ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 26 Γενάρη 2003
Σελ. /24
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΔΙΗΓΗΜΑ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΤΟΥ ΗΛΙΑ ΠΟΛΥΜΕΡΟΥ

Ο Πολύμερος Ηλίας γεννήθηκε το 1956 στη Μηλιά Μετσόβου. Δικηγόρος στα Γιάννινα και μέχρι πρόσφατα (Μάρτης του 2002) Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Ιωαννίνων. Υπήρξε Γεν. Γραμματέας του Οργανισμού Ηπειρωτικού Θεάτρου και μέλος του ΔΣ του ΔΗΠΕΘΙ. Εργασίες του νομικού και ιστορικού περιεχομένου έχουν δημοσιευτεί στα πρακτικά του Διεπιστημονικού Συνεδρίου του ΕΜΠ για το Μέτσοβο και στην «Ηπειρωτική Δικαιοσύνη». Εχει δημοσιεύσει χρονογραφήματα και διηγήματα στις εφημερίδες των Ιωαννίνων και στο λογοτεχνικό περιοδικό «Ελεύθερο Πνεύμα».


Η πρώτη νίκη

Από το βράχο της πλαγιάς, κρώζοντας, πετάρισαν δυο μικροκοράκια κι αλαφρογαντζώθηκαν στο μαυροδοκό της σιδερένιας πύλης του εργοστασίου. Πίσω της, στο βάθος, υψώνονταν σαν δυο τεράστιες ψηλόλιγνες μαυροντυμένες μοιρολογίστρες οι δυο καμινάδες του, βουβές κι άκαπνες. Μπροστά της, στην ποδιά της, στα ριζά του βουνού, σκόρπιοι θάμνοι ολόγυμνοι, κάμποσες λεύκες στην άκρα γραμμή της δημοσιάς κι ύστερα ο μικρός κάμπος με τις γκρίζες, σκουροπράσινες, καφετιές, παράλληλες λωρίδες, μαντροχωρισμένες και κάπου αραιά οι τσίγκινες και οι κεραμιδένιες σκεπές από τις μάντρες και τα χαμηλόκτιστα κοτοστάσια. Μακριά μες στη χειμωνιάτικη αχλή ίσα που πρόβαλλε θαμπή η μικρή πολιτεία σαν σε χειμερία νάρκη κι αυτή.

Πάνε δυόμισι μήνες τώρα που κατέβηκαν οι διακόπτες, σβήσανε οι μηχανές, πάγωσαν οι καμινάδες. Τέσσερις μήνες απλήρωτοι οι εργάτες, μαραίνονταν στην προσμονή. Στην αρχή δώσανε πίστωση, ύστερα έκαμαν «επίσχεση». Μαζώνονταν τα πρωινά στο προαύλιο, έδιναν όλοι τους το «παρών». Αναβαν ένα άχρηστο λάστιχο αυτοκινήτου και γύρω του, κουβέντιαζαν, αντιδικούσαν, πρόσμεναν μια κίνηση από τ' αφεντικό. Κι εκείνος όλο υποσχέσεις έταζε από μακριά. Τη μια περίμενε να εξοφληθεί από οφειλέτες, την άλλη εγκρίθηκε ένα δάνειο σοβαρό ή τάχα θα 'παιρνε μεγάλη παραγγελιά, και πέρναγε άπραγος ο καιρός. Ζύγωναν τα Χριστούγεννα κι οι εργάτες απογοητευμένοι, μαραζωμένοι, όλο κι αραίωναν, ώσπου δεν πάταγε ψυχή στο προαύλιο, μοναχά ο φύλακας ακούγονταν που και που να σαλαγίζει τα κοράκια, τ' αερικά και τον εαυτό του!

Μα τούτο το απόγιομα κάτι σημαντικό πρέπει να συνέβηκε. Αξαφνα την παγερή σιωπή της πλαγιάς ταράξανε απανωτοί θόρυβοι μηχανών. Τα δυο κοράκια της πύλης τρομαγμένα φτερούγισαν κατά τον κάμπο. Μέσα σε λίγην ώρα αγροτικά, γιωταχί αυτοκίνητα, μοτοσικλέτες και παπάκια σβήνανε με βιάση τις μηχανές τους και παρκάρανε όπου να 'ναι ολόγυρα από το εργοστάσιο. Ενα σμήνος πολύχρωμο εργατιάς συνωστίστηκε στο έμπα του. Πλαστικά μπουφάν, τζιν, φόρμες εργατικές, φάτσες αγριεμένες, μάτια φλογισμένα καρφώθηκαν στα βαριά σιδηροπορτόφυλλα. Φωνές πολλές, άλλες παρακλητικές, άλλες επιτακτικές καλούσαν το φύλακα, ν' ανοίξει. Εκείνος αρνούνταν πεισματικά, είχε λέει αυστηρή εντολή κανείς να μη διαβεί. Μα χωρίς να το καταλάβει καν, δυο γεροδεμένοι νεαροί πήδηξαν στο πι και φι τη μάντρα και βρέθηκαν μπροστά του. Δεν αντέδρασε, άνοιξε μουρμουρίζοντας ανόρεχτα «πάντως εγώ σας το 'πα»! Κατά δεκάδες προχώρησαν εμπρός κι αυθόρμητες φωνές έδωσαν το σύνθημα:

- Ολοι μέσα, στην «παραγωγή», «στην παραγωγή»!

Στο χώρο της παραγωγής η υγρασία και το κρύο τους περόνιασε. Χουχουλίζοντας τις φούχτες τους, στριφογύριζαν, αναπηδούσαν και προσμένανε κάποιος ν' αρχίσει, παίρνοντας το λόγο. Αλλοι αναρωτιόνταν στο βρόντο, «ποιος τους μάζεψε, τι τρέχει». Στράφηκαν σε έναν ψηλό, αλάνταβο, με μια ουλή στο μάγουλο, μέλος της διοίκησης του Σωματείου, κι εκείνος τους απάντησε μ' ένα βλέμμα αγαθό κι αμήχανο, σαν να τους έλεγε «δεν ξέρω, μη με ρωτάτε». Κάποιοι στο σωρό πέταξαν το μυστικό. Αυτοί είχαν τηλεφωνήσει για τη συγκέντρωση, γιατί πήραν ασφαλείς πληροφορίες πως τ' αφεντικό από ώρα σε ώρα στέλνει νταλίκες να φορτώσει την παραγωγή! Στο άκουσμα του αγγέλματος σηκώθηκαν φωνές αποδοκιμασίας, σφυρίγματα, πνιχτές βρισιές: «Μήτε βρώμικος αγέρας δε θα βγει από τις αποθήκες»! Τα κορμιά τσιτώθηκαν, με μιας ζεστάθηκαν, τα κεφάλια ξεσκούφωτα ορθώθηκαν, τα μάτια γατίσια ερευνούσαν ολόγυρα. Από την κεντρική είσοδο, στο χώρο της παραγωγής πέρασε γρήγορος, νευρικός ένας μεσόκοπος γραβατωμένος με ζελωμένο κοντό μαλλί, συνοδεμένος από γοριλάνθρωπο, γύρω στα τριάντα, με πελώριες σαν ντουλάπα πλάτες. Κατευθύνθηκε ίσια στους συγκεντρωμένους που στη θωριά τους άνοιξαν ευθύς και τους κύκλωσαν. Ο γραβατωμένος ήταν ο κύριος ιδιαίτερος του αφεντικού. Μπήκε στο θέμα με περίσσιες φιοριτούρες, μέσα σ' ένα σούσουρο από κουβέντες, ψίθυρους και διακοπές. Μετέφερε, λέει, πρόταση διαλόγου, «τα άκρα οδηγούν σε αδιέξοδο». Ας αφήσουν να πάρει κομμάτι της παραγωγής και με το τίμημα από την πώλησή του θα πληρωθεί μέρος από τα οφειλόμενα. Κι ύστερα πάλι τα ίδια. Αλλιώς, «υπάρχει και ο νόμος», έκλεισε με νόημα το λογύδριό του, ξεσηκώνοντας σάλαγο από σφυρίγματα, βρισιές και ξεφωνητά. Οι ψυχραιμότεροι συγκράτησαν τους θερμόαιμους και τους άφησαν να φύγουν, σχεδόν σηκωτοί.

Η χλαλοή ανασηκώθηκε πιο δυνατή. Στριφογύριζαν σα μελίσσι που αναζητεί τη βασίλισσά του. Σπαθίζαν οι ματιές στον αγέρα, ώσπου στάθηκαν σ' έναν μεσόκοπο ομορφάντρα, με γκρίζα πυκνά μαλλιά, μουστάκι αλαφρά τσιγκελωτό και μάτια έξυπνα, αλαφροκίνητα. Εκείνος σαν αισθάνθηκε το βάρος από τα βλέμματα γύρω του, κινήθηκε αργά, αδέξια, κι ύστερα ζυγίζοντας το βήμα του ισορρόπησε, προχώρησε μπροστά και μ' ένα σίγουρο σάλτο βρέθηκε πάνω σ' ένα σιδεροβάρελο. Στράφηκε στους μαζωμένους εμπρός του, ξεροκατάπιε ανεβοκατεβάζοντας το λαρύγγι του σαν λαστιχένιο τόπι που αναπηδά πάνω σε τσιμεντένιο δάπεδο, και λύνοντας τη γλώσσα του, είπε από καρδιάς δυο λόγια: «συν., συνάδ...», ταλαντεύτηκε στην προσφώνηση κομπιάζοντας αρχικά, και κατόπι με στέρια φωνή χαιρέτισε «σύντροφοι»! Με τη ματιά του αγκάλιασε την ομήγυρη, σαν να ζύγιζε τις αντιδράσεις κι αμέσως αναρωτήθηκε με σιγουριά: «Γιατί όχι; Τι σχέση έχουμε μεις με "κυρίους" και κυριλέδες, μ' αυτούς που τώρα παίζουν στα καζίνο τα χαμόγελα των παιδιών μας; Ξέρω πως πολλοί ταπεινώνεστε που μήτε ένα παιχνίδι δεν μπορείτε ν' αγοράσετε στα παιδιά σας για τις χρονιάρες μέρες που 'ρχονται...». Συνέχισε με λόγο φωναχτό, περίτεχνο, κοιτάζοντας ολόισια τους μαζωμένους, κι ύστερα μαλάκωσε τον τόνο, στάθηκε απολογητικά χαμηλοθωρώντας τους. Ηξερε, από καιρό πως οι συνάδελφοί του πρόσμεναν πιο πολλά από τον ίδιο και ζήτησε την κατανόησή τους, είχε κι αυτός «τα δικά του».

- «Κάθε σπίτι και το καρφί του, συμπαθάτε με», έκλεισε την παρένθεση, κι αμέσως μπήκε στο «διά ταύτα», ανασηκώνοντας τα μάτια του, με φράσεις σταράτες και κοφτές, που ακούγονταν στον αέρα σαν σφυριές κι έκλεισε δίνοντας στο λόγο του χρώμα ενθουσιώδες:

- «Ούτε δράμι, μήτε γραμμάριο παραγωγής δεν πρέπει να βγει από το εργοστάσιο. Δυο μήνες τ' αφεντικό αδιαφόρησε, τώρα τάχατες θυμήθηκε το διάλογο; Ενα τερτίπι για να πάρει την παραγωγή. Δεν πιέστηκε μέχρι σήμερα, θα πιεστεί αν την πάρει λεύθερα και την πουλήσει; Μια μου πρόταση: κατάληψη...»! Το λόγο του σταμάτησαν απανωτές φωνές επιδοκιμασίας, και παρατεταμένα χειροκροτήματα. Δε χρειαζόταν άλλος να μιλήσει. Αρχισαν τις προετοιμασίες. Να ορισθούν οι βάρδιες για το προσωπικό της κατάληψης, η Επιτροπή της, ο υπεύθυνος Τύπου, οι αρμόδιοι για την τροφοδοσία... Γυρόφερναν για τα χρειαζούμενα με μια θέρμη στις ψυχές τους, μιαν ανέκκλητη απόφαση και συνεννοούνταν πότε ήρεμα, πότε με φωνές και μικροεντάσεις. Μα πριν αποτελειώσουν να ορίσουν όλες τις υπευθυνότητες ήρθε από την πύλη το μαντάτο, που τους μούδιασε και τους παρέλυσε: Κάτω στη δημοσιά ανηφορίζουν δυο νταλίκες. Μπροστά τους προπορεύεται περιπολικό της Αστυνομίας!

Σε λίγην ώρα, ένας βαθμοφόρος της Αστυνομίας, μπροστά από μια σταματημένη διπλή νταλίκα μ' αναμμένη τη μηχανή της, με χαμηλωμένο μέχρι το μέτωπο το πηλήκιό του και κρατώντας ένα σημείωμα στο ζερβί του χέρι ζητούσε από το θυρωρό ν' ανοίξει την πύλη. Οι εργάτες με σφυρίγματα και χτυπώντας μ' ό,τι έβρισκαν μπροστά τους τις σιδεριές της πύλης σήκωναν σαματά που σκέπαζε τις στριγγιές εκκλήσεις του βαθμοφόρου. Εκείνος δεν έκανε πίσω. Πήρε έναν τηλεβόα κι άρχισε να καλεί ν' ανοίξουν, αλλιώς θα επέμβουν οι άνδρες «Αποκατάστασης της Τάξης». Υπήρχε μήνυση, λέει, του εργοστασιάρχη για παράνομη κατάληψη ιδιόκτητου χώρου, αυτοδικία και φθορά ξένης ιδιοκτησίας. «Ο πρώτος που θα συλλαμβάνονταν θα ήταν ο πορτιέρης», έκλεισε τις προσταγές του. Πίσω του, μπροστά και παράλληλα στην νταλίκα, μόλις είχε παραταχθεί μία διμοιρία κρανοφόρων. Η θωριά τους άπλωσε την αμηχανία στους γαντζωμένους στα κάγκελα εργάτες. Η αμηχανία έφερε την παγωμάρα σαν στριφογύρισε το κλειδί της πύλης κι ο θυρωρός την ορθάνοιξε. Οι μαζωμένοι καθρεφτίζονταν τώρα στις καλογυαλισμένες ασπίδες των κρανοφόρων σαν κέρινα ομοιώματα. Ο βαθμοφόρος έκανε ένα νεύμα κι ο οδηγός του φορτηγού έλυσε το χειρόφρενο. Και τότε συνέβη κάτι το αναπάντεχο. Μια μεσόκοπη εργάτρια που 'πλεε μέσα στη φόρμα της και τα γκρίζα κροτάφια της φούντωναν έξω από το κεφαλομάντιλό της, κινήθηκε εμπρός με σβελτάδα κοριτσόπουλου κατά το φορτηγό, στάθηκε μπροστά του, έριξε μια κοφτή ματιά στο βαθμοφόρο, και, μ' αψηφισιά, με μια κίνηση που θα ζήλευαν και οι αθλητές της γυμναστικής ξάπλωσε ανάσκελα μπροστά στις ρόδες! Τούτη η πράξη της αναθάρρησε τους συντρόφους της, που άρχισαν να χειροκροτούν και να σφυρίζουν. Πριν συνέλθει ο βαθμοφόρος από το σάστισμα, δεύτερη εργάτρια έτρεξε και ξάπλωσε δίπλα στην πρώτη, κι ύστερα τρίτος και τέταρτος, κι έπειτα ένας μετά τον άλλονε όλοι οι εργάτες ξάπλωναν σχηματίζοντας έναν ανθρωποτάπητα, από τις ρόδες της νταλίκας μέχρι την αυλή της φάμπρικας. Σε λίγο, εκατό ζευγάρια μπράτσα έσφιγγαν και ζευγάρωναν, κλείνοντας την ανθρώπινη αλυσίδα, τον παράδοξο ανθρωποτάπητα. Εκατό κορμιά ξαπλωμένα καταγής αναζητούσαν να πάρουνε δύναμη σαν το μυθικό εκείνον ήρωα, τον Ανταίο. Εκατό ζευγάρια μάτια καρφωμένα στον ουράνιο θόλο, όπου τα πρώτα άστρα άρχισαν να θαμποφέγγουνε, δίνανε όρκο συναπόφασης: Οχι δε θα κάνουν πίσω. Κι ας είναι να περάσουν πάνω τους ολάκερες νταλίκες!

Ο βαθμοφόρος, χάνοντας την ψυχραιμία του βολτάριζε, νευρικά με σουφρωμένα τα φρύδια του ξεφωνίζοντας, πότε προς τους άντρες του, πότε προς τον νταλικιέρη. Κάποια στιγμή ανασήκωσε το ασύρματο τηλέφωνό του, αναζητώντας τη λύση στο αδιέξοδό του, καρτερώντας ίσως οδηγίες από τους ανωτέρους του. Μα δε χρειάστηκε. Από το αδιέξοδο τον έβγαλε ο οδηγός του φορτηγού. Κανείς δεν είδε το δάκρυ που αυλάκωσε το ρυτιδωμένο μάγουλό του κι αργοκυλώντας ζέστανε το τορνεμένο γυμνό, δεξί του μπράτσο. Απλωσε την παλάμη του κι άδραξε το λεβιέ των ταχυτήτων. Εβαλε «όπισθεν», έστριψε και κινήθηκε οπισθοχωρώντας. Από κοντά και η δεύτερη νταλίκα. Σε λίγο, ορθοί οι εργάτες αγκαλιάζονταν, πανηγύριζαν, χοροπηδούσαν, κι ήταν τα πρόσωπά τους πιο αστραφτερά κι απ' την ξαστεριά. Ενας φρέσκος, καθάριος, αναζωογονητικός αγέρας φύσηξε κατά την πόλη διαλύοντας την αχλή της.

Γιόρταζαν την πρώτη νίκη!


Ηλίας ΠΟΛΥΜΕΡΟΣ




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org