ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 25 Σεπτέμβρη 2005
Σελ. /24
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΔΙΗΓΗΜΑ
Του Βαγγέλη ΜΗΝΙΩΤΗ

Ο Βαγγέλης Μηνιώτης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1927 και από νεαρή ηλικία άρχισε να γράφει στον τοπικό Τύπο. Συνεργάστηκε κατά καιρούς με διάφορα περιοδικά, κυρίως με κλαδικά έντυπα, όπως «Η φωνή της ΓΣΕΕ», όπου είχε τη στήλη του χρονογραφήματος και «Η φωνή των φαρμακοϋπαλλήλων», που υπηρέτησε ανιδιοτελώς δεκαετίες, καθότι φαρμακοϋπάλληλος.

Οταν έγινε συνταξιούχος πια, έκανε την παρουσία του στα Γράμματα με δέκα έως τώρα βιβλία, κάποια εκ των οποίων έχουν βραβευτεί.

Είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, της ΕΣΗΕΠ και άλλων πνευματικών Ενώσεων.


Τι να καταλάβουν τα πουλιά;

Οι δεκαοχτούρες μάταια περιμένουν τον άνθρωπό τους ν' ανοίξει την μπαλκονόπορτα, όπως όλα τα πρωινά, και να τους σερβίρει σε πιάτο το πρωινό τους φαγητό που μ' επιμέλεια τους ετοίμαζε. Πρώτη μας φορά συμβαίνει, σα να σκέπτονται, και δεν τις χωράει ο τόπος στα συρματόσκοινα που άλλοτε περίμεναν υπομονετικά. Η ανησυχία τους αρχίζει να μην κρύβεται πια. Πάνε και έρχονται σιωπηλές και ούτε παιχνίδια ούτε και μαλώματα και τσιμπήματα αναμεταξύ τους, μόνο το κεφάλι κουνούν σιγανά σε κάθε τους βήμα, σα να μαντεύουν κάτι κακό. Τα παιδιά στον ελεύθερο χώρο της πολυκατοικίας - ποιος χώρος ελεύθερος, αφού έχει καταληφθεί από τα μηχανοκίνητα δίτροχα και τετράτροχα; - προσέχουν τα πουλιά κάποια στιγμή, που διέκοψαν το παιχνίδι να ξαποστάσουν ένεκα το αυγουστιάτικο λιοπύρι και απορούν με τη συμπεριφορά τους. - Για δες τα πώς κάθονται σαν κότες, λέει ένας μικρός κι ένας άλλος συμπληρώνει: - σαν σε κηδεία. Ακόμα και ο διώκτης τους, που δεν τ' αφήνει σε χλωρό κλαδί, γιατί του κουτσουλούν τα σίδερα του μπαλκονιού και το αυτοκίνητο που το λατρεύει, σε σημείο να το πηγαίνει έξω από την εκκλησιά και να του κάνει αγιασμό ο παπάς, παραξενεύτηκε με τη συμπεριφορά των πουλιών και αντί για πέτρα τούτη τη φορά τους πέταξε μια λεμονόκουπα. Πάλι καλά! Το ίδιο κυνηγητό κάνει και στα γατιά, θαρρείς και του αρπάζουν τα ψάρια από το τηγάνι. Αλλά και με τους ανθρώπους δεν τα πηγαίνει καλύτερα, κανείς δεν ξέρει την «καλημέρα» του. Οταν έβλεπε στο αντικρινό του μπαλκόνι τον μπάρμπα Κώστα να βγαίνει με το δίσκο τροφής στο χέρι και τα πουλιά να τον σκεπάζουν κυριολεκτικά με τις φτερούγες τους, χτυπιόταν από το κακό του ο «κακός γείτονας», τη στιγμή που ο άλλος ένιωθε σαν άγγελος από τη χαρά του και ήταν έτοιμος να πετάξει, παρά την προχωρημένη ηλικία του!

Είναι αλήθεια ότι τα χρόνια του μπάρμπα - Κώστα δεν του φαίνονται και παρότι έχουν συγκεντρωθεί πάρα πολλά στη ράχη του, όχι μόνο δεν έχει κοψομεσιαστεί αλλά και περπατάει ντούρος, σε όλα του ίσιος, χωρίς αναποδιές σε κάθε του φέρσιμο.

Με τη γυναίκα του την κυρά Λένη που ζήσανε αρμονικά ολόκληρες δεκαετίες, ώσπου τελευταία τον εγκατέλειψε λόγω ανωτέρας βίας, δεν είχε πολλές προστριβές εκτός εκείνες που δημιουργούσαν τα περιστέρια με τις κουτσουλιές τους που την υποχρέωναν να καθαρίζει συνεχώς εδώ και εκεί.

- Κωστάκη, τον παρακαλούσε δε λυπάμαι την τροφή που τους δίνεις χαλάλι τους κι εγώ τ' αγαπώ, όμως δεν ανέχομαι αυτήν την κατάσταση. Κατάλαβέ το επιτέλους.

- Α, περιστέρα μου μην τα βάζεις με τους φίλους μου που συμβολίζουν την ειρήνη και άλλα πράγματα για μένα, έκανε εκείνος χαμογελαστός και την αγκάλιαζε πατρικά. Αυτή η σκηνή επαναλαμβανόταν όσο εκείνη ζούσε. Μετά, τον έκανε η μοναξιά να δεθεί ακόμα περισσότερο με τις δεκαοχτούρες που είχαν πια το ελεύθερο να μπαίνουν και μέσα στην κουζίνα για να του κρατήσουν συντροφιά.

Η φιλία του με τα περιστέρια άρχισε όταν ήταν μικρό παιδί πριν τη Μικρασιατική καταστροφή στο ελληνόφωνο χωριό Κάτω Παναγιά πλάι στον Τσεσμέ απέναντι από τη Χίο, τα έτρεφαν στο σπιτικό τους. Οταν ξεσπιτωθήκανε και ήρθαν εδώ χωρίς τον πατέρα που τον κράτησαν οι Τούρκοι και δεν τον ξανάδαν ποτέ, καθώς και τη μεγαλύτερη αδελφούλα του, που για να μην πιαστεί προτίμησε να ριχτεί μέσα σε ένα ξεροπήγαδο, είχε την αφέλεια να ελπίζει πως κάποιο από τα περιστέρια τους... θα του έφερνε μήνυμα από τους αδικοχαμένους του, ξέροντας ότι οι παλιότεροι τα χρησιμοποιούσαν και ως ταχυδρόμους! Παρότι διαψεύστηκαν οι ελπίδες του πως θα μάθαινε κάτι για τους δικούς του δεν έπαψε να τ' αγαπά και να ανυπομονεί πότε θ' αποκτήσουν δικό τους σπίτι για να κάνει μια φωλιά και γι' αυτά στον αυλόγυρο. Μεγαλώνοντας τα αγάπησε πιο πολύ, γιατί ήταν το έμβλημα της ΕΙΡΗΝΗΣ και ο Κωσταντής όπως τον φώναζε η χαροκαμένη μητέρα του ήταν φιλειρηνιστής, γιατί τα ψυχικά του τραύματα από τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο ήταν ακόμα νωπά και δεν ήθελε ποτέ άλλοτε να ξαναζήσει τέτοιες συμφορές.

Και, όμως, πήρε μέρος στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο στην οροσειρά της Πίνδου και επιστρέφοντας ποδαρόδρομο από την Αλβανία, όπως σήμερα οι Αλβανοί μετανάστες, μαζί με τα κουρέλια του και τις ψείρες είχε στην τσέπη του και το μετάλλιο ανδρείας!

Στην κατοχή προσχώρησε μεταξύ των πρώτων στην Αντίσταση του ΕΑΜ εναντίον του ναζιστικού και απάνθρωπου επεκτατισμού και μετά την Απελευθέρωση από τους Γερμανούς συνελήφθη από τους Αγγλους και τους δοσίλογους ως ...προδότης!!!

Στα χρόνια του ψυχρού πολέμου ήταν πάντα κοντά στο κίνημα της ΕΙΡΗΝΗΣ, αν και ήταν επικίνδυνο να συμμετέχει κανείς σε τέτοιες εκδηλώσεις, γιατί έπεφτε ξύλο, και αμόλαγε ένα περιστέρι που κουβαλούσε μαζί του πάνω από τα κεφάλια των συμμετασχόντων στη συνάθροιση, μετά το τέλος των ομιλιών.

Πέρασαν χρόνια, άλλαξαν οι καιροί και αλλαξοπίστησαν κάποιοι από τους παλιούς συντρόφους στους αγώνες για κοινωνική δικαιοσύνη, με το αζημίωτο ως γνωστόν, όμως εκείνος παρέμεινε πιστός στα ιδανικά του για έναν καλύτερο κόσμο και η ελπίδα του αυτή θα σβήσει τελευταία.

Τα παιδιά του κοντεύουν να γεράσουν, τα εγγόνια του άρχισαν να γεννοβολούν, η καρδιά του όμως παραμένει αγέραστη και η φαντασία του φτερουγίζει εδώ κι εκεί, όπως τα περιστέρια που μάταια περιμένουν ν' ανοίξει η μπαλκονόπορτα και να προβάλει, όπως πάντοτε, γελαστός ο παππούς με το φαγητό τους στο χέρι.

Η απορία των πουλιών είναι προφανής και ο εκνευρισμός τους δικαιολογημένος από την έλλειψη συσσιτίου. Τρεις μέρες έχει να παρουσιαστεί ο προστάτης τους και η ζωή γι' αυτά έγινε ανυπόφορη. Οπου κι αν βρεθούν θεωρούνται ανεπιθύμητα κι απομακρύνονται με το χειρότερο τρόπο. Ο «κακός» γείτονας μάλιστα τ' απείλησε πως αν ξανακουτσουλίσουν...θα τους κόψει... τον κώλο!

Τέλος, μαθεύτηκε ότι ο καλός και ευσπλαχνικός ακόμα και στα ζώα μπάρμπα Κωσταντής μεταφέρθηκε ξαφνικά στο νοσοκομείο και βρίσκεται μεταξύ ζωής και θανάτου στην «Εντατική».

- Και βρέθηκε αμέσως κρεβάτι; τυχερός στη δυστυχία του, είπε, κάποιος, αλλά... τι να καταλάβουν τα πουλιά για όσα συμβαίνουν εν ανθρώποις!


Βαγγέλης ΜΗΝΙΩΤΗΣ




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org