίλα ερεθίζει την όσφρησή τους και αναγκάζονται να το ρίξουν στη ζητιανιά. Κάτι παιδιά γυρίζουν και λένε τα κάλαντα κι ανταποδίδουν με τους μεγάλους ευχές: «Χρόνια πολλά και ευτυχισμένα».

- Μωρέ, μουρλάθηκε τούτος; Ποιος τρώει ψάρια χριστουγεννιάτικα, μουρμούρισαν κάτι κυράδες, μόλις τους είδαν. Την απορία του εξέφρασε κι ο πρόεδρος του χωριού:

- Μωρέ, στον τόπο σου τρώτε ψάρια του Χριστού ή τρελός παπάς σε βάφτισε; είπε περιπαιχτικά και πρόσθεσε: Καλά ήταν να μην ερχόσουνα, αλλά μια και ήρθες πρέπει να ξεπουλήσεις. Κι εγώ σαν Πρόεδρος δε θ' αφήσω τον κολέγα μου τον Αθηναίο αβοήθητο, θα προστάξω το ντελάλη να γυρίσει ολούθε και να διαλαλήσει το πράμα σου και την παράκλησή μου στους χωριανούς να φέρουν γέννημα και να πάρουν ψάρια.

Τι να κάνουμε, ας βαφτίσουμε τα γατόψαρα... γαλοπούλες! Κάτι παρόμοιο δεν κάνανε οι παλιοί καλόγεροι ή το αντίθετο; Ετσι κι έγινε! Μόνο που το γέννημα που συγκεντρώθηκε από την ανταλλαγή των ειδών ήταν ασήκωτο και δεν μπορούσε να μεταφερθεί τόσο δρόμο στον ώμο. Τότε προσφέρθηκε να δώσει το βασταγούρι του ο πρόεδρος.

- Πρόσεχε είναι τζαναμπέτης, είπε, στην αρχή κλοτσάει, όμως μετά στρώνει.

Το σαμάρωσαν λοιπόν το ζωντανό, το φόρτωσαν... οι προεστοί του χωριού και ήταν η μόνη φορά, που δεν πρόσταξαν την κυρά να «σύρει» να πιάσει κρασί για να μην αργοπορήσουν τον ξένο.

- Αμε στο καλό, λέγανε, ξεπροβοδίζοντάς τον ως τα κυπαρίσσια στην άκρια του χωριού... σε μια σεμνή τελετή ολόγυρα από τον αγριεμένο γάιδαρο, που χοροπηδούσε για ν' απαλλαγεί από αυτή την αγγαρεία. Από την πομπή δε λείπανε και οι σκύλοι και οι γάτες. Οι πρώτοι ακολουθούσαν από κοντά, οι άλλες σε κάποια απόσταση... ξερογλείφονταν...

Ο δρόμος του γυρισμού είναι πάντα πιο εύκολος, όταν μάλιστα το υπομονετικό γαϊδουράκι σηκώνει τα βάρη κι εσύ περπατάς σαν τουρίστας!

Επαιρνε να νυχτώνει όταν άρχισαν να διακρίνονται αμυδρά κάτι υποψίες φωτός από τα λαδολύχναρα των σπιτιών. Ακούγονταν κιόλας τα αλυχτίσματα των σκυλιών ανάμεσα στο βόγκο των κυμάτων, που κάποτε έφταναν ως το δρόμο κι έκαναν το ζωντανό να τρομάζει, μια και δεν είχε εμπειρίες από τα καπρίτσια της θάλασσας, καθότι καμπιανό.

Λίγα μέτρα πιο κει θα συναντούσαν τα υπόλοιπα μέλη της κατατρεγμένης από τον πόλεμο οικογένειας και θα 'καναν με τις λογής λογής τους πραμάτειες ένα τραπέζι, μα τι τραπέζι, προπολεμικό!

Ετσι γινόταν κάθε φορά, όταν γύριζαν φορτωμένοι από τα χωριά του εύφορου κάμπου, που όχι μόνο δεν πείνασαν, αλλά γέμισαν με πρωτόγνωρα σκεύη και χρυσαφικά που ανταλλάσσανε με τους πεινασμένους των μεγαλουπόλεων με μπομποτάλευρο.

Καθόντουσαν γύρω από ένα σακάτικο τραπέζι και μετά το φαΐ, ώσπου να 'ρθει η ώρα του ύπνου, έπαιζαν με τις... ψείρες! Ψάχνονταν ποιος θα βρει την πιο μεγάλη και τις εκδικούνταν μετά πετώντας τες στο λαμπόγυαλο, κάθε που τύχαινε να 'χουν πετρέλαιο. Αυτές ήταν, θα 'λεγε κανείς, κάποιες από τις ευχάριστες στιγμές τους!!!

Ξαφνικά το γαϊδούρι τρόμαξε κι άδειασε το φορτίο μέσα στο χαντάκι, καθώς ένα κύμα ήρθε συστημένο κι έσκασε πάνω στα πόδια του! Η συμφορά προκλήθηκε από τη μια στιγμή στην άλλη, κανείς δεν πρόκαμε ν' αντιδράσει.

- Κερατά, ξεστόμισε ο Κολέγας ο Αθηναίος, θα μείνουμε νηστικοί μέρες που είναι!

Το παιδί έκλαψε για τη χαμένη χαρά της πλούσιας μάσας. Υστερα γύρισαν κατά τη θάλασσα που ούρλιαζε μανιασμένη και είπαν: Ασιχτίρ! Εσύ φταις... κακιασμένη!


Του
Βαγγέλη ΜΗΝΙΩΤΗ




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org