ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 28 Αυγούστου 2005
Σελ. /24
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΚΕΝΗ
Του Βαγγέλη ΜΗΝΙΩΤΗ

Ο Βαγγέλης Μηνιώτης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1927 και από νεαρή ηλικία άρχισε να γράφει στον τοπικό Τύπο. Συνεργάστηκε κατά καιρούς με διάφορα περιοδικά, κυρίως με κλαδικά έντυπα, όπως «Η φωνή της ΓΣΕΕ», όπου είχε τη στήλη του χρονογραφήματος και «Η φωνή των φαρμακοϋπαλλήλων», που υπηρέτησε ανιδιοτελώς δεκαετίες, καθότι φαρμακοϋπάλληλος.

Οταν έγινε συνταξιούχος πια, έκανε την παρουσία του στα Γράμματα με δέκα έως τώρα βιβλία, κάποια εκ των οποίων έχουν βραβευτεί.

Είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, της ΕΣΗΕΠ και άλλων πνευματικών Ενώσεων.


Το αγγλικό αεροπλάνο

Γρηγοριάδης Κώστας

Μετά το βομβαρδισμό του μικρού και ήρεμου λιμανιού από το αγγλικό αεροπλάνο, που ξεφορτώθηκε τις βόμβες του πάνω στις ψαρόβαρκες και τα καΐκια που ήταν φορτωμένα σταφίδα για τους πεινασμένους κατοίκους των πόλεων που λιμοκτονούσαν στη διάρκεια της γερμανο - ιταλο - βουλγαρικής κατοχής, ο ιδιοκτήτης του ψαροκάικου «Φλαρέντζα» κατέβηκε βιαστικά από το ψήλωμα που είδε τις βόμβες να πέφτουν πάνω στα πλεούμενα, να δει τι απέγινε το δικό του. Η εικόνα που αντίκρισε ήταν απογοητευτική. Τα περισσότερα ήταν μπαταρισμένα με τα κατάρτια τους να πλέουν στο νερό μαζί με διάφορα άλλα αντικείμενα. Ανάμεσα στα ξεκοιλιασμένα σκάφη δεν υπήρχε ούτε ένα μεγάλο ιταλικό τραμπάκουλο που καμιά φορά εμφανιζόταν σε τούτη τη δυτική άκρη της Πελοποννήσου για να πει κανείς ότι αυτό ήταν ο στόχος και τραβούσε τα μαλλιά του ο άνθρωπος για την καταστροφή που έπαθε όπως και τόσοι άλλοι, απλά και μόνο για να δει ο πιλότος... αν σημαδεύει καλά! Κρίμα και ήταν λίγος καιρός πριν, που το καλαφάτισε και το έβαψε και ήθελε πάντοτε να ξεχωρίζει από τ' άλλα και να το χαίρεται η ματιά του. Η αλήθεια είναι ότι, για να το αποκτήσει, δούλεψε σκληρά στα ξένα χέρια, αρχίζοντας το ναυτικό επάγγελμα από μούτσος μέχρι να γίνει καπετάνιος αναγνωρισμένος από τις λιμενικές αρχές. Ενα διάστημα μάλιστα, πριν από τον πόλεμο πηγαινοερχόταν με εμπορεύματα στην Ιταλία και με τ' αλισβερίσια του έγινε γλωσσομαθής, έμαθε κουτσά στραβά τα ιταλικά, γι' αυτό, όταν οι καραμπινιέροι ήρθαν ως κατακτητές στο παραθαλάσσιο χωριό κάποιος ...τον κάρφωσε ότι γνωρίζει τη γλώσσα τους και τον πρόσταξαν να γίνει διερμηνέας! Σημειωτέον ότι και «καραβοκύρης» που έγινε ο καπετάν Νικόλας δεν κατόρθωσε να κόψει την παιδική του ναυτική συνήθεια να περπατάει ξυπόλυτος! Μια συνήθεια που δεν απέβαλε ούτε στο μικρό διάστημα που υπηρέτησε τους κατακτητές και που όχι μόνο δεν έβλαψε κανένα, αλλά βοήθησε και κάποιους που πιάστηκαν για αντιστασιακή δράση από τις γραμμές του τιμημένου και καταξιωμένου στη συνείδηση του λαού, ΕΑΜ. Η παρουσία του ανυπόδητου δραγουμάνου με τα ανασηκωμένα μπατζάκια και το τσιγκελωτό ατίθασο μουστάκι πίσω από τους κομψοντυμένους και στολισμένους με λιλιά και κοκορόφτερα Ιταλούς, ήταν ένα ζήτημα που τους ενοχλούσε, μια παραφωνία, αλλά δεν μπορούσαν να του φορέσουν παπούτσια: «Διώχτε με να ησυχάσω», τους έλεγε, αν και οι πληροφορίες που συνέλεγε από αυτούς και διαβίβαζε στην οργάνωση ήταν χρήσιμες στους αντάρτες που κυριαρχούσαν στις ορεινές περιοχές και είχαν σχέση με την έκβαση του πολέμου. Η αλήθεια είναι ότι οι Ιταλοί τον εμπιστεύονταν έτσι απλός και καλόκαρδος καθώς ήταν, τον θεωρούσαν ...ανώτερον πάσης υποψίας, δίνοντάς του μάλιστα το ελεύθερο να μπαινοβγαίνει στην αποθήκη με τα κατασχεμένα προϊόντα και να παίρνει ό,τι εκείνος επιθυμεί. Και ενώ άλλοι συνεργάτες των κατακτητών θησαύρισαν ο θαλασσοδαρμένος καπετάν Νικόλας επέστρεψε στο σπιτικό του με δυο μικρά μπουκαλάκια του λούστρου λαδάκι για καθημερινή χρήση για τον ίδιο και τον εξάδελφό του Επαμεινώντα που ήρθε από τον Πειραιά, κυνηγημένος από τους γερμανοτσολιάδες. Μαζί με το λάδι τού έδινε και λίγο αλεύρι για να τηγανίζει τα ψάρια, που και ήταν τόσα πολλά στην περιοχή που πιάνονταν ακόμα και από τα πιτσιρίκια.

Ο «Παμεινώντας», όπως τον φώναζε, όταν πρωτόρθε ήταν ξελιγωμένος από την πείνα. Τραυματίας του ελληνοϊταλικού πολέμου στην Αλβανία καθώς ήταν, δεν πρόλαβε ν' αναρρώσει και τον βρήκε η Κατοχή. Μη μπορώντας να εργαστεί στα χτήματα και έχοντας ανάγκη δυναμωτικής τροφής το έριξε στη χελωνοφαγία, τις έβραζε και είχε να λέει για τη νοστιμιά τους. Κι αυτές ήταν ατέλειωτες, θα μπορούσαν να τον κρατήσουν στη ζωή και χωρίς τη βοήθεια κανενός. Με τα κράνη τους που ήταν όμοια με τα γερμανικά, είχε γεμίσει ο τόπος. Ο άνθρωπος αυτός, όπως ο συνονόματός του αρχαίος στρατηγός και πολιτικός της Θήβας, είχε στρατηγικό μυαλό, έκανε σπουδαία δουλιά στην Αντίσταση χωρίς να το πάρει χαμπάρι, ώσπου έφυγε στο βουνό να πολεμήσει τους κατακτητές με την πείρα που είχε αποκτήσει στην Αλβανία. Εντυπωσίαζε ο τρόπος της ομιλίας του και προβλημάτιζε τους συνομιλητές του η ευρύτητα της σκέψης του. Και να πεις ότι διδάχτηκε πολλά στο σχολειό; Ο διωγμός του ελληνισμού από τα Μικρασιατικά παράλια τον βρήκε μαθητή του Δημοτικού. Αυτά ήταν όλα κι όλα που πρόλαβε να πάρει από την Εκπαίδευση, τα άλλα τα έμαθε στον Πειραιά όπου κατέφυγε η οικογένεια και ρίχτηκε ανήλικος στη μάχη του βιοπορισμού, πουλώντας κουλούρια στο μεγάλο λιμάνι, κάνοντας αρκετές φορές την ημέρα τη διαδρομή από το Χατζηκυριάκειο ως τη Δραπετσώνα. Ερχόταν καθημερινά σε επαφή με τους εργάτες που ξεφόρτωναν ξυλοκάρβουνα στα καρβουνιάρικα και ήταν μη αναγνωρίσιμοι μες στη μουντζούρα, με τους θερμαστές των φορτηγών πλοίων και άλλους πολυταξιδεμένους και, ό,τι έντυπο έπεφτε στα χέρια του το καταβρόχθιζε, λέξη δεν πήγαινε χαμένη. Στα «λιπάσματα» που δούλεψε στη συνέχεια μέσα στα οξέα και τη φυματίωση συνειδητοποίησε ότι σαν προλετάριος πρέπει ν' αγωνιστεί για τα συμφέροντα της τάξης στην οποία ανήκει και μπήκε στο συνδικαλιστικό κίνημα και στη φυλακή επί δικτατορίας Μεταξά ως κομμουνιστής, όπου, τον πότισαν ρετσινόλαδο και τον κάθισαν στον πάγο!

Το αγγλικό αεροπλάνο ήρθε ξανά και ξανά αποφασισμένο θαρρείς να μην αφήσει τίποτα που να επιπλέει στο μικρό κόρφο, διαψεύδοντας κάποιους χωρικούς που απέδωσαν την πρώτη του επιδρομή σε λάθος του πιλότου που κατέβαινε τόσο χαμηλά που θα 'λεγε κανείς ότι προτίθεται να προσθαλασσωθεί μετατρέποντάς το σε ...υδροπλάνο! Μια του κλέφτη δυο του κλέφτη, που λέει ο λαός, ένας Ιταλός καραμπινιέρος τού έστησε ενέδρα και μόλις πρόβαλε αμέριμνος ο χειριστής, που θα μπορούσε κάποιος ν' αποτυπώσει και τα χαρακτηριστικά του ακόμη, δέχτηκε τη ριπή πολυβόλου από τον σκοπευτή, που έκοψε το νήμα της ζωής του! Ηταν ένα ολόξανθο παλικάρι που, οι δικοί του δεν ξαναείδαν πια, που μπλέχτηκε στα γρανάζια του πολέμου και νόμισε ότι μπορούσε να παίξει μαζί του...

Κάτι που εντυπωσίασε τους κατοίκους ήταν οι τιμές ήρωα που του έγιναν από τους Ιταλιάνους, ως και στρατηγός κατέφθασε από την Πάτρα για να παραβρεθεί στην κηδεία του και να καταθέσει στεφάνι! Τέτοια συμπεριφορά απέναντι σε εχθρό δεν την περίμεναν. Ο Ιταλός στρατιώτης που δε σταμάτησε να κλαίει από τη στιγμή της πτώσης του αεροπλάνου ήταν αυτός που το έριξε με το ελληνικότατο όνομα Αποστόλης. Περίλυπος, τα 'χει με τον πόλεμο και με αυτούς που τον προξενούν για λόγους συμφέροντος με αποτέλεσμα την ανθρώπινη δυστυχία.


Του
Βαγγέλη ΜΗΝΙΩΤΗ




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org