ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 27 Οχτώβρη 2002
Σελ. /32
ΔΙΕΘΝΗ
ΝΟΤΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΑΣΙΑ
Πολλαπλά δυνητικά μέτωπα

Ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» ξαναπηγαίνει στην Ασία;

...ενώ εξετάζουν την εμπλοκή τους και τον εμφύλιο στο Νεπάλ

Associated Press

...ενώ εξετάζουν την εμπλοκή τους και τον εμφύλιο στο Νεπάλ
Πολλά από τα «καυτά σημεία» της ΝΑ Ασίας συγκεντρώνουν όλο και περισσότερη προσοχή, καθώς μέρος του αμερικανικού τύπου, μετά τα γεγονότα στην Ινδονησία, διαβλέπει μια πιθανή στροφή της κυβέρνησης Μπους στην περιοχή, που αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της διεθνούς οικονομίας. Οι ΗΠΑ υποτίθεται πως «κέρδισαν» στο Αφγανιστάν μοιάζουν όμως να κοιτούν όλο και περισσότερο σε άλλα πιθανά «μέτωπα», που, εκτός από τρομοκρατικές οργανώσεις, τυχαίνει να έχουν και μεγάλη γεωπολιτική αξία ή τεράστιους φυσικούς πόρους.

Ινδία - Πακιστάν:
Επικίνδυνο δίπολο

Τόσο στο εσωτερικό του Πακιστάν και της Ινδίας, όσο και στη μεταξύ τους πάντοτε τεταμένη σχέση, ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» συνεχίζει να προκαλεί απρόβλεπτες εξελίξεις. Η ροή των πληροφοριών σχετικά με τη «βοήθεια» που φέρεται να παρέσχε το Πακιστάν στη ΛΔ Κορέας, η δραματική αύξηση της ισχύος των Ισλαμιστών στις πρόσφατες εκλογές και το ενδεχόμενο ακόμη και να συμμετέχουν σε κυβέρνηση συνασπισμού, η συνεχιζόμενη δράση ακραίων στοιχείων, όπως οι αλλοτινές αγαπημένες των μυστικών υπηρεσιών οργανώσεις Τζάις ε Μοχάμαντ και Λασκάρ ε Τάιμπα, και μάλιστα κατά δυτικών στόχων, όπως και η απροθυμία/ αδυναμία του δικτάτορα στρατηγού Μουσάραφ να κάμψει τις γραμμές τροφοδοσίας του αυτονομιστικού κινήματος του Κασμίρ που διαπλέκονται, αν δε συνταυτίζονται, με την «τρομοκρατία» στη χώρα του, πολώνει για άλλη μια φορά τη σχέση Πακιστάν - ΗΠΑ.

Οι αμερικανοί επιστρέφουν στις Φιλιππίνες...

Associated Press

Οι αμερικανοί επιστρέφουν στις Φιλιππίνες...
Η δημιουργία μιας κυβέρνησης, με συμμετοχή του ΜΜΑ, που συμπεριλαμβάνει το κόμμα Τζεμαάτ-ι-Ισλάμι, του οποίου ο μειλίχιος ηγέτης Σαγιέντ Μουναουάρ Χασάν δηλώνει ότι «οι Αμερικανοί είναι οι φονιάδες, οι χασάπηδες», θα μπορούσε, λένε πολλοί στην Ουάσιγκτον, να «εκτροχιάσει» τη σχέση με τον Μουσάραφ, που υπόσχεται ότι θα παραμείνει «ένας από τους πιο κοντινούς συμμάχους των ΗΠΑ στον πόλεμο κατά του τρόμου». Από την άλλη, αυτό που ελπίζει ο δικτάτορας -για τους φίλους Πρόεδρος- είναι πως η κοινοβουλευτική παρουσία του ΜΜΑ θα «εκτονώσει» την ένταση στο εσωτερικό, ενώ οι στρατιώτες και οι πράκτορες των ΗΠΑ, της Βρετανίας και της Γαλλίας μαζί με τη δική του ISI θα εξαλείψουν «δυνητικές απειλές». Είναι ένα απίθανο στοίχημα. Στην Ινδία, στο μεταξύ, όπου οι εκλογές του Κασμίρ θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αστείο, αν δεν είχε χυθεί τόσο αίμα, η κυβέρνηση του Αταλ Μπιχάρι Βάτζπαϊ ολισθαίνει σε όλο και πιο επικίνδυνες θέσεις, όσο και πολιτικές. Η ατιμωρησία των σφαγέων μουσουλμάνων, η ένταση των φυλετικών διακρίσεων, η ευθυγράμμιση με συμφέροντα των ΗΠΑ και του Ισραήλ και η πιθανή υιοθέτηση του δόγματος των «προληπτικών πληγμάτων», αποτελεί έναν εκρηκτικό συνδυασμό. Αν προστεθεί σε όλα αυτά η πιθανότητα σύρραξης για το Κασμίρ, γίνεται σαφές ότι οι δύο αυτές χώρες έχουν μπει σε μια νέα εποχή. Το ίδιο ασφαλώς ισχύει και για τις γειτονικές τους περιοχές.

Νεπάλ:
Επόμενη έκρηξη;

Η κατάσταση μοιάζει να οδεύει προς ολοκληρωτικό εμφύλιο στο πάμπτωχο Νεπάλ, το έθνος των 24 εκατομμυρίων ψυχών, που η θέση του, ανάμεσα στην Κίνα και την Ινδία, το καθιστά εξαιρετικά σημαντικό από γεωπολιτικής πλευράς. Τον τελευταίο καιρό οι εξελίξεις είναι ραγδαίες: ο μονάρχης Γκιανέντρα, ο οποίος ανέβηκε στο θρόνο μετά την ανεπίλυτη ακόμη σφαγή του αδελφού του και της βασιλικής οικογένειας, καθαίρεσε αυτό το μήνα τον πρωθυπουργό Ντεούμπα και την κυβέρνησή του για «ανικανότητα», αντικαθιστώντας τον με μια προσωρινή κυβέρνηση, υπό τον Λοκέντρα Μπαχαντούρ Τσαντ, ανέβαλε τις εκλογές που ήταν προγραμματισμένες για το Νοέμβρη, επανέβαλε το καθεστώς έκτακτης ανάγκης και διέταξε «επίθεση κατά των ανταρτών» του ΚΚ Νεπάλ (Μαοϊκού), το οποίο έχει αρχίσει εξέγερση από το 1996. Ο πόλεμος έκτοτε έχει κοστίσει κάπου 6.000 νεκρούς, με το ΚΚ Νεπάλ (Μ) να κερδίζει σταδιακά έδαφος, ειδικά στα δυτικά, παρά το γεγονός ότι η προηγούμενη κυβέρνηση είχε αποσπάσει από τις ΗΠΑ οικονομική και στρατιωτική βοήθεια, ύψους αρκετών δεκάδων εκατομμυρίων δολαρίων. Η κυβέρνηση στη χώρα αυτή, που δεν έχει εμπεδώσει καν αστική δημοκρατία (η μοναρχία έπαψε να είναι απόλυτη μόλις το 1990) ταυτίζει την ένοπλη εξέγερση με την «τρομοκρατία» και με αυτόν τον τρόπο προσπαθεί να ελκύσει αμερικανική υποστήριξη.

Οπως το βλέπει η αμερικανική πλευρά, η επικράτηση των μαοϊκών του Πούσπα Καμάλ Νταχάλ ή Πρατσάντα (το nom du guerre του, που σημαίνει «Ο θυμωμένος»), όπως είναι πιο γνωστός, θ' αποτελούσε «δυνητικώς επικίνδυνη εξέλιξη για ολόκληρη την περιοχή». Τα αιτήματα του ΚΚΝ(Μ) σε πρώτη φάση επικεντρώνονται στην πλήρη κατάργηση της μοναρχίας, της φεουδαλικής διάρθρωσης της οικονομίας, τη διοργάνωση εκλογών κ.λπ., «αστικοδημοκρατικά» αιτήματα, που κατά τον Πρατσάντα αποτελούν «το πρώτο βήμα σε μια πορεία προς το σοσιαλισμό». Ο βρετανικός Γκάρντιαν πρόσφατα εκτιμούσε ότι οι μαοϊκοί «πλησιάζουν πολύ στη νίκη». Παρά την έκκληση του Τσαντ για έναρξη διαλόγου, οι ενδείξεις, γράφει ο δημοσιογράφος Μπέρτιλ Λίντνερ στο Φαρ Ιστερν Εκονόμικ Ριβιού [24 Οκτ.], συντείνουν στο ότι οι αντάρτικες δυνάμεις όχι μόνο δεν «υφίστανται πλήγματα», αλλά αντίθετα ετοιμάζονται για γενικευμένη επίθεση. Από το Σεπτέμβρη έως σήμερα έχουν σκοτώσει πάνω από 300 μέλη των δυνάμεων ασφαλείας, που από την πλευρά τους ισχυρίζονται ότι έχουν σκοτώσει επίσης εκατοντάδες - 21 αυτήν την βδομάδα. Η αναβολή των εκλογών μοιάζει μάλλον με ακύρωσή τους, η αντιπολίτευση, το ΚΚ Νεπάλ - Ηνωμένο Μαρξιστικό Λενινιστικό όπως και το Κογκρέσο δηλώνει ότι θέλει εκεχειρία και δε θα συμμετάσχει στην κυβέρνηση «εθνικής ενότητας», που πρότεινε ο μοναρχικός Τσαντ κι η κατάσταση μοιάζει να οδηγείται εκ των πραγμάτων στην κορύφωση του εμφυλίου, με την ενεργότερη αμερικανική παρέμβαση περίπου βέβαιη στην πορεία. Στο μεταξύ, η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι σκότωσε 2.850 μαοϊκούς αντάρτες σ' ένα χρόνο, ωστόσο ο Κανάκ Μάνι Ντίξιτ, αρχισυντάκτης του Χιμάλ, ενός μηνιαίου περιοδικού, σημειώνει ότι ουδείς γνωρίζει πόσοι ήταν στην πραγματικότητα αθώοι πολίτες. Ο διευθυντής του Κέντρου Ερευνητικής Δημοσιογραφίας του Νεπάλ, Μοχάν Μαϊνάλι, το θέτει λιγότερο κομψά: «Ο στρατός πρώτα πυροβολεί και μετά κάνει ερωτήσεις». Για τον ΥπΕξ των ΗΠΑ, Κόλιν Πάουελ, πάντως, το θέμα είναι η «καταπολέμηση της τρομοκρατίας»: όπως είπε τον Ιανουάριο, «πολεμάτε μια μαοϊκή εξέγερση που θέλει να ανατρέψει την κυβέρνηση και το ίδιο πολεμάμε κι εμείς, σ' όλο τον κόσμο». Σε περίπτωση νίκης των Μαοϊκών, οι ΗΠΑ από κοινού με την εθνικιστική κυβέρνηση της Ινδίας (που αντιμετωπίζει εξεγέρσεις μαοϊκών και στο δικό της έδαφος, ειδικά τη Δυτική Βεγγάλη) ίσως μπουν στον πειρασμό να εισβάλουν...

Φιλιππίνες:
Παραλλαγή στο ίδιο θέμα

Ο στρατός των ΗΠΑ ήδη έχει εγκατασταθεί, διαμέσου του προσχήματος των «ασκήσεων», στις Φιλιππίνες, με στόχο την εξόντωση της Αμπού Σαγιάφ, που το καλοκαίρι η κυβέρνηση (αναδειχθείσα μέσω της ανατροπής του εκλεγμένου Τζόζεφ Εστράντα μέσω μιας λαϊκής εξέγερσης που έμελλε να βάλει στην εξουσία την αγαπημένη του ΔΝΤ και των αμερικανών Πρόεδρο Γκλόρια Αρόγιο) δήλωνε ότι «εξουδετερώθηκε», για να αναθεωρήσει την άποψή της ελάχιστες εβδομάδες αργότερα. Πέρα όμως από την ούτως ή άλλως περιορισμένων δυνατοτήτων οργάνωση Αμπού Σαγιάφ, η κυβέρνηση της Αρόγιο έθεσε την πολύ μεγαλύτερη μουσουλμανική οργάνωση MILF και, το κυριότερο, το Νέο Λαϊκό Στρατό του ΚΚ Φιλιππίνων (Μαοϊκού), μια δύναμη 11.000-15.000 ανδρών που θεωρείται εξαιρετικά ισχυρή, στο στόχαστρο. Ηταν ένας γάμος κοινού συμφέροντος. Η θέση του ΚΚΦ(Μ) στη λίστα των «τρομοκρατικών οργανώσεων» που καταρτίζει το Στέιτ Ντιπάρτμεντ σηματοδοτεί, αναμφίβολα, την ύπαρξη της τέλειας αφορμής, για να καταστούν εκ νέου οι Φιλιππίνες κι ειδικά το νότιο τμήμα τους, το Μιντανάο με το πάμπλουτο υπέδαφος, ένα πεδίο κοινών στρατιωτικών επιχειρήσεων, μόλις υπάρξει αφορμή. Ο Τζον Γκέρσμαν, αρθρογράφος του Φόρεϊν Αφέαρς, έγραψε χαρακτηριστικά στο τεύχος Σεπτεμβρίου του περιοδικού ότι «κάτι περισσότερο από μια δεκαετία αφού η Γερουσία των Φιλιππίνων αρνήθηκε να ανανεώσει την άδεια ύπαρξης αμερικανικών βάσεων στη χώρα, οι αμερικανικές δυνάμεις επιστρέφουν εκεί... πράγματι, οι Φιλιππίνες δεν είχαν τόσο εξέχουσα θέση στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου».

Κι εδώ η αμερικανική πολιτική ηγεσία προτιμά να «συγχέει» μια οργάνωση το λιγότερο ύποπτη, η οποία στο παρελθόν είχε «προσληφθεί» από την κυβέρνηση, για να πολεμήσει τους κομμουνιστές (ναι, αυτός ήταν ο ρόλος της Αμπού Σαγιάφ πριν αρχίσει άλλες «επαναστατικές» δραστηριότητες, όπως οι απαγωγές για λύτρα...) με κινήματα που μάχονται για την απόσχιση/ αυτονομία των αλλοτινών μουσουλμανικών σουλτανάτων με το μαοϊκό κομμουνιστικό κόμμα, βάζοντάς τα όλα στο τσουβάλι της «τρομοκρατίας», για να χρησιμοποιήσει, έτσι, τον «αντιτρομοκρατικό» πόλεμό της ως πρόσχημα πολύμορφων παρεμβάσεων. Προς το παρόν, πάντως, η ακολουθούμενη γραμμή της αμερικανικής κυβερνώσας ελίτ, όπως εκφράζεται από τον Ντόναλντ Ράμσφελντ στο υπουργείο Αμυνας, μοιάζει να μην «προτιμά» μια επέμβαση α λα Αφγανιστάν, αφού η κυβέρνηση της Αρόγιο βλέπει τη λαϊκή οργή να μεγεθύνεται. Ωστόσο, η Μανίλα προωθεί μέτρα περιστολής εργασιακών και προσωπικών ελευθεριών, ενώ χυδαία χρησιμοποιεί την τελευταία σειρά βομβιστικών επιθέσεων με κάπου 15 νεκρούς στο νότο και στη μητρόπολη ως «δικαίωση» των πολιτικών της επιλογών.

Τα μεγάλα παιχνίδια

Στο χάρτη της ΝΑ Ασίας υπάρχουν ασφαλώς κι άλλοι «στόχοι», κι άλλα πιθανά «μέτωπα» του διαρκούς πολέμου που μοιάζει να έχει κατά νου η Ουάσινγκτον. Ενός πολέμου ο οποίος αφορά, όπως πάντοτε, περισσότερο γεωπολιτικά και οικονομικά συμφέροντα από ό,τι ένοπλες οργανώσεις. Πέρα από τα πετρέλαια της Κεντρασίας που θέλουν ως βραβείο οι πολυεθνικές μετά τον πόλεμο του Αφγανιστάν, ένας ακόμη κρυφός στόχος των ΗΠΑ μοιάζει να είναι και η «αποτροπή» της αύξησης της κινεζικής επιρροής, γεγονός που ενδεχομένως ρίχνει περισσότερο φως στη σειρά των αμερικανικών κινήσεων. Η «αποτροπή» ασφαλώς δεν αποκλείει και τις προσπάθειες «προσέγγισης» με το Πεκίνο. Οπως άλλωστε συμβούλευε ένας μαφιόζος κάποτε, «κράτα τους φίλους σου κοντά σου, και τους εχθρούς σου ακόμα πιο κοντά σου».


Μπ. Γ.


ΛΑΤΙΝΙΚΗ ΑΜΕΡΙΚΗ
Προς δημιουργία «κοινής δύναμης ασφαλείας»;

Με το χάραμα της επόμενης μέρας της αποφράδας 11ης του Σεπτέμβρη, τα παλιά βιβλία έκλεισαν και καινούρια πιο αιματηρά άνοιξαν, με πολλαπλά σενάρια πολέμου. Αραγε γιατί η Λατινική Αμερική θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση, ειδικά αναλογιζόμενοι ότι εντός των σπλάχνων της τρέφει και εκτρέφει «τρομοκρατικά φαινόμενα», όπως στην περίπτωση της Κολομβίας, που ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών την έχει προσομοιάσει με «φυτώριο» διεθνών τρομοκρατών, όπου, σύμφωνα πάντα με το βρέφος Μπους, δρουν από μέλη της οργάνωσης των Βάσκων αυτονομιστών της ΕΤΑ και του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού (ΙΡΑ) μέχρι μέλη του Λαϊκού Απελευθερωτικού Μετώπου για την Παλαιστίνη και της Χεζμπολά.

Με την πρώτη συνάντηση των ηγετών του Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών (ΟΑS) που έγινε στην Ουάσιγκτον στις 28 Σεπτέμβρη του 2001 το ζήτημα που τέθηκε ήταν ένα και μοναδικό. Για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, πρέπει να ενεργοποιηθεί εκ νέου η Συμφωνία του Ρίο ή η Αμερικανική Συμφωνία Αμοιβαίας Βοήθειας και Αμυνας - υπογράφτηκε την επαύριο του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, το Σεπτέμβρη του 1947, προσδοκώντας σε ένα «παναμερικανικό σύστημα ειρήνης» - προκειμένου να δοθεί η αναγκαία αρωγή στις ΗΠΑ στον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» που εξαπέλυε. Επρόκειτο για μεγάλο βήμα, το οποίο έγινε δειλά και με πολλή περίσκεψη, καθώς η Συμφωνία του Ρίο είχε απονεκρωθεί με την κοινή συναίνεση όλων των χωρών της Λατινικής Αμερικής, αφού είχε αποτελέσει το πρόσχημα, αλλά και τη νόμιμη οδό για την επιβολή των φασιστικών δικτατοριών κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '70 σε όλο το ημισφαίριο, τον έλεγχο όλων των «αντικαθεστωτικών» σε οποιαδήποτε χώρα (ποιος δε θυμάται την επιχείρηση «Κόνδωρ»;), τη διάπραξη δολοφονιών και τις σωρηδόν παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η διάχυση του πολέμου

Από εκείνη τη στιγμή ως σήμερα, το πλατό στη Λατινική Αμερική έχει αλλάξει συλλήβδην, με όλη την περιοχή κυριολεκτικά να έχει παραδοθεί στις φλόγες της εξέγερσης, αλλά και το δυσοίωνο προειδοποιητικό μήνυμα των ΗΠΑ περί διάχυσης του πολέμου στην Κολομβία να επιβεβαιώνεται: το δίλημμα αύξηση τοπικών στρατιωτικών συνεργασιών ή ίσως ακόμα και δημιουργία μιας στρατιωτικής δύναμης στη Νότια Αμερική, «για να συμβάλει στην ήττα των κολομβιανών αντάρτικων ομάδων που χρηματοδοτούνται από τους εμπόρους ναρκωτικών και για την αντιμετώπιση παρόμοιων εσωτερικών απειλών στο μέλλον», όπως τουλάχιστον τέθηκε στην πρόσφατη 6η ετήσια του ΟΑS.

Το αγκάθι της Κολομβίας για άλλη μία φορά μπήγεται στα πλευρά του ΟΑS. Μέχρι σήμερα, ουδείς εκ των Λατινοαμερικανών ηγετών, παρά την πίεση που είχαν ασκήσει οι ΗΠΑ, δεν ήθελε να αναμειχθούν στην κολομβιανή σύγκρουση. Η 11η του Σεπτέμβρη όμως και η εκλογή του Αλβαρο Ουρίμπε μετάλλαξαν το σκηνικό. Σύμφωνα με στρατιωτικούς αναλυτές, η δίμηνη άκρως επιθετική στρατηγική ενάντια στους αντάρτες των «Ενόπλων Επαναστατικών Δυνάμεων της Κολομβίας - Λαϊκός Στρατός» (FARC-EP) κατά κύριο λόγο και δευτερευόντως κατά του «Εθνικού Απελευθερωτικού Στρατού» (ELN), του Προέδρου Ουρίμπε, είναι πιθανό να εξωθήσει μεγάλο αριθμό ανταρτών στα κολομβιανά σύνορα και φυσικά εκτός αυτών. Ηδη, πληροφορίες θέλουν Κολομβιανοί αντάρτες να έχουν περάσει στη Βραζιλία, τον Παναμά, το Εκουαδόρ, το Περού και τη Βενεζουέλα.

Η Κολομβία λοιπόν για πρώτη φορά απαιτεί μεγαλύτερη δέσμευση από τις υπόλοιπες χώρες της Λατινικής Αμερικής για βοήθεια στην καταπολέμηση «της τρομοκρατίας και των ναρκωτικών». Αντιστροφή της μέχρι τακτικής του, όπου αφ' ενός ο κολομβιανός στρατός απέφευγε να ζητήσει επίσημα συνεργασία από τις ένοπλες δυνάμεις των γειτονικών χωρών, κυρίως από φόβο μήπως χρησιμοποιήσουν τέτοιου είδους συμφωνίες για να πάρουν τον έλεγχο των αμφισβητούμενων συνοριακών περιοχών και αφ' ετέρου δεν υπήρχε το έδαφος για τη νομιμοποίησή της. Σύμφωνα με την αμερικανική εφημερίδα «Miami Herald» ο Κολομβιανός Πρόεδρος ζήτησε από τις χώρες της Λατινικής Αμερικής να ανανεώσουν τη Συμφωνία του Ρίο, ούτως ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αντιμετώπιση τόσο εσωτερικών όσο και εξωτερικών απειλών, αφού η συμφωνία προβλέπει ότι μια εξωτερική επίθεση σε μία χώρα - μέλος θα θεωρείται ως επίθεση σε όλα τα μέλη. Το σκεπτικό Ουρίμπε είναι η εξασφάλιση μιας ασφαλούς συνεργασίας, με στόχο την ανταλλαγή πληροφοριών για τις κινήσεις των ανταρτών, τον καλύτερο έλεγχο των συνόρων και το σταμάτημα του εμπορίου των ναρκωτικών από και εκτός των κολομβιανών εδαφών. Πάντως η πρόταση Ουρίμπε δεν αναφέρει σε κανένα σημείο της τη δημιουργία περιφερειακής στρατιωτικής δύναμης.

Το «πρόβλημα» Τσάβες

Ενα ακόμη ακανθώδες ζήτημα που απασχόλησε τη Σύνοδο του OAS ήταν η όξυνση της κρίσης στη Βενεζουέλα. Μέχρι στιγμής, σύμφωνα με πάντα με τις πληροφορίες, αλλά και τα πρακτικά της Συνόδου, η διαμεσολάβηση που υπήρξε μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του περασμένου Απρίλη κατά του νόμιμα εκλεγμένου Προέδρου Ούγο Τσάβες, εκ μέρους των Ηνωμένων Εθνών, του OAS αλλά και του Κέντρου Κάρτερ έχει οδηγηθεί σε αδιέξοδο και για του λόγου το αληθές, οι τελευταίες εξελίξεις. Την πρόταση για ενεργοποίηση της Συμφωνίας του Ρίο ή και της Δημοκρατικής Χάρτας του OHE - υπογράφτηκε κατά παράδοξο τρόπο(;) στη Λίμα το 2001 πριν την 11η του Σεπτέμβρη - που θα σημάνει και τη νομιμοποίηση της επέμβασης, έστω και σε πολιτικό επίπεδο, των αμερικανικών κρατών στα εσωτερικά τεκταινόμενα στη Βενεζουέλα, την έκανε ο πρόεδρος του Περού, Αλεχάντρο Τολέδο. Σύμφωνα με την πρόταση Τολέδο, που ξέχασε ότι οι εκλογές που ανέδειξαν νικητή τον Τσάβες ήταν απόλυτα διαφανείς και τα αποτελέσματά τους αδιαμφισβήτητα, θα πρέπει να υπάρξει παρέμβαση και πίεση για διεξαγωγή πρόωρων εκλογών υπό διεθνή επιτήρηση...

Καμία από τις προτάσεις δεν έγινε δεκτή - προς το παρόν τουλάχιστον. Στην απόφαση της Νότιας Αμερικής για το αν θα υπογράψει νέα συμφωνία για την ασφάλεια στην περιοχή σημαντικό ρόλο θα παίξει η Βραζιλία, η μεγαλύτερη εδαφικά και η ένατη οικονομικά δύναμη του πλανήτη. Στη Βραζιλία ασκήθηκε κριτική για το γεγονός ότι θέλει να παίξει το ρόλο του τοπικού αρχηγού χωρίς να αναλαμβάνει την ευθύνη να επιλυθούν διαμάχες. Δηλώσεις πάντως του υπουργού Εξωτερικών της Βραζιλίας, Κέλσο Λάφερ, αποκαλύπτουν ότι η Βραζιλία έχει αρχίσει συνομιλίες με την κολομβιανή κυβέρνηση για παροχή περισσότερων πληροφοριών από το καινούριο σύστημα radar, SIVAM, το οποίο κόστισε 1.4 δισ. δολάρια και εποπτεύει όλη την περιοχή του Αμαζονίου. Η Βραζιλία έχει « ανοιχτό μυαλό», είπε ο Λάφερ, για την ανανέωση των συμφωνιών που ήδη υπάρχουν για την άμυνα σε ένα συνέδριο για την ασφάλεια που θα γίνει στο Μεξικό. «Πιστεύουμε ότι η Συμφωνία του Ρίο ακόμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί, όπως φάνηκε με τις περσινές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου. Γνωρίζουμε ότι υπάρχουν νέα θέματα ασφάλειας στο σημερινό κόσμο και θα εξετάσουμε με τους συνεργάτες μας αυτές τις προτάσεις», κατέληξε ο Λάφερ, αφήνοντας όλα τα ζητήματα ανοιχτά για να επιλυθούν στο μέλλον και όχι τυχαία.

Πρότυπο το ΝΑΤΟ

Ανάλογη στάση κρατά η Βραζιλία και για την περίπτωση της Βενεζουέλας, όπως και η Αργεντινή. Σύμφωνα με δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών Κάρλος Ρουκάουφ, «εμείς έχουμε τις αποφάσεις του Μερκοσούρ» - τη συμφωνία του Νότου, όπου συμμετέχουν η Βραζιλία, η Αργεντινή, η Παραγουάη και η Ουρουγουάη - «και δεν είμαστε διατεθειμένοι να ανατρέψουμε αυτή την πραγματικότητα».

Πάντως, ο πρέσβης της Αργεντινής στις ΗΠΑ, Ντιέγκο Γκελάρ, σχολιάζοντας την πρόταση Ουρίμπε αντιπρότεινε μια στρατιωτική δύναμη στη Νότια Αμερική όπως ακριβώς το ΝΑΤΟ, αν και διευκρίνισε ότι «αυτή δεν είναι η θέση της Αργεντινής σήμερα αλλά, κατά τη δική μου άποψη, είμαι πεπεισμένος ότι θα ήταν λογικό να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε τη δημιουργία ενός συνασπισμού δυνάμεων ασφαλείας στη Νότια Αμερική, ο οποίος θα ανακύψει από ολοκληρωμένες μελλοντικές συμφωνίες στη Νότια Αμερική».

Επίσης, ο Γκελάρ τόνισε ότι η απόφαση του ΝΑΤΟ πριν από 3 χρόνια για τον πόλεμο στο Κοσσυφοπέδιο πιέζει ακόμα περισσότερο τη Νότια Αμερική να συγκεντρώσει ομοίως τις δυνάμεις της. «Για τη Νότια Αμερική, αυτό σημαίνει είτε ότι οργανώνεις και ενώνεις τις δυνάμεις να πολεμήσουν κατά της τρομοκρατίας και του εμπορίου των ναρκωτικών ή ότι άλλοι θα το κάνουν για σένα. Αυτό που δεν μπορείς να κάνεις είναι να μην κάνεις τίποτα».

Μολονότι η συζήτηση έχει ανάψει ανάμεσα στους διπλωματικούς κύκλους της Λατινικής Αμερικής, ξαφνικά πήρε χρονική μετάθεση. Ο λόγος; Εν αναμονή του αποτελέσματος του δεύτερου γύρου των προεδρικών εκλογών στη Βραζιλία, όπου ο υποψήφιος του Κόμματος των Εργαζομένων Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα φέρεται ως ο σίγουρος νικητής. Σύμφωνα με τους αναλυτές, ο Λούλα και η ηγεσία του κόμματος, αλλά και των δυνάμεων που τον στηρίζουν έχουν ζωντανές αναμνήσεις από τις στρατιωτικές συμφωνίες των δικτατοριών και μάλλον θα αντιδράσουν ενστικτωδώς ενάντια σε κάθε συμφωνία τέτοιου είδους. Αναλόγως και για τη Βενεζουέλα, η απόφαση παρέμβασης μετατέθηκε για τις αρχές του 2003, χωρίς να απορρίπτεται η πρόταση Τολέδο...


Χριστίνα ΜΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ




Διαβάστε στο «Ρ»

Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org