ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Σάββατο 24 Μάρτη 2012 - Κυριακή 25 Μάρτη 2012
Σελ. /24
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "Η Παρισινή Κομμούνα"
ΙΣΤΟΡΙΑ
Η Παρισινή Κομμούνα

«Το Παρίσι των εργατών με την Κομμούνα του θα γιορτάζεται πάντα σαν δοξασμένος προάγγελος μιας νέας κοινωνίας. Τους μάρτυρές της τους έχει κλείσει μέσα στη μεγάλη της καρδιά η εργατική τάξη. Τους εξολοθρευτές της τους κάρφωσε κιόλας η Ιστορία στον πάσσαλο της ατίμωσης απ' όπου δεν μπορούν να τους λυτρώσουν μήτε όλες οι προσευχές των παπάδων τους» (Καρλ Μαρξ, «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία»).

Ετσι τέλειωσε το περίφημο έργο του «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία» ο Μαρξ, το οποίο αποτελείται από τις δύο διακηρύξεις του Γενικού Συμβουλίου της Διεθνούς Ενωσης Εργατών (Α' Διεθνής), της οποίας ιδρυτές ήταν οι Μαρξ - Ενγκελς, η πρώτη για τον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο του 1870 και η δεύτερη για τον εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία το 1871.

«Ο μεγαλειώδης ηρωισμός ανδρών, γυναικών, ακόμα και παιδιών, στην πρώτη εργατική έφοδο για την κατάργηση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, που έδωσαν απλόχερα τη ζωή τους για μια νέα κοινωνία, η εμπειρία της Παρισινής Κομμούνας, καθώς και τα διδάγματα από τη δράση στις 72 μέρες (18 Μάρτη έως 28 Μάη 1871) της πρώτης εργατικής εξουσίας στον κόσμο, παραμένουν επίκαιρα.

Εξίσου επίκαιρη είναι και η συνειδητοποίηση, η γνώση της αγριότητας της αστικής τάξης, που έδειξε ότι είναι ικανή να διαπράξει τα μεγαλύτερα εγκλήματα, προκειμένου να διασώσει την εξουσία του κεφαλαίου. Συμμάχησε με τον εισβολέα πρωσικό στρατό, με τον οποίο βρισκόταν σε πόλεμο, κατασφάζοντας την εργατική τάξη του Παρισιού. Την άμυνα του Παρισιού ανέλαβε η εργατική τάξη. Κάτι ανάλογο που έγινε και στην Ελλάδα τα χρόνια της Κατοχής, ανάμεσα σε μεγάλα τμήματα της ελληνικής αστικής τάξης και τους Γερμανοϊταλούς κατακτητές, καθώς και στη συνέχεια ανάμεσα στο σύνολο του αστικού κόσμου και τις Μ. Βρετανία - ΗΠΑ.

Η Παρισινή Κομμούνα είναι η απάντηση σε όλους τους ηττοπαθείς και συμβιβασμένους, που βλέπουν το συσχετισμό δυνάμεων στατικό, που αρνούνται την αντικειμενική όξυνση των ταξικών αντιθέσεων και την ωρίμανση της ταξικής πάλης σε άμεση σύγκρουση με τους εκμεταλλευτές.

Τα διδάγματα της Κομμούνας γενικεύθηκαν θεωρητικά από τους Μαρξ και Ενγκελς και πολύ περισσότερο από τον Λένιν και συνέβαλαν στη διαμόρφωση επαναστατικής στρατηγικής. Αυτή έδωσε τη δυνατότητα στους μπολσεβίκους, το 1917, να αξιοποιήσουν σωστά τις συνθήκες της επαναστατικής κατάστασης στη Ρωσία και να ηγηθούν της εργατοαγροτικής πάλης για την πραγματοποίηση της Οχτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης.

Ο καπιταλισμός έχει κοινωνικοποιήσει την παραγωγή σε πρωτοφανή κλίμακα. Ομως, τα μέσα παραγωγής, τα προϊόντα της κοινωνικής εργασίας αποτελούν καπιταλιστική ιδιοκτησία. Αυτή η αντίφαση είναι η μήτρα όλων των φαινομένων της κρίσης των σύγχρονων καπιταλιστικών κοινωνιών: Ανεργία και φτώχεια, που παίρνουν εκρηκτικές διαστάσεις όταν εκδηλώνονται οικονομικές κρίσεις, καταστροφές από τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, μη ικανοποίηση των σύγχρονων κοινωνικών αναγκών σύμφωνα με την πρόοδο των επιστημών, προκλητική καταστροφή του περιβάλλοντος. Η παραπάνω αντίφαση αναδείχνει και την ανάγκη να αντιστοιχηθούν οι σχέσεις παραγωγής με το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Αυτό σημαίνει κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας σε όλα τα μέσα παραγωγής, αρχίζοντας από τα συγκεντρωμένα, κοινωνικοποίησή τους, κεντρικός σχεδιασμός της οικονομίας από την επαναστατική εργατική σοσιαλιστική εξουσία, εργατικός έλεγχος.

Το 15ο Συνέδριο του ΚΚΕ προσδιόρισε την επικείμενη επανάσταση στην Ελλάδα ως σοσιαλιστική. Προσδιόρισε επίσης τον αντιιμπεριαλιστικό, αντιμονοπωλιακό, δημοκρατικό χαρακτήρα του Μετώπου (ΑΑΔΜ) ως την κοινωνικοπολιτική συμμαχία της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων, η οποία, κάτω από μια σειρά προϋποθέσεις και με την καθοδήγηση του ΚΚΕ, μπορεί να εξελιχθεί σε επαναστατικό μέτωπο διεξαγωγής της σοσιαλιστικής επανάστασης. Τα επόμενα Συνέδρια, ιδιαίτερα το 16ο, εμπλούτισαν το προγραμματικό περιεχόμενο του Μετώπου, ενώ το 18ο Συνέδριο του ΚΚΕ εμπλούτισε την προγραμματική του αντίληψη για το σοσιαλισμό, αξιοποιώντας τα συμπεράσματα από την πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στη Σοβιετική Ενωση και τη νίκη της αντεπανάστασης 1989 - 1991.

Στο Πρόγραμμα του ΚΚΕ αναφέρεται ανάμεσα σε άλλα:

"Η επαναστατική εργατική εξουσία (...) έχει ως καθήκον να παρεμποδίσει τις προσπάθειες της αστικής τάξης και της διεθνούς αντίδρασης να παλινορθώσει την εξουσία του κεφαλαίου (...) Η λειτουργία της δεν είναι μόνο κατασταλτική - οργανωτική. Είναι οικονομική, πολιτική, πολιτιστική, διαπαιδαγωγητική, αμυντική (...) Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός είναι θεμελιακή αρχή στη συγκρότηση και λειτουργία του σοσιαλιστικού κράτους, στην ανάπτυξη της σοσιαλιστικής δημοκρατίας, στη διεύθυνση της παραγωγικής μονάδας, κάθε κοινωνικής υπηρεσίας. (...) Η επαναστατική εργατική εξουσία θα στηριχθεί στους θεσμούς που θα γεννήσει η επαναστατική πάλη της εργατικής τάξης και των συμμάχων της".

Σήμερα, σε συνθήκες υποχώρησης, ήττας, αλλά και διαμόρφωσης προϋποθέσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε μια νέα επαναστατική άνοδο, η αφομοίωση των διδαγμάτων της Κομμούνας, αλλά και όλης της επαναστατικής πάλης του κομμουνιστικού κινήματος στον 20ό αιώνα, αποτελεί παρακαταθήκη για τη στρατηγική και προγραμματική ανασυγκρότηση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος σε επαναστατική βάση» (Από την ανακοίνωση της ΚΕ του ΚΚΕ για τα 140 χρόνια από την Παρισινή Κομμούνα, «Κυριακάτικος Ριζοσπάστης, 22/5/2011).

Τα γεγονότα της εποχής εκείνης ανέδειξαν για πρώτη φορά την εργατική τάξη στην εξουσία, έστω και για 72 μέρες, και απέδειξαν, για πρώτη φορά, στην ιστορία της ταξικής πάλης και των επαναστάσεων ότι η εργατική τάξη βρίσκεται στο προσκήνιο των κοινωνικοπολιτικών εξελίξεων «ως τάξη για τον εαυτό της», χειραφετημένη πολιτικά από την αστική τάξη. Οπως έγραψε χαρακτηριστικά ο Μαρξ στο έργο του «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία», «ήταν η πρώτη επανάσταση με την οποία η εργατική τάξη αναγνωρίστηκε ανοιχτά σαν η μόνη τάξη που ήταν ακόμα ικανή για κοινωνική πρωτοβουλία».

Το ιστορικό έργο της Κομμούνας είναι έργο ζωτικής σημασίας για την ταξική πάλη της εργατικής τάξης και των συμμάχων της, για την ίδια την επανάσταση, για τη θεωρητική μόρφωση και διαπαιδαγώγηση του υποκειμενικού παράγοντα που αντικειμενικά επωμίζεται το καθήκον της εκπλήρωσης της ιστορικής του αποστολής: Να δρα με κάθε μέσο και αποτελεσματικά ώστε να γίνεται ο μοχλός για το νομοτελειακό πέρασμα στην ανώτερη κοινωνική βαθμίδα της ιστορίας, τον κομμουνισμό.

Ιστορικό των γεγονότων

Τα γεγονότα της Κομμούνας του Παρισιού δεν μπορούν να ξεχωριστούν από τα γεγονότα του γαλλοπρωσικού πολέμου του 1870-'71. Αλλωστε, ο πόλεμος αυτός είχε αποτελέσματα, ίσως όχι λιγότερο σημαντικά από την Κομμούνα.

Ο γαλλοπρωσικός πόλεμος του 1870-'71 υπήρξε το αποτέλεσμα των γαλλικών ανησυχιών απέναντι στις προσπάθειες ένωσης της Γερμανίας, αλλά και συγκεκριμένων ενεργειών για την παρεμπόδισή της. Μια από τις γαλλικές ενέργειες που ώθησαν περισσότερο τα πράγματα προς τη σύγκρουση ήταν η ενίσχυση από τον αυτοκράτορα της Γαλλίας Ναπολέοντα τον 3ο (τον επιλεγόμενο «Μικρό») των χωριστικών διαθέσεων που υπήρχαν στα νοτιογερμανικά κρατίδια.

Η προσπάθεια ενοποίησης της Γερμανίας είναι η έκφραση της γρήγορης οικονομικής ανόδου των διαφόρων γερμανικών κρατών με επίκεντρο την Πρωσία. Παρά τη νίκη της αντεπανάστασης το 1848, η πορεία αυτή όχι μόνο δεν ανακόπτεται αλλά επιταχύνεται. Η αστική τάξη, αποκλεισμένη από τις κρατικές υποθέσεις, έπεσε «με τα μούτρα» στις επιχειρήσεις. Τα αποτελέσματα δεν αργούν να φανούν.

Στο άρθρο του στην εφημερίδα «New York Daily Tribune» της 1.2.1859, ο Κ. Μαρξ γράφει:

«Οποιος είδε το Βερολίνο εδώ και 10 χρόνια, δε θα το αναγνώριζε σήμερα. Ηταν τόπος αδέξιων και χοντροκομμένων στρατιωτικών παρελάσεων και τώρα έχει γίνει το ολοζώντανο κέντρο της γερμανικής βιομηχανίας μηχανοκατασκευών. Διασχίζοντας τη ρηνανική Πρωσία και τη Βεστφαλία, νομίζεις ότι βρίσκεσαι στο Lancashire ή στο Yorkshire».

Στον πολιτικό τομέα, η ενοποίηση της «Γερμανίας» (ανύπαρκτη ακόμη επίσημα) προωθείται με τη δημιουργία του «Βορειογερμανικού Συνδέσμου» (1867) και άλλων ανάλογων ενώσεων.

Σε σχέση με τη Γαλλία, η οικονομική πορεία της Γερμανίας παρουσιάζει τις εξής ιδιομορφίες:

α) Είναι πολύ γρήγορη. Ας πάρουμε την εξόρυξη κάρβουνου που αποτελεί τομέα - κλειδί για το 19ο αιώνα. Η παραγωγή της Γερμανίας περνά από τα 12.000.000 τόνους το 1860 στα 26.000.000 το 1870, ενώ της Γαλλίας, τον ίδιο χρόνο, δεν ξεπερνούσε τα 10.000.000.

β) Είναι πολύ πιο προσανατολισμένη προς μία «παραγωγική» και «βιομηχανική» κατεύθυνση. Η πρώτη ατμομηχανή στη Γερμανία κατασκευάζεται - με αρκετή καθυστέρηση - το 1841 από την εταιρεία «Borsig» που εδρεύει στο Βερολίνο (και που εξακολουθεί να υπάρχει και σήμερα στο δυτικό τμήμα της πόλης). Το 1871, όμως, η Γερμανία διαθέτει ήδη περισσότερες ατμομηχανές από τη Γαλλία.

Η αντίθεση ανάμεσα στις δύο χώρες οξύνεται, καθώς η Γαλλία βλέπει, από τη μια μεριά, έναν επικίνδυνο εμπορικό ανταγωνιστή και, από την άλλη, έναν κίνδυνο στα ανατολικά σύνορά της.

Τα πράγματα φτάνουν ως την κήρυξη πολέμου στις 2 Αυγούστου 1870 και εξελίσσονται στο στρατιωτικό τομέα με μεγάλη ταχύτητα. Από τις 4 Αυγούστου κιόλας, τα γαλλικά στρατεύματα κατατροπώνονται στο Wissenburg. Στις 18 Αυγούστου, ο βασικός όγκος του γαλλικού στρατού πολιορκείται στο Metz. Στις 27 Αυγούστου - 1 Σεπτέμβρη η στρατιά του Μακ - Μαόν πολιορκείται στο Sedan. Στις 2 Σεπτέμβρη, και ενώ η συντριπτική ήττα είναι ολοφάνερη, η στρατιά συνθηκολογεί με διαταγή του αυτοκράτορα. Ανάμεσα στους αιχμαλώτους συγκαταλέγονται 40 στρατηγοί, 4.000 αξιωματικοί, 84.000 άνδρες καθώς και ο ίδιος ο αυτοκράτορας Ναπολέων ο 3ος. Ανεμπόδιστα, οι Γερμανοί φτάνουν μπροστά στο Παρίσι στις 19 Σεπτέμβρη και το πολιορκούν, κυρίως από το Βορρά και την Ανατολή.

Η οριστική ειρήνη υπογράφτηκε στη Φραγκφούρτη στις 10 Μάη 1871. Οι βασικοί της όροι ήταν οι εξής:

  • Η Γαλλία εκχωρεί στη Γερμανία το ένα πέμπτο της Λορένης με το Metz και όλη την Αλσατία εκτός από το Belfort και την περιοχή του.
  • Η Γαλλία υποχρεώνεται να καταβάλει στη Γερμανία πολεμική αποζημίωση 5.000.000.000 φράγκων.
  • Ο γερμανικός στρατός θα παραμείνει σε ορισμένα γαλλικά εδάφη ως την πλήρη εξόφληση των πολεμικών αποζημιώσεων. Τα γερμανικά στρατεύματα έφυγαν στις 13 Σεπτέμβρη 1873, με την καταβολή της τελευταίας δόσης των αποζημιώσεων.

Στις 18 Γενάρη του 1871, στην Αίθουσα των Κατόπτρων των Βερσαλλιών, που έχουν καταλάβει τα γερμανικά στρατεύματα, ο βασιλιάς της Πρωσίας Γουλιέλμος ανακηρύχτηκε διά βοής «αυτοκράτορας της Γερμανίας» (Kaiser). Αυτό υπήρξε η ληξιαρχική πράξη γέννησης της Γερμανίας ως ενιαίου (με την πολιτική έννοια) κράτους.

Η εξέλιξη αυτή είχε διπλό και αντιφατικό χαρακτήρα.

  • Από τη μια μεριά, προώθησε τη λύση του εθνικού προβλήματος, δημιουργώντας την ενιαία Γερμανία, στόχο του επαναστατικού - δημοκρατικού κινήματος.
  • Από την άλλη, η δημιουργία της ενιαίας Γερμανίας έγινε πάνω στη βάση όχι της επανάστασης αλλά του συμβιβασμού ανάμεσα στις κορυφές του βιομηχανικού, του τραπεζικού και του εμπορικού κεφαλαίου, τους μεγάλους γαιοκτήμονες των ανατολικών περιοχών και τη μοναρχία, επικεφαλής της πολιτικοστρατιωτικής υπαλληλικής αριστοκρατίας, όπου η αποφασιστική επιρροή ανήκει στον τελευταίο παράγοντα. Δημιουργήθηκε «ένας στρατιωτικός δεσποτισμός, στολισμένος με κοινοβουλευτικά μπιχλιμπίδια, μείγμα φεουδαρχικής ιδιοκτησίας και αστικής επίδρασης, με γραφειοκρατική θωράκιση και αστυνομική υποστήριξη», όπως γράφει ο Κ. Μαρξ, ο οποίος ήταν - ας μην το ξεχνάμε - Γερμανός.

Στην Κ. Ευρώπη δημιουργήθηκε μια νέα δύναμη 41.000.000 κατοίκων. Τα αποτελέσματα του πολέμου 1870 - 71 τη δυνάμωσαν ακόμα παραπέρα. Οι πολεμικές αποζημιώσεις της Γαλλίας επιτρέπουν μια απότομη οικονομική άνοδο. Ανάμεσα στο 1870 και το 1873, η παραγωγή χυτοσιδήρου αυξάνεται κατά 50%, ενώ το μήκος των σιδηροδρομικών γραμμών περνά από 18.000 χλμ. (1870) σε πάνω από 33.000 (1879). Το νέο κράτος μετατρέπεται ταχύτατα σε μεγάλη ιμπεριαλιστική δύναμη. Στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού έχει ξεπεράσει και τη Μεγάλη Βρετανία και μετατρέπεται, μαζί με τις ΗΠΑ, στον πιο δυναμικό πόλο ανάπτυξης του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος.

Ετσι, βλέπουμε ότι πολλά από τα σπέρματα του 1ου Παγκόσμιου Πολέμου βρίσκονται ήδη στην «πρώτη αναμέτρηση» του 1870 -'71.

Η είδηση της συνθηκολόγησης του Sedan γίνεται γνωστή στο Παρίσι την ίδια μέρα (2 Σεπτέμβρη) και προκαλεί μεγάλο αναβρασμό. Η αντιπολίτευση ενάντια στον Ναπολέοντα τον 3ο, έντονη από καιρό, ξεσπά. Το νομοθετικό σώμα του Παρισιού συνέρχεται επειγόντως και παίρνει πολλές ριζικές αποφάσεις. Οι πιο σημαντικές είναι οι εξής:

α) Κατάργηση της μοναρχίας και εγκαθίδρυση της δημοκρατίας (4 Σεπτέμβρη).

β) Δημιουργία κυβέρνησης «Εθνικής Αμυνας».

γ) Δημιουργία Εθνοφρουράς για την υπεράσπιση της πόλης από τον κίνδυνο άμεσης κατάληψης που φαίνεται πια καθαρά.

Η κυβέρνηση βρίσκεται βασικά κάτω από την καθοδήγηση αστών οπαδών του ρεπουμπλικανικού καθεστώτος (L. Gambetta, Jules Ferry, J. Favre κλπ.). Η Εθνοφρουρά αποτελείται βασικά από ένοπλους εργάτες και μικροαστούς.

Με την εμφάνιση των Πρώσων (19 Σεπτέμβρη) αρχίζει η πολιορκία της πόλης. Καθώς ο καιρός περνά και οι στερήσεις δυναμώνουν, στις γραμμές των υπερασπιστών της πόλης εμφανίζονται σοβαρές διαμάχες. Η αστική τάξη, στο Παρίσι και όλη τη Γαλλία, ζητά μια άμεση ειρήνη με τους Πρώσους, όποιοι και αν είναι οι όροι. Αντίθετα, οι εργάτες και οι «αριστεροί» μικροαστοί του Παρισιού ζητούν συνέχιση της αντίστασης, δηλαδή για να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο της εποχής μας, τάσσονται υπέρ του λαϊκού πολέμου μέχρις εσχάτων. Σε όλη τη Γαλλία, όπου οι Γερμανοί αποφεύγουν να επεκταθούν, παρουσιάζεται μια γενική κινητοποίηση των αντιδραστικών δυνάμεων, εμφανίζεται, μάλιστα, ένα πλατύτατο μοναρχικό ρεύμα. Η κατάσταση αυτή είχε σαν αποτέλεσμα, ανάμεσα στα άλλα, την παράλυση σε μεγάλο βαθμό των αμυντικών προσπαθειών.

Στις 28 Γενάρη 1871, η κυβέρνηση Εθνικής Αμυνας υπογράφει ανακωχή με τους Γερμανούς. Η ανακωχή αυτή δεν είναι τίποτε άλλο από πλήρης συνθηκολόγηση. Η συνθήκη προβλέπει παράδοση των οχυρών και διάλυση του τακτικού στρατού.

Η αναγγελία της ανακωχής προκαλεί την ανοιχτή εκδήλωση των αντιθέσεων στους κόλπους των υπερασπιστών της πόλης. Η Εθνοφρουρά αρνείται να παραδοθεί και συγκεντρώνει τα κανόνια της (που είχαν κατασκευαστεί με έρανο των κατοίκων και όχι με κρατικά κονδύλια) στο λόφο της Μονμάρτης. Σε πολλές περιοχές του Παρισιού δημιουργείται επαναστατικός αναβρασμός.

Η κατάσταση επιδεινώνεται ακόμη περισσότερο, με τις εκλογές που γίνονται στις 7 του Φλεβάρη για την ανάδειξη Εθνοσυνέλευσης που θα επικύρωνε την ανακωχή, αλλά και τους όρους της συνθήκης ειρήνης που θα υπογραφόταν. Στην Εθνοσυνέλευση κυριαρχούν συντριπτικά οι αντιδραστικές δυνάμεις των άκρων. Από τους 700 αντιπροσώπους, οι 375 είναι ανοιχτά μοναρχικοί, ενώ όλοι οι άλλοι - με ελάχιστες εξαιρέσεις - ανήκουν στην άκρα Δεξιά των μεγαλοαστικών κομμάτων. Η Εθνοσυνέλευση συνέρχεται στο Bordeaux. Σχηματίζεται κυβέρνηση με επικεφαλής τον Adolfe Thiers (πιο γνωστό με το εξελληνισμένο όνομα Θιέρσος), που εξουσιοδοτείται να αρχίσει διαπραγματεύσεις με τους Γερμανούς για την άμεση υπογραφή συνθήκης ειρήνης.

Στις 26 Φλεβάρη, γίνονται γνωστοί οι προκαταρκτικοί όροι της συνθήκης ειρήνης. Οι όροι επικυρώνονται από την Εθνοσυνέλευση του Bordeaux την 1η Μάρτη. Την ίδια ημέρα ο γερμανικός στρατός εισέρχεται στο Παρίσι και καταλαμβάνει τα φρούρια της βόρειας και ανατολικής πλευράς της πόλης.

Στο Παρίσι, η κατάσταση έχει πια φτάσει σε εκρηκτικό σημείο. Η Εθνοφρουρά και τα επαναστατικά στοιχεία έχουν εξοργισθεί με τη σύνθεση της Εθνοσυνέλευσης και με την πολιτική της. Απορρίπτουν την ανακωχή και τη συνθήκη ειρήνης και γίνεται μάλιστα και λόγος για ένοπλη αντίσταση.

Η κυβέρνηση προσπαθεί να προλάβει τις εξελίξεις. Στις 18 Μάρτη κυβερνητικά στρατεύματα εισβάλλουν στις εργατικές συνοικίες και περικυκλώνουν τη Μονμάρτη, απαιτώντας την παράδοση των όπλων της Εθνοφρουράς. Οταν συναντούν άρνηση, διατάσσεται γενική επίθεση. Οι στρατιώτες, όμως, αρνούνται να υπακούσουν.

Αυτή είναι η αρχή της εξέγερσης. Οι εξεγερμένοι καταλαμβάνουν το Δημαρχείο, ενώ η εξουσία περνά στα χέρια της Κεντρικής Επιτροπής της Εθνοφρουράς. Στις 20 Μάρτη γίνονται προσπάθειες εξέγερσης και σε άλλες πόλεις. Οι προσπάθειες αποτυχαίνουν.

Η κυβέρνηση της Γαλλίας μεταφέρεται στις Βερσαλλίες (17χλμ. δυτικά του Παρισιού) που οι Γερμανοί έχουν, στο μεταξύ, εκκενώσει.

Στις 26 Μάρτη, εκλέγεται η Παρισινή Κομμούνα και στις 28 ανακηρύσσεται πανηγυρικά και επίσημα σε κυβέρνηση.

Η κυβέρνηση των Βερσαλλιών, μόλις βεβαιώνεται για την υπεροχή της, αρνείται κάθε σχέση με την Κομμούνα και αποκλείει το Παρίσι. Ετσι, σχηματίζονται δύο κυβερνήσεις. Η Κομμούνα, που εδρεύει στο Παρίσι και αντιτίθεται στη συνθηκολόγηση και οι Βερσαλλίες, που είναι υπέρ της άμεσης συνθηκολόγησης.

Στις 21 Μάη τα στρατεύματα του στρατηγού Μακ - Μαόν - του νικημένου του Sedan - αρχίζουν γενική επίθεση ενάντια στο Παρίσι. Πρόκειται για στρατιωτική επίθεση καλά προετοιμασμένη. Στηρίζεται στην κινητοποίηση 130.000 καλά οπλισμένων και εκπαιδευμένων στρατιωτών που υποστηρίζονται από μεγάλες μονάδες βαρέος πυροβολικού. Απέναντί τους βρίσκονται 10.000 Εθνοφρουροί και γύρω στις 20.000 «Ομόσπονδοι», άσχημα οπλισμένοι και εφοδιασμένοι.

Η επίθεση προχωρά γρήγορα διασχίζοντας τις εύπορες συνοικίες του Δ. Παρισιού. Προσκρούει, όμως, σε σκληρή αντίσταση όσο προχωρεί στο κέντρο της πόλης. Οι μάχες για την κατάληψη της πόλης κράτησαν συνολικά μία εβδομάδα, από τις 21 ως τις 28 Μάη, που έμεινε στην ιστορία με το όνομα « Ματωμένη Εβδομάδα». Η σύγκρουση πήρε γρήγορα αγριότατο και αιματηρότατο χαρακτήρα. Τελικά, οι κυβερνητικές δυνάμεις συνέτριψαν την Κομμούνα, με την κατάληψη των τελευταίων οδοφραγμάτων της στην οδό Ραμπονό στις 28 Μάη.

Το ότι ο πόλεμος του 1871 έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην Κομμούνα αυτό κανείς δεν το αμφισβητεί. Ο Λένιν γράφει ότι «η βροντή των κανονιών στο Παρίσι ξύπνησε τα πιο καθυστερημένα τμήματα του προλεταριάτου από τη βαθιά τους νάρκη, δίνοντας παντού ώθηση στην επαναστατική σοσιαλιστική προπαγάνδα».

Ζώντας τα γεγονότα, ο Κ. Μαρξ μελέτησε συστηματικά και τις συγκεκριμένες επιπτώσεις των γαλλογερμανικών αντιθέσεων στην Κομμούνα. Γενικά, ο Μαρξ επισημαίνει δύο παράγοντες στη στάση της Γερμανίας:

α) Συνεργασία με τη Γαλλία για τη συντριβή της Κομμούνας. Η στάση αυτή υπαγορεύθηκε από το ταξικό ένστικτο της αστικής τάξης που καταλαβαίνει ότι η ανατροπή της σε μια χώρα είναι κακό παράδειγμα για τις υπόλοιπες.

β) Απροθυμία άμεσης εμπλοκής. Ο Μαρξ γράφει ότι ο Μπίσμαρκ «ήταν διατεθειμένος να κάνει ό,τι μπορούσε για να τους συμπαρασταθεί (σ.σ. στους Θιέρσο και Favre) εκτός από το να διακινδυνεύσει τη ζωή Γερμανών στρατιωτών - όχι γιατί εκτιμούσε τη ζωή όταν επρόκειτο να αποσπάσει κάτι - αλλά ήθελε να δει τη Γαλλία να πέφτει ακόμα χαμηλότερα, ώστε να μπορεί να της αποσπάσει πιο πολλά».

Το σύνολο αυτών των παραγόντων έκανε τη γερμανική πολιτική ασταθή και ασυνεπή. Ο Μπίσμαρκ αρνήθηκε να επέμβει ο ίδιος, έδωσε όμως τη δυνατότητα στην κυβέρνηση των Βερσαλλιών να σχηματίσει στρατιωτικές δυνάμεις από τους αιχμαλώτους. Επέτρεψε τη διέλευση τροφίμων για το Παρίσι - έστω και σε περιορισμένες ποσότητες - αλλά επιτρέπει και στα στρατεύματα των Βερσαλλιών να περάσουν τις γερμανικές γραμμές και να χτυπήσουν την Κομμούνα από τα νώτα. Ο Μαρξ αναφέρει τη σύλληψη 500 ατόμων στη Rouen - που κατέχουν οι Γερμανοί - με την κατηγορία ότι ανήκουν στην Κομμούνα. Η Ανώτατη Διοίκηση του Γερμανικού Στρατού είχε δώσει ρητές εντολές, οι πρόσφυγες της Κομμούνας να συλλαμβάνονται και να παραδίνονται στην κυβέρνηση των Βερσαλλιών. Μαρτυρούνται, ωστόσο, πολλά παραδείγματα που οι Γερμανοί στρατιώτες και αξιωματικοί έκαναν «στραβά μάτια». Ο Φ. Ενγκελς επαινεί ιδιαίτερα τη στάση του Σαξονικού Εκστρατευτικού Σώματος.

Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι ο Μπίσμαρκ, με το να απευθυνθεί στην κυβέρνηση του Θιέρσου και να ζητήσει την άμεση έναρξη διαπραγματεύσεων, τής έδινε ipso facto μεγαλύτερο κύρος και επιρροή.

Γι' αυτή του τη στάση, ο Κ. Μαρξ αποκάλεσε τον «Σιδηρούν» Καγκελάριο, «δολοφόνο επί πληρωμή».

Εδώ θα έπρεπε να σημειώσουμε και μία σημαδιακή λεπτομέρεια: Η Κομμούνα σαν αποτέλεσμα του γαλλο - πρωσικού πολέμου άσκησε - σαν ιδέα - μεγάλη επιρροή. Η πρόβλεψη μιας τέτοιας εξέλιξης σε περίπτωση παγκόσμιου πολέμου περιέχεται στην Απόφαση του Συνεδρίου της Βασιλείας της 2ης Διεθνούς (1912) και επαληθεύτηκε 100% πέντε χρόνια αργότερα. Οι στροφές της ιστορίας το έφεραν έτσι που η πρόβλεψη επαληθεύτηκε ακριβώς τότε, όταν αυτοί που την είχαν κάνει, είχαν πάψει πια να την πιστεύουν...

ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ
Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία

(Αποσπάσματα). Αναδημοσιεύεται από τα «Διαλεχτά Εργα, Μαρξ - Ενγκελς» τομ. 1, σελ. 617 - 634

Τα ξημερώματα της 18 του Μάρτη 1871, το Παρίσι ξύπνησε με τη βροντερή ιαχή: «Ζήτω η Κομμούνα!». Τι είναι η Κομμούνα, αυτή η σφίγγα που υποβάλλει σε τόσο σκληρή δοκιμασία το αστικό μυαλό;

«Οι προλετάριοι του Παρισιού, έλεγε η κεντρική επιτροπή (σ.σ. της Διεθνούς), στη διακήρυξή της της 18 του Μάρτη, μέσα από τις αποτυχίες και τις προδοσίες των κυρίαρχων τάξεων κατάλαβαν ότι έφτασε η ώρα να σώσουν την κατάσταση, παίρνοντας στα χέρια τους τη διεύθυνση των δημόσιων υποθέσεων... Κατάλαβαν ότι είναι επιταχτικό τους καθήκον και απόλυτο δικαίωμά τους να γίνουν κύριοι της τύχης τους και να πάρουν στα χέρια τους την κυβερνητική εξουσία. Μα η εργατική τάξη δεν μπορεί απλώς να πάρει στα χέρια της την έτοιμη κρατική μηχανή και να την βάλει σε κίνηση για τους δικούς της σκοπούς.

Η συγκεντρωτική κρατική εξουσία με τα πανταχού παρόντα όργανά της - τον ταχτικό στρατό, την αστυνομία, τη γραφειοκρατία, τον κλήρο και τη δικαστική εξουσία, όργανα που φτιάχτηκαν σύμφωνα με το σχέδιο ενός συστηματικού και ιεραρχικού καταμερισμού της εργασίας - κατάγεται από τον καιρό της απόλυτης μοναρχίας, όπου χρησίμευε στην αστική κοινωνία που γεννιόταν, σαν ισχυρό όπλο στους αγώνες της ενάντια στη φεουδαρχία. Ωστόσο η ανάπτυξή της εμποδιζόταν από κάθε λογής μεσαιωνικά περιττά πράγματα, δικαιώματα των τσιφλικάδων και των ευγενών, τοπικά προνόμια, δημοτικά και συντεχνιακά μονοπώλια και επαρχιακούς καταστατικούς χάρτες. Η γιγάντια σκούπα της γαλλικής επανάστασης του 18ου αιώνα σάρωσε όλα αυτά τα λείψανα περασμένων εποχών, και ξεκαθάρισε έτσι ταυτόχρονα το κοινωνικό έδαφος από τα τελευταία εμπόδια για το χτίσιμο του οικοδομήματος του σύγχρονου κράτους. Το οικοδόμημα αυτό υψώθηκε τον καιρό της πρώτης αυτοκρατορίας, που με τη σειρά της δημιουργήθηκε από τους πολέμους συνασπισμού της παλιάς μισοφεουδαρχικής Ευρώπης ενάντια στη σύγχρονη Γαλλία. Στις μεταγενέστερες μορφές κυριαρχίας η κυβέρνηση μπήκε κάτω από κοινοβουλευτικό έλεγχο - δηλαδή κάτω από τον άμεσο έλεγχο των ιδιοχτητριών τάξεων. Από τη μια, η κυβέρνηση εξελίχθηκε σε θερμοκήπιο κολοσσιαίων εθνικών χρεών και καταθλιπτικών φόρων και έγινε, χάρη στα ακαταμάχητα θέλγητρα της εξουσίας της, των εσόδων της και των αξιωμάτων, που διέθετε, το μήλο της έριδος ανάμεσα στις αντίπαλες ομάδες και τους τυχοδιώχτες των κυρίαρχων τάξεων. Από την άλλη, άλλαζε ο πολιτικός της χαρακτήρας μαζί με τις οικονομικές αλλαγές της κοινωνίας. Στο μέτρο που η πρόοδος της νεότερης βιομηχανίας ανάπτυσσε, πλάταινε και βάθαινε την ταξική αντίθεση ανάμεσα στο κεφάλαιο και στην εργασία, στο ίδιο μέτρο η κρατική εξουσία έπαιρνε όλο και περισσότερο το χαρακτήρα μιας εθνικής εξουσίας του κεφαλαίου για την καταπίεση της εργατικής τάξης, μιας κοινωνικής δύναμης οργανωμένης για την κοινωνική υποδούλωση, το χαρακτήρα μιας μηχανής ταξικής κυριαρχίας. Υστερα από κάθε επανάσταση, που σημειώνει μια πρόοδο της ταξικής πάλης, προβάλλει όλο και πιο ανοιχτά ο καθαρά καταπιεστικός χαρακτήρας της κρατικής εξουσίας. Η επανάσταση του 1830 μεταβίβασε την κυβέρνηση από τους τσιφλικάδες στους κεφαλαιοκράτες, δηλαδή από τους απώτερους, στους αμεσότερους αντίπαλους των εργατών. Οι αστοί δημοκράτες, που πήραν την κρατική εξουσία στο όνομα της επανάστασης του Φλεβάρη, τη χρησιμοποίησαν για να προκαλέσουν τις σφαγές του Ιούνη, για να αποδείξουν στην εργατική τάξη ότι η "κοινωνική" δημοκρατία δε σημαίνει τίποτε άλλο παρά την κοινωνική της υποδούλωση από τη δημοκρατία και για να αποδείξουν στη μάζα της βασιλικής αστικής τάξης και των γαιοχτημόνων ότι οι φροντίδες και τα χρηματικά οφέλη της κυβέρνησης μπορούν να ανατεθούν ήσυχα στους αστούς δημοκράτες. Ωστόσο, ύστερα απ' τη μοναδική ηρωική τους πράξη του Ιούνη, στους αστούς δημοκράτες δεν απόμεινε παρά να περάσουν από την πρώτη σειρά στις τελευταίες γραμμές "του κόμματος της τάξεως" - του κόμματος που αποτελεί ένα συνασπισμό συγκροτημένο από όλες τις αντίπαλες ομάδες και μερίδες των τάξεων που ιδιοποιούνται τα αγαθά και βρίσκονται σε ανοιχτά πια εκδηλωμένη αντίθεση προς τις παραγωγικές τάξεις. Η κατάλληλη μορφή της κοινής κυβέρνησής τους ήταν η κοινοβουλευτική δημοκρατία με πρόεδρο τον Λουδοβίκο Βοναπάρτη. Μια κυβέρνηση απροκάλυπτης ταξικής τρομοκρατίας και εσκεμμένου εξευτελισμού του "χυδαίου όχλου". Αν η κοινοβουλευτική δημοκρατία ήταν, όπως έλεγε ο Θιέρσος, "η κρατική μορφή που διαιρούσε λιγότερο από κάθε άλλη μορφή τις διάφορες ομάδες της άρχουσας τάξης", άνοιγε όμως αντίθετα μιαν άβυσσο ανάμεσα σ' αυτή την τάξη και ολόκληρο τον κοινωνικό οργανισμό που ζούσε έξω από τις αραιές γραμμές της. Οι περιορισμοί, που στις προηγούμενες κυβερνήσεις έβαζαν στην κρατική εξουσία οι διαιρέσεις μέσα σ' αυτή την τάξη, εξαφανίστηκαν τώρα με τη συνένωσή τους. Και μπροστά στην απειλή της εξέγερσης του προλεταριάτου η ενωμένη ιδιοχτήτρια τάξη χρησιμοποιούσε τώρα ανελέητα και αυθάδικα την κρατική εξουσία, σαν το εθνικό πολεμικό όπλο του κεφαλαίου ενάντια στην εργασία. Η αδιάκοπη όμως σταυροφορία της ενάντια στις παραγωγικές μάζες δεν την υποχρέωνε μονάχα να προικίζει την εκτελεστική εξουσία με μιαν ολοένα μεγαλύτερη καταπιεστική δύναμη, μα την υποχρέωνε επίσης να απογυμνώνει σιγά σιγά και το δικό της κοινοβουλευτικό φρούριο - την Εθνοσυνέλευση - απ' όλα τα μέσα άμυνας ενάντια στην εκτελεστική εξουσία. Η εκτελεστική εξουσία, συγκεντρωμένη στο πρόσωπο του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, πέταξε έξω τους αντιπροσώπους της ιδιοχτήτριας τάξης. Ο φυσικός απόγονος της δημοκρατίας του "κόμματος της τάξεως" ήταν η δεύτερη αυτοκρατορία.

Η αυτοκρατορία, με πιστοποιητικό γεννήσεως το πραξικόπημα, με επικύρωση το γενικό εκλογικό δικαίωμα και με σκήπτρο το σπαθί, ισχυριζόταν ότι στηρίζεται στους αγρότες, στις πλατιές εκείνες μάζες των παραγωγών που δεν ήταν άμεσα μπλεγμένοι στον αγώνα ανάμεσα στο κεφάλαιο και στην εργασία. Ισχυριζόταν ότι σώζει την εργατική τάξη, τσακίζοντας τον κοινοβουλευτισμό και μαζί του την απροκάλυπτη υποταγή της κυβέρνησης στις κατέχουσες τάξεις. Ισχυριζόταν ότι σώζει τις κατέχουσες τάξεις διατηρώντας την οικονομική τους κυριαρχία πάνω στην εργατική τάξη. Και, τέλος, ισχυριζόταν ότι ενώνει όλες τις τάξεις με το ξαναζωντάνεμα της χίμαιρας της εθνικής δόξας. Στην πραγματικότητα η αυτοκρατορία ήταν η μόνη δυνατή μορφή διακυβέρνησης σε μια εποχή, που η αστική τάξη είχε χάσει πια την ικανότητα να κυβερνά το έθνος και η εργατική τάξη δεν είχε ακόμα αποχτήσει αυτή την ικανότητα. Ολος ο κόσμος επευφήμησε την αυτοκρατορία σαν σωτήρα της κοινωνίας. Κάτω απ' την κυριαρχία της, η αστική κοινωνία, απαλλαγμένη από όλες τις πολιτικές φροντίδες, έφτασε σε τέτοιο σημείο ανάπτυξης που δεν το φανταζόταν ούτε η ίδια. Η βιομηχανία της, το εμπόριό της πήραν κολοσσιαίες διαστάσεις. Η χρηματιστηριακή κερδοσκοπία έκανε κοσμοπολιτικά όργια. Η αθλιότητα των μαζών ξεχώριζε χτυπητά πλάι στην ξεδιάντροπη λαμπρότητα μιας φανταχτερής παραφουσκωμένης και διεφθαρμένης πολυτέλειας. Η ίδια η κρατική εξουσία, που φαινομενικά κρεμόταν πολύ πάνω απ' την κοινωνία, ήταν ωστόσο το σκανδαλωδέστερο σκάνδαλο αυτής της κοινωνίας και ταυτόχρονα η εστία όλης της διαφθοράς της. H δική της η σαπίλα και η σαπίλα της κοινωνίας που είχε σώσει, αποκαλύφθηκε από τις λόγχες της Πρωσίας, που κι αυτή φλεγόταν από την επιθυμία να μεταφέρει το κέντρο βάρους αυτού του καθεστώτος από το Παρίσι στο Βερολίνο. Ο αυτοκρατορισμός είναι συνάμα η πιο εκπορνευμένη και η τελική μορφή της κρατικής εξουσίας που την είχε δημιουργήσει η γεννώμενη αστική κοινωνία, σαν ένα όργανο για τη δική της χειραφέτηση από τη φεουδαρχία και την οποία η ολότελα αναπτυγμένη αστική κοινωνία την μετάτρεψε σε όργανο για την υποδούλωση της εργασίας από το κεφάλαιο.

Η άμεση αντίθεση της αυτοκρατορίας ήταν η Κομμούνα. Η φωνή για "κοινωνική δημοκρατία", με την οποία το προλεταριάτο του Παρισιού είχε αρχίσει την επανάσταση του Φλεβάρη, εξέφραζε μόνο τον ακαθόριστο πόθο για μια δημοκρατία, που δε θα παραμέριζε μόνο τη μοναρχική μορφή της ταξικής κυριαρχίας, μα κι αυτή την ίδια την ταξική κυριαρχία. Η Κομμούνα ήταν η καθορισμένη μορφή αυτής της δημοκρατίας.

Το Παρίσι, το κέντρο και η έδρα της παλιάς κυβερνητικής εξουσίας και ταυτόχρονα το κοινωνικό κέντρο βάρους της γαλλικής εργατικής τάξης, είχε πάρει τα όπλα ενάντια στην απόπειρα του Θιέρσου και των γαιοχτημόνων του να παλινορθώσουν και να διαιωνίσουν αυτήν την παλιά κυβερνητική εξουσία που τους είχε κληροδοτήσει η αυτοκρατορία. Το Παρίσι μπόρεσε ν' αντισταθεί μόνο και μόνο γιατί, εξαιτίας της πολιορκίας, είχε απαλλαχθεί από το στρατό, που τον είχε αντικαταστήσει με μια εθνοφυλακή που αποτελούνταν κυρίως από εργάτες. Το γεγονός αυτό έπρεπε τώρα να μετατραπεί σε μόνιμο θεσμό. Γι' αυτό, το πρώτο διάταγμα της Κομμούνας ήταν το διάταγμα για την κατάργηση του μόνιμου στρατού και για την αντικατάστασή του με τον οπλισμένο λαό.

Η Κομμούνα σχηματιζόταν από τους δημοτικούς συμβούλους που είχαν εκλεγεί, με βάση το γενικό εκλογικό δικαίωμα στα διάφορα διαμερίσματα του Παρισιού. Ηταν υπεύθυνοι και μπορούσαν να ανακληθούν σ' οποιαδήποτε στιγμή. Η πλειοψηφία τους αποτελούνταν φυσικά από εργάτες ή από αναγνωρισμένους εκπροσώπους της εργατικής τάξης. Η Κομμούνα δεν επρόκειτο να είναι ένα κοινοβουλευτικό, αλλά ένα εργαζόμενο σώμα, εκτελεστικό και νομοθετικό ταυτόχρονα. Η αστυνομία, που ως τότε ήταν το όργανο της κεντρικής κυβέρνησης, απογυμνώθηκε αμέσως από όλες τις πολιτικές της ιδιότητες και μετατράπηκε σε υπεύθυνο όργανο της Κομμούνας, που μπορούσε να ανακληθεί σ' οποιαδήποτε στιγμή. Το ίδιο έγινε και με τους δημόσιους υπαλλήλους σ' όλους τους κλάδους της διοίκησης. Από τα μέλη της Κομμούνας ως τους κατώτερους υπαλλήλους η δημόσια υπηρεσία έπρεπε να αμείβεται με εργατικούς μισθούς. Ολα τα αποχτημένα δικαιώματα και οι επιχορηγήσεις για έξοδα παραστάσεως στους ανώτερους αξιωματούχους του κράτους καταργήθηκαν μαζί με τους ίδιους τους αξιωματούχους. Οι δημόσιες θέσεις έπαψαν να είναι ατομική ιδιοχτησία των βοηθών της κεντρικής κυβέρνησης. Οχι μόνο η διοίκηση του δήμου, μα και όλα τα καθήκοντα που ως τότε εξασκούσε το κράτος, πέρασαν στα χέρια της Κομμούνας.

Οταν παραμερίστηκαν πια ο μόνιμος στρατός και η αστυνομία, τα όργανα αυτά της υλικής βίας της παλιάς κυβέρνησης, η Κομμούνα καταπιάστηκε αμέσως να τσακίσει το πνευματικό όργανο καταπίεσης, την εξουσία των παπάδων. Χώρισε την εκκλησία από το κράτος και απαλλοτρίωσε όλες τις εκκλησιές, που αποτελούσαν οργανισμούς με ιδιόχτητη περιουσία. Οι παπάδες στάλθηκαν στην ησυχία της ατομικής ζωής, για να ζήσουν εκεί από τις ελεημοσύνες των πιστών, όπως οι πρόδρομοί τους, οι απόστολοι. Ολα τα εκπαιδευτικά ιδρύματα άνοιξαν δωρεάν για το λαό και ταυτόχρονα ξεκαθαρίστηκαν από κάθε επέμβαση της εκκλησίας και του κράτους. Ετσι, όχι μόνο η εκπαίδευση έγινε προσιτή σε όλους, μα και η ίδια η επιστήμη λευτερώθηκε από τα δεσμά που της είχαν επιβάλει η ταξική πρόληψη και η κυβερνητική εξουσία.

Οι δικαστικοί λειτουργοί χάσανε εκείνη τη φαινομενική ανεξαρτησία τους, που χρησίμευε μόνο και μόνο, για να σκεπάζει τη χαμερπή τους υποταγή σε όλες τις αλληλοδιάδοχες κυβερνήσεις, στις οποίες έδιναν με τη σειρά όρκο πίστης και τον αθετούσαν κάθε φορά. Οπως όλοι οι άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι, έπρεπε στο εξής κι αυτοί να εκλέγονται, να είναι υπεύθυνοι και να μπορούν να ανακληθούν.

Φυσικά, η Κομμούνα του Παρισιού θα χρησίμευε σαν πρότυπο για όλα τα μεγάλα βιομηχανικά κέντρα της Γαλλίας. Μόλις θα εγκαθιδρυόταν το καθεστώς της Κομμούνας στο Παρίσι και στα δευτερεύοντα κέντρα, η παλιά συγκεντρωτική κυβέρνηση θα έπρεπε και στις επαρχίες επίσης να παραχωρήσει τη θέση της στην αυτοκυβέρνηση των παραγωγών. Σε ένα σύντομο πρόχειρο σχέδιο για την εθνική οργάνωση, που η Κομμούνα δεν πρόλαβε να το επεξεργαστεί παραπέρα, καθορίζεται ρητά ότι η Κομμούνα θα αποτελούσε την πολιτική μορφή ακόμα και του πιο μικρού χωριού και ότι στην ύπαιθρο ο ταχτικός στρατός θα αντικατασταινόταν από μια λαϊκή πολιτοφυλακή με εξαιρετικά σύντομο χρόνο θητείας. Οι αγροτικές κοινότητες κάθε νομού θα διαχειρίζονταν τις κοινές τους υποθέσεις με μια συνέλευση από αντιπροσώπους τους στην πρωτεύουσα του νομού, και οι νομαρχιακές αυτές συνελεύσεις, με τη σειρά τους, θα στέλνανε βουλευτές στην εθνική αντιπροσωπεία στο Παρίσι. Οι βουλευτές θα μπορούσαν κάθε στιγμή να ανακληθούν και θα έπρεπε να δεσμεύονται από τις καθορισμένες εντολές των εκλογέων τους. Οι λίγες μα σπουδαίες λειτουργίες που θα απόμεναν για την κεντρική κυβέρνηση δε θα καταργούνταν, όπως σκόπιμα το παραποίησαν, αλλά θα μεταβιβάζονταν σε υπαλλήλους της Κομμούνας, δηλαδή σε αυστηρά υπεύθυνους υπαλλήλους. Η ενότητα του έθνους δε θα έσπαζε, μα, αντίθετα, θα οργανωνόταν με το καθεστώς της Κομμούνας και θα γινόταν πραγματικότητα με την εκμηδένιση της κρατικής εκείνης εξουσίας που παρουσιαζόταν σαν η ενσάρκωση αυτής της ενότητας, που ήθελε όμως να είναι ανεξάρτητη και ανώτερη από το ίδιο το έθνος. Στην πραγματικότητα, η κρατική εξουσία δεν ήταν παρά ένα παρασιτικό καρκίνωμα στο σώμα του έθνους. Ενώ το ζήτημα ήταν να περικόψουν απλώς τα καταπιεστικά όργανα της παλιάς κυβερνητικής εξουσίας, να αποσπάσουν τις δικαιολογημένες λειτουργίες της από μιαν εξουσία που είχε την αξίωση να στέκεται πάνω από την κοινωνία και να τις ξαναδώσουν στους υπεύθυνους υπηρέτες της κοινωνίας. Αντί να αποφασίζεται μια φορά κάθε τρία ή έξι χρόνια, ποιο μέλος της άρχουσας τάξης θα εκπροσωπεί και θα τσαλαπατά το λαό στη βουλή, το γενικό εκλογικό δικαίωμα θα εξυπηρετούσε τον οργανωμένο σε κομμούνες λαό, όπως το ατομικό δικαίωμα εκλογής χρησιμεύει σε κάθε εργοδότη για να αναζητεί εργάτες, επιστάτες και λογιστές για την επιχείρησή του. Και είναι αρκετά γνωστό ότι τόσο οι εταιρείες όσο και τα άτομα, όταν πρόκειται για τις πραγματικές υποθέσεις τους, ξέρουν συνήθως να βρίσκουν και να τοποθετούν τον κατάλληλο άνθρωπο στην κατάλληλη θέση και, αν καμιά φορά γελαστούν, τότε ξέρουν πώς θα επανορθώσουν γρήγορα το λάθος τους. Απ' την άλλη μεριά, τίποτε δεν μπορούσε να είναι πιο ξένο με το πνεύμα της Κομμούνας όσο η αντικατάσταση του γενικού εκλογικού δικαιώματος με τον ιεραρχικό διορισμό των υπαλλήλων.

Η συνηθισμένη μοίρα των νέων ιστορικών δημιουργημάτων είναι να τα νομίζουν ταίρι παλιότερων ή ακόμα και ξεπερασμένων μορφών της κοινωνικής ζωής, με τις οποίες μοιάζουν κάπως. Ετσι, τη νέα αυτή Κομμούνα, που τσακίζει τη σύγχρονη κρατική εξουσία, τη θεώρησαν ξαναζωντάνεμα των μεσαιωνικών κοινοτήτων, που προηγήθηκαν από τη σύγχρονη κρατική εξουσία και που αποτέλεσαν κατόπιν το θεμέλιό της. Το καθεστώς της Κομμούνας το πήραν σαν μια προσπάθεια να μπει μια ομοσπονδία μικρών κρατιδίων, όπως την ονειρεύτηκαν ο Μοντεσκιέ και οι Γιρονδίνοι, στη θέση της ενότητας εκείνης των μεγάλων εθνών, που, όσο κι αν πραγματοποιήθηκε αρχικά με τη βία, ωστόσο έγινε τώρα ένας ισχυρός παράγοντας της κοινωνικής παραγωγής. Την αντίθεση της Κομμούνας προς την κρατική εξουσία την πήραν για υπερβολική μορφή του παλιού αγώνα ενάντια στον υπερσυγκεντρωτισμό. Ειδικές ιστορικές συνθήκες μπορεί σε άλλες χώρες να εμπόδισαν να εξελιχτεί κλασικά, όπως στη Γαλλία, η αστική μορφή διακυβέρνησης, και μπορεί να επέτρεψαν, όπως στην Αγγλία, να συμπληρωθούν τα κεντρικά κρατικά όργανα με διεφθαρμένες ενοριακές συνελεύσεις, με καπήλους δημοτικούς συμβούλους, με λυσσασμένους επιστάτες των φτωχών στις πόλεις και με πραγματικούς κληρονομικούς ειρηνοδίκες στα χωριά. Το καθεστώς της Κομμούνας, αντίθετα, θα απέδιδε στο κοινωνικό σώμα όλες εκείνες τις δυνάμεις που τις κατανάλωσε ως τώρα η παρασιτική απόφυση, το "κράτος", που τρέφεται σε βάρος της κοινωνίας και την εμποδίζει να κινείται ελεύθερα. Και μόνο μ' αυτή την πράξη θα έβαζε μπρος την αναγέννηση της Γαλλίας. Η αστική τάξη των επαρχιακών πόλεων είδε στην Κομμούνα μια προσπάθεια να αποκατασταθεί η κυριαρχία της που εξασκούσε στην ύπαιθρο επί Λουδοβίκου Φιλίππου και που είχε υποσκελιστεί επί Λουδοβίκου Βοναπάρτη από τη δήθεν κυριαρχία της υπαίθρου πάνω στις πόλεις. Στην πραγματικότητα, το καθεστώς της Κομμούνας θα έθετε τους αγρότες παραγωγούς κάτω απ' την πνευματική καθοδήγηση των νομαρχιακών πόλεων και εκεί, στις πόλεις αυτές, θα τους εξασφάλιζε, στο πρόσωπο των εργατών των πόλεων, τους πραγματικούς εκπροσώπους των συμφερόντων τους. Και μόνο η ύπαρξη της Κομμούνας είχε σαν αυτονόητη συνέπεια την τοπική αυτοκυβέρνηση, όχι όμως πια σαν αντίβαρο στην κρατική εξουσία που είχε γίνει πια περιττή. Μόνο σ' έναν Βίσμαρκ, που, όταν δεν είναι απασχολημένος με τις αιματηρές πολεμικές μηχανορραφίες του, του άρεσε πάντα να επανέρχεται στο παλιό του επάγγελμα, που τόσο ταιριάζει στο πνευματικό του ανάστημα, στο επάγγελμα του συνεργάτη του "Κλαντεραντάτς"1 (του βερολινέζικου αυτού "Παντς"2), μόνο σ' έναν Βίσμαρκ μπορούσε να κατέβει η ιδέα ν' αποδώσει στην Παρισινή Κομμούνα τη νοσταλγία για την πρωσική δημοτική οργάνωση που αποτελεί τη γελοιογραφία της παλιάς δημοτικής οργάνωσης της Γαλλίας του 1791, και που υποβιβάζει τις διοικήσεις των πόλεων σε απλούς δευτερεύοντες τροχούς του αστυνομικού μηχανισμού του πρωσικού κράτους. H Κομμούνα έκανε πραγματικότητα το σύνθημα όλων των αστικών επαναστάσεων, το σύνθημα για φτηνή κυβέρνηση, καταργώντας τις δυο μεγαλύτερες πηγές εξόδων - τον ταχτικό στρατό και την υπαλληλοκρατία. Και μόνο η ύπαρξή της προϋπόθετε την ανυπαρξία της μοναρχίας που, τουλάχιστον στην Ευρώπη, αποτελεί την κανονική σαβούρα και το απαραίτητο κάλυμμα της ταξικής κυριαρχίας. Η Κομμούνα έδωσε στη δημοκρατία τη βάση πραγματικά δημοκρατικών θεσμών. Ομως, ο τελικός της σκοπός δεν ήταν ούτε η "φτηνή κυβέρνηση", ούτε η "αληθινή δημοκρατία". Και τα δυο υπήρξαν απλά συνακόλουθά της.

Η ποικιλία των ερμηνειών που δόθηκαν στην Κομμούνα και η ποικιλία των συμφερόντων που εκφράζονταν μ' αυτήν αποδείχνουν ότι ήταν μια πέρα για πέρα ευλύγιστη πολιτική μορφή, ενώ όλες οι προηγούμενες μορφές κυβέρνησης ήταν στην ουσία καταπιεστικές. Το πραγματικό της μυστικό ήταν ότι ήταν ουσιαστικά μια κυβέρνηση της εργατικής τάξης, το αποτέλεσμα της πάλης της παραγωγικής τάξης ενάντια στην τάξη των σφετεριστών, η ανοιχτή τελικά πολιτική μορφή με την οποία μπορούσε να συντελεστεί η οικονομική απελευθέρωση της εργασίας.

Χωρίς τον τελευταίο αυτό όρο το καθεστώς της Κομμούνας θα ήταν κάτι το ακατόρθωτο και μια απάτη. Η πολιτική κυριαρχία του παραγωγού δεν μπορεί να υπάρχει παράλληλα με τη διαιώνιση της κοινωνικής του υποδούλωσης. Γι' αυτό η Κομμούνα θα έπρεπε να χρησιμεύσει σαν μοχλός, για να ανατραπούν οι οικονομικές βάσεις, που πάνω τους στηρίζεται η ύπαρξη των τάξεων και επομένως και η ταξική κυριαρχία. Οταν θα έχει πια χειραφετηθεί η εργασία, κάθε άνθρωπος γίνεται εργάτης και η παραγωγική δουλειά παύει να αποτελεί ταξική ιδιότητα.

Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι: Παρ' όλα τα μεγάλα λόγια και την τεράστια φιλολογία των τελευταίων εξήντα χρόνων σχετικά με τη χειραφέτηση των εργατών, μόλις οι εργάτες πάρουν κάπου αποφασιστικά την υπόθεση στα χέρια τους, αντηχεί αμέσως ξανά η απολογητική φρασεολογία των συνηγόρων της σημερινής κοινωνίας με τους δύο πόλους της: Το κεφάλαιο και τη μισθωτή εργασία (ο γαιοχτήμονας σήμερα είναι απλά ο σιωπηλός συνέταιρος του κεφαλαιοκράτη), σαν να βρισκόταν ακόμα η κεφαλαιοκρατική κοινωνία στην κατάσταση της πιο αγνής παρθενικής αθωότητας, χωρίς να έχουν ακόμα αναπτυχθεί όλες οι αντιθέσεις της, χωρίς να έχουν ακόμα αποκαλυφθεί οι αυταπάτες της, χωρίς να έχει ακόμα ξεμασκαρευτεί η εκπορνεμένη της πραγματικότητα! Η Κομμούνα, ξεφωνίζουν, θέλει να καταργήσει την ιδιοχτησία, τη βάση κάθε πολιτισμού! Μάλιστα, κύριοι, η Κομμούνα ήθελε να καταργήσει εκείνη την ταξική ιδιοχτησία που την εργασία των πολλών τη μετατρέπει σε πλούτο των λίγων. Η Κομμούνα σκόπευε να απαλλοτριώσει τους απαλλοτριωτές. Ηθελε να κάνει πραγματικότητα την ατομική ιδιοχτησία, μετατρέποντας σε απλά όργανα της ελεύθερης και οργανωμένης εργασίας τα μέσα παραγωγής, τη γη και το κεφάλαιο, που σήμερα είναι πριν απ' όλα μέσα για την υποδούλωση και την εκμετάλλευση της εργασίας. Μα αυτό είναι κομμουνισμός, ο "ακατόρθωτος" κομμουνισμός! Ωστόσο, οι εκπρόσωποι εκείνοι των κυρίαρχων τάξεων - κι αυτοί είναι πολλοί - που είναι αρκετά έξυπνοι για να καταλάβουν ότι είναι αδύνατο να διαιωνίζεται το σημερινό σύστημα, εμφανίστηκαν σαν οχληροί και μεγαλόστομοι απόστολοι της συνεταιριστικής παραγωγής. Αλλά αν η συνεταιριστική παραγωγή δεν πρόκειται να παραμείνει άδειος τύπος και ξεγέλασμα, αν πρόκειται να παραμερίσει το κεφαλαιοκρατικό σύστημα, αν το σύνολο των συνεταιρισμένων πρόκειται να ρυθμίζει την εθνική παραγωγή σύμφωνα με ένα κοινό σχέδιο, παίρνοντάς την έτσι κάτω από την καθοδήγησή του και βάζοντας τέλος στη διαρκή αναρχία και στις περιοδικά επαναλαμβανόμενες αναταραχές, που αποτελούν την αναπόφευκτη μοίρα της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής - τι άλλο θα ήταν αυτό, κύριοί μου, εκτός από κομμουνισμός, από "κατορθωτός" κομμουνισμός;

Η εργατική τάξη δεν περίμενε θαύματα από την Κομμούνα. Δεν πρόκειται να εφαρμόσει με απόφαση του λαού έτοιμες, επεξεργασμένες ουτοπίες. Ξέρει ότι για να πετύχει την απελευθέρωσή της και μαζί μ' αυτήν να πραγματοποιήσει την ανώτερη εκείνη μορφή της ζωής, προς την οποία τείνει ακατάσχετα η σημερινή κοινωνία με την οικονομική της ανάπτυξη, η εργατική τάξη πρέπει να περάσει από μακρόχρονους αγώνες και μια σειρά από ιστορικές πορείες, που θα αλλάξουν ολότελα και τις συνθήκες και τους ανθρώπους. Δεν πρόκειται να πραγματοποιήσει ιδανικά μα να ελευθερώσει μονάχα τα στοιχεία της νέας κοινωνίας που αναπτύχθηκαν πια στους κόλπους της αστικής κοινωνίας που καταρρέει. Εχοντας πλήρη συνείδηση της ιστορικής της αποστολής και με την ηρωική απόφαση να σταθεί στο ύψος της, η εργατική τάξη μπορεί ν' απαντήσει με περιφρονητικό χαμόγελο στις χοντροκομμένες βρισιές των λακέδων της δημοσιογραφίας και στη δασκαλίστικη κηδεμονία καλοθελητών αστών θεωρητικών, που κηρύσσουν σε ύφος αλάθητου επιστημονικού χρησμού τις ανίδεες κοινοτοπίες τους και τις αιρετικές παραξενιές τους.

Οταν η Κομμούνα του Παρισιού πήρε στα χέρια της την καθοδήγηση της επανάστασης, όταν απλοί εργάτες αποτόλμησαν για πρώτη φορά να θίξουν το κυβερνητικό προνόμιο των "φυσικών ανωτέρων" τους, των ιδιοχτητριών τάξεων και μέσα σε πρωτοφανείς δύσκολες συνθήκες εκπλήρωσαν το έργο τους σεμνά, ευσυνείδητα και αποτελεσματικά - και το έκαναν αυτό με μισθούς, που ο μεγαλύτερός τους μόλις έφθανε, σύμφωνα με τα λεγόμενα μιας επιστημονικής αυθεντίας (του καθηγητή Χάξλεϊ), το ένα πέμπτο του κατώτερου μισθού του γραμματέα ενός σχολικού συμβουλίου του Λονδίνου - ο παλιός κόσμος έβγαζε αφρούς λύσσας μπροστά στην Κόκκινη Σημαία, το σύμβολο της δημοκρατίας της εργασίας, που ανέμιζε στο δημαρχείο.

Κι όμως, ήταν η πρώτη επανάσταση με την οποία η εργατική τάξη αναγνωρίστηκε ανοιχτά, σαν η μόνη τάξη που ήταν ακόμα ικανή για κοινωνική πρωτοβουλία. Αναγνωρίστηκε ακόμα και από τη μεγάλη μάζα της μεσαίας τάξης του Παρισιού - από τους μαγαζάτορες, τους βιοτέχνες, τους εμπόρους - εκτός μόνο απ' τους πλούσιους κεφαλαιοκράτες. Η Κομμούνα τους είχε σώσει με μια σοφή ρύθμιση της αδιάκοπα επαναλαμβανόμενης αιτίας διαφωνιών μέσα στην ίδια τη μεσαία τάξη - τη ρύθμιση των σχέσεων ανάμεσα στους οφειλέτες και τους πιστωτές3. Η ίδια αυτή μερίδα της μεσαίας τάξης είχε πάρει μέρος στη συντριβή της εργατικής εξέγερσης τον Ιούνη του 1848, και αμέσως μετά, χωρίς πολλές διαδικασίες, είχε παραδοθεί από τη συνταχτική συνέλευση στα νύχια των πιστωτών της. Μα δεν ήταν αυτή η μοναδική αιτία που την έκανε να πάει τώρα με την εργατική τάξη. Ενιωθε ότι είχε να εκλέξει μόνο ανάμεσα στην Κομμούνα και στην αυτοκρατορία, αδιάφορο με ποιο όνομα θα εμφανιζόταν. Η αυτοκρατορία είχε καταστρέψει οικονομικά τη μεσαία αυτή τάξη με την κατασπατάληση του δημόσιου πλούτου, με τις οικονομικές απάτες που υπέθαλψε, με τη βοήθεια που πρόσφερε για να επιταχυνθεί τεχνητά η συγκεντροποίηση του κεφαλαίου και με την απαλλοτρίωση μεγάλου τμήματος της μεσαίας τάξης που ήταν συνέπεια αυτής της συγκεντροποίησης. Η αυτοκρατορία την καταπίεζε πολιτικά, προκάλεσε την ηθική της αγανάχτηση με τα οργιά της, είχε προσβάλει το βολταιρισμό της παραδίνοντας την εκπαίδευση των παιδιών της στους "αμαθείς αδελφούς"4, είχε εξεγείρει το εθνικό της αίσθημα του Γάλλου ρίχνοντάς την κατακέφαλα σ' έναν πόλεμο που για όλες τις καταστροφές που προξένησε, άφησε μόνον ένα αντιστάθμισμα - την κατάλυση της αυτοκρατορίας. Και πραγματικά, ύστερα από την έξοδο από το Παρίσι της ανώτατης βοναπαρτικής και κεφαλαιοκρατικής γυφτοσυμμορίας, πρόβαλε το πραγματικό κόμμα της τάξεως της μεσαίας τάξης, με το όνομα "Δημοκρατική Ενωση" και τάχθηκε κάτω από τη σημαία της Κομμούνας, που την υπεράσπισε ενάντια στις σκόπιμες διαστρεβλώσεις του Θιέρσου. Ο χρόνος θα δείξει αν η ευγνωμοσύνη της μεγάλης αυτής μάζας της μεσαίας τάξης θα αντέξει στη σημερινή σκληρή δοκιμασία.

Η Κομμούνα είχε απόλυτα δίκιο όταν έλεγε στους αγρότες ότι: "Η νίκη μας είναι η ελπίδα σας!". Από όλα τα ψέματα που ξεφουρνίστηκαν στις Βερσαλίες και διασαλπίστηκαν παραπέρα από τους φημισμένους Ευρωπαίους βασιβουζούκους της δημοσιογραφίας, ένα από τα πιο τερατώδικα ήταν ότι οι γαιοχτήμονες της εθνοσυνέλευσης ήταν οι εκπρόσωποι των Γάλλων αγροτών. Φανταστείτε τι αγάπη μπορούσε να έχει ο Γάλλος αγρότης στους ανθρώπους στους οποίους ύστερα από τα 1815 υποχρεώθηκε να πληρώσει ένα δισεκατομμύριο αποζημίωση! Στα μάτια του Γάλλου χωρικού ακόμα και η ύπαρξη μόνο του μεγαλοτσιφλικά αποτελεί μια παρέμβαση στις καταχτήσεις του του 1789. Ο αστός είχε επιβαρύνει το 1848 το μικρό κλήρο του χωρικού με τον πρόσθετο φόρο των 45 εκατοστών του φράγκου για κάθε φράγκο φόρο που πλήρωνε, μα το είχε κάνει αυτό στο όνομα της επανάστασης. Τώρα είχε ανάψει έναν εμφύλιο πόλεμο ενάντια στην επανάσταση για να φορτώσει στους αγρότες το κύριο βάρος των πέντε δισεκατομμυρίων της αποζημίωσης που συγκατατέθηκε να πληρώσει στους Πρώσους. Αντίθετα, η Κομμούνα σε μια απ' τις πρώτες της διακηρύξεις δήλωσε ότι τα έξοδα του πολέμου θα έπρεπε να τα πληρώσουν οι πραγματικοί του αίτιοι. Η Κομμούνα θα απάλλασσε το χωρικό από το φόρο του αίματος - θα του έδινε μια φτηνή κυβέρνηση και θα μετέτρεπε τις τωρινές του βδέλλες, το συμβολαιογράφο, το δικηγόρο, το δικαστικό κλητήρα και τους άλλους δικαστικούς βρικόλακές του σε μισθωτούς κοινοτικούς υπαλλήλους που θα τους εξέλεγε ο ίδιος και που θα ήταν υπεύθυνοι απέναντί του. Θα τον απελευθέρωνε από την αυθαιρεσία του αγροφύλακα, του χωροφύλακα και του νομάρχη. Θα είχε αντικαταστήσει την αποβλάκωσή του από τον παπά με το διαφωτισμό του από το δάσκαλο. Και ο Γάλλος χωρικός είναι πριν απ' όλα ένας άνθρωπος που λογαριάζει. Θα το έβρισκε εξαιρετικά λογικό, η πληρωμή του παπά, αντί να εισπράττεται από το φορατζή, να εξαρτάται μόνο από την εθελοντική άσκηση των θρησκευτικών λειτουργιών της ενορίας του. Αυτές ήταν οι μεγάλες άμεσες ευεργεσίες που η εξουσία της Κομμούνας - και μόνο της Κομμούνας - είχε βάλει σαν προοπτική μπρος στους Γάλλους αγρότες. Είναι επομένως ολότελα περιττό να επεκταθούμε εδώ στα πιο πολύπλοκα, πραγματικά ζωτικά προβλήματα, που μόνο η Κομμούνα ήταν ικανή και συνάμα αναγκασμένη να λύσει προς όφελος του χωρικού - όπως, λ.χ., το ενυπόθηκο χρέος που βάραινε σαν βραχνάς πάνω στον κλήρο του, το ζήτημα του αγροτικού προλεταριάτου που καθημερινά μεγαλώνει σε βάρος του και την απαλλοτρίωση του κλήρου του που επιβαλλόταν με όλο και μεγαλύτερη ταχύτητα από την ίδια την ανάπτυξη της σύγχρονης γεωργίας και από το συναγωνισμό της κεφαλαιοκρατικής καλλιέργειας της γης.

Ο Γάλλος χωρικός είχε εκλέξει το Λουδοβίκο Βοναπάρτη πρόεδρο της δημοκρατίας, μα το κόμμα της τάξεως δημιούργησε τη δεύτερη αυτοκρατορία. Τι πραγματικά χρειάζεται ο Γάλλος χωρικός, άρχισε να το δείχνει το 1849 και το 1850, όταν αντιπαρέταξε παντού το δήμαρχό του στον κυβερνητικό νομάρχη, το δάσκαλό του στον κυβερνητικό παπά και τον εαυτό του στον κυβερνητικό χωροφύλακα. Ολοι οι νόμοι που έβγαλε το κόμμα της τάξεως το Γενάρη και το Φλεβάρη του 1850 ήταν ομολογημένα καταπιεστικά μέτρα ενάντια στους αγρότες. Ο χωρικός ήταν βοναπαρτικός, γιατί η μεγάλη επανάσταση με όλα της τα οφέλη γι' αυτόν ενσαρκωνόταν στα μάτια του στο πρόσωπο του Ναπολέοντα. Πώς θα μπορούσε η πλάνη αυτή που διαλυόταν γρήγορα στο καθεστώς της δεύτερης αυτοκρατορίας (και που απ' αυτή τη φύση της ήταν εχθρική προς τους γαιοχτήμονες βουλευτές), πώς θα μπορούσε η πρόληψη αυτή του παρελθόντος να αντέξει στην έκκληση που έκανε η Κομμούνα προς τα ζωτικά συμφέροντα και τις επείγουσες ανάγκες των αγροτών;

Οι γαιοχτήμονες βουλευτές ξέραν - κι αυτός ήταν ο κύριος φόβος τους - ότι τρεις μήνες ελεύθερης επικοινωνίας της Παρισινής Κομμούνας με τις επαρχίες θα οδηγούσαν σε μια γενική αγροτική εξέγερση. Και γι' αυτό βιάστηκαν να περιβάλουν το Παρίσι με έναν αστυνομικό αποκλεισμό και να παρεμποδίσουν το ξάπλωμα της πανούκλας.

Αν λοιπόν η Κομμούνα ήταν ο αληθινός εκπρόσωπος όλων των υγιών στοιχείων της γαλλικής κοινωνίας και επομένως η πραγματικά εθνική κυβέρνηση, ήταν ταυτόχρονα και διεθνής σ' όλη τη σημασία της λέξης, σαν εργατική κυβέρνηση που ήταν, σαν τολμηρός πρόμαχος της απελευθέρωσης της εργασίας. Κάτω από τα μάτια του πρωσικού στρατού, που είχε προσαρτήσει στη Γερμανία δυο γαλλικές επαρχίες, η Κομμούνα προσάρτησε στη Γαλλία τους εργάτες όλου του κόσμου.

Η δεύτερη αυτοκρατορία ήταν το μεγάλο πανηγύρι της κοσμοπολιτικής εξαπάτησης, οι τυχοδιώχτες όλων των χωρών όρμησαν στο κάλεσμά της για να συμμετάσχουν στα όργιά της και στην καταλήστεψη του γαλλικού λαού. Ακόμα και τη στιγμή αυτή το δεξί χέρι του Θιέρσου είναι ο Γκανέσκο, ο αχρείος βλάχος, και τ' αριστερό του χέρι είναι ο Μαρκόβσκι, ο Ρώσος κατάσκοπος. Η Κομμούνα επέτρεψε σ' όλους τους ξένους να συμμετάσχουν στην τιμή να πέσουν για μιαν αθάνατη υπόθεση. Στο χρονικό διάστημα ανάμεσα στον εξωτερικό πόλεμο που χάθηκε εξαιτίας της προδοσίας της και στον εμφύλιο πόλεμο που τον άναψε με τη συνωμοσία της με τον ξένο εισβολέα, η αστική τάξη είχε βρει τον καιρό να εκδηλώσει τον πατριωτισμό της, οργανώνοντας αστυνομικά κυνηγητά ενάντια στους Γερμανούς που βρίσκονταν στη Γαλλία. Η Κομμούνα διόρισε ένα Γερμανό εργάτη υπουργό της εργασίας. Ο Θιέρσος, η αστική τάξη, η δεύτερη αυτοκρατορία, ξεγελούσαν αδιάκοπα την Πολωνία με θορυβώδικες επαγγελίες συμπόνιας, ενώ στην πραγματικότητα την πρόδιναν στη Ρωσία και εκτελούσαν το βρωμερό έργο της Ρωσίας. Η Κομμούνα τίμησε τα ηρωικά παιδιά της Πολωνίας βάζοντάς τα επικεφαλής των υπερασπιστών του Παρισιού. Και για να χαρακτηρίσει πέρα για πέρα ξεκάθαρα τη νέα εποχή της Ιστορίας που εγκαινίαζε συνειδητά, η Κομμούνα γκρέμισε κάτω απ' τα μάτια των Πρώσων νικητών, από τη μια, και του βοναπαρτικού στρατού που τον διοικούσαν βοναπαρτικοί στρατηγοί, από την άλλη, το κολοσσιαίο σύμβολο της πολεμικής δόξας, τη στήλη της Βαντόμ.

Το μεγάλο κοινωνικό μέτρο της Κομμούνας ήταν η ίδια της η ύπαρξη, η εργασία της. Τα ειδικά μέτρα της μπορούσαν μόνο να υποδείξουν την κατεύθυνση προς την οποία κινείται μια κυβέρνηση του λαού από τον ίδιο το λαό. Τέτοια μέτρα ήταν η κατάργηση της νυχτερινής δουλειάς των αρτεργατών, η επί ποινή απαγόρευση της συνήθειας που είχαν οι εργοδότες να ελαττώνουν τα μεροκάματα επιβάλλοντας πρόστιμα στους εργάτες τους με λογής λογής προσχήματα - μια μέθοδος όπου ο εργοδότης συνδυάζει στο πρόσωπό του τους ρόλους του νομοθέτη, του δικαστή και της εκτελεστικής εξουσίας και επιπλέον τσεπώνει τα λεφτά για λογαριασμό του. Ενα άλλο μέτρο αυτού του είδους ήταν η παράδοση όλων των κλειστών εργαστηρίων και εργοστασίων σε συνεταιρισμούς εργατών, με την επιφύλαξη ότι θα αποζημιωθούν, αδιάφορο αν ο ενδιαφερόμενος κεφαλαιοκράτης είχε δραπετεύσει ή είχε προτιμήσει να σταματήσει τη δουλειά.

Τα οικονομικά μέτρα της Κομμούνας, που ήταν θαυμάσια για τη φρόνηση και τη μετριοπάθειά τους, μπορούσαν να περιοριστούν μόνο στα μέτρα που συμβιβάζονταν με την κατάσταση μιας πολιορκημένης πόλης. Μπροστά στις τεράστιες κλεψιές που είχαν κάνει σε βάρος της πόλης του Παρισιού οι μεγάλες τραπεζιτικές εταιρείες και οι εργολάβοι κάτω από τη διεύθυνση του Οσμάν5, η Κομμούνα θα είχε ασύγκριτα μεγαλύτερα δικαιώματα να δημεύσει την περιουσία τους από τα δικαιώματα που είχε ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης, όταν δήμευε την περιουσία της οικογένειας των Ορλεανών. Οι Χοεντζόλερν και οι Αγγλοι ολιγαρχικοί, που ένα μεγάλο μέρος απ' τα χτήματα και των δυο προέρχονται από λεηλασίες της εκκλησιαστικής περιουσίας, καταγανάχτησαν φυσικά γιατί η Κομμούνα εισέπραξε συνολικά μόνο 8.000 φράγκα από τη δήμευση των εκκλησιαστικών χτημάτων.

Αντίθετα, η κυβέρνηση των Βερσαλιών μόλις δυνάμωσε λίγο και πήρε θάρρος χρησιμοποιούσε τα πιο βίαια μέσα ενάντια στην Κομμούνα, καταργούσε την ελευθερία της γνώμης σ' ολόκληρη τη Γαλλία και απαγόρευε ακόμα και τις συγκεντρώσεις των αντιπροσώπων των μεγάλων πόλεων. Υπόβαλε τις Βερσαλίες και την υπόλοιπη Γαλλία σ' ένα σύστημα κατασκοπείας, που ήταν πολύ χειρότερη από την κατασκοπεία της δεύτερης αυτοκρατορίας. Με τους χωροφύλακες - ιεροεξεταστές της έκαιγε όλες τις εφημερίδες που τυπώνονταν στο Παρίσι και άνοιγε όλα τα γράμματα που στέλνονταν στο Παρίσι ή από το Παρίσι. Στην εθνοσυνέλευση και οι πιο δειλές απόπειρες, να πει κανείς μια λέξη ευνοϊκή για το Παρίσι, πνίγονταν μέσα σε ουρλιαχτά με ένα τρόπο ανήκουστο ακόμα και για τη "μοναδική στα χρονικά" βουλή του 1816. Εξω από το Παρίσι οι βερσαλιέζοι διεξήγαγαν έναν αιμοχαρή πόλεμο, ενώ μέσα στο ίδιο το Παρίσι δωροδοκούσαν και συνωμοτούσαν. Δε θα σήμαινε, λοιπόν, ότι η Κομμούνα προδίνει επαίσχυντα την αποστολή της, αν τηρούσε όλους τους τύπους και τα προσχήματα του φιλελευθερισμού όπως στους πιο ειρηνικούς καιρούς; Αν η κυβέρνηση της Κομμούνας ήταν όμοια με την κυβέρνηση του Θιέρσου, δε θα υπήρχε λόγος να απαγορευθούν οι εφημερίδες του κόμματος της τάξεως στο Παρίσι και οι εφημερίδες της Κομμούνας στις Βερσαλίες.

Ηταν αλήθεια δυσάρεστο για τους "γαιοχτήμονες της βουλής" το γεγονός ότι, ακριβώς τη στιγμή που δήλωναν ότι ο μόνος τρόπος για τη σωτηρία της Γαλλίας ήταν η επιστροφή στην εκκλησία, η άπιστη Κομμούνα αποκάλυψε τα ιδιόμορφα μυστήρια του μοναστηριού των καλογριών του Πικπούς και της εκκλησίας του Αγίου Λαυρέντιου6. Μήπως δεν αποτελούσε καυστική σάτιρα για τον Θιέρσο το γεγονός ότι ενώ αυτός έδινε αράδα μεγαλόσταυρους στους βοναπαρτικούς στρατηγούς σ' αναγνώριση της μαστοριάς τους να χάνουν μάχες, να υπογράφουν συνθηκολογήσεις και να στρίβουν τσιγάρα στο Βιλχελμσχέε, η Κομμούνα καθαιρούσε και συνελάμβανε τους στρατηγούς της, μόλις γίνονταν ύποπτοι ότι παραμελούσαν τα καθήκοντά τους; Μήπως το γεγονός ότι η Κομμούνα έδιωξε και έδωσε διαταγή να συλληφθεί ένα από τα μέλη της που είχε καταφέρει να τρυπώσει στην Κομμούνα με ψεύτικο όνομα και είχε κάνει παλιότερα έξι μέρες φυλακή στη Λιόν για απλή χρεοκοπία - μήπως το γεγονός αυτό δεν αποτελούσε προμελετημένη προσβολή κατά πρόσωπο του πλαστογράφου Ζιλ Φαβρ, που εξακολουθούσε τότε ακόμα να είναι υπουργός των εξωτερικών της Γαλλίας, που εξακολουθούσε τότε ακόμα να πουλά τη Γαλλία στον Βίσμαρκ, που εξακολουθούσε τότε ακόμα να υπαγορεύει διαταγές στην αμίμητη βελγική κυβέρνηση; Ομως, στην πραγματικότητα η Κομμούνα δεν υποστήριζε πως ήταν αλάθητη, όπως το υποστήριζαν όλες, χωρίς εξαίρεση, οι παλιές κυβερνήσεις. Δημοσίευε όλα τα πραχτικά των συνεδριάσεών της, ανακοίνωνε όλες τις πράξεις της, μυούσε το κοινό σ' όλες της τις ατέλειες.

Σε κάθε Επανάσταση δίπλα στους αληθινούς εκπροσώπους της προωθούνται και άνθρωποι διαφορετικής κοψιάς. Μερικοί απ' αυτούς είναι οι επιζώντες προηγούμενων επαναστάσεων που έμειναν πιστοί σ' αυτές, χωρίς κατανόηση του τωρινού κινήματος, μα διατηρώντας ακόμα μεγάλη επιρροή στο λαό χάρη στη γνωστή τους τιμιότητα και το γνωστό τους θάρρος ή απλώς και μόνο χάρη στη δύναμη της παράδοσης. Αλλοι πάλι είναι απλοί φωνακλάδες που επαναλαβαίνοντας χρόνια συνέχεια τις ίδιες στερεότυπες απαγγελίες ενάντια στην κυβέρνηση της ημέρας, απόχτησαν τη φήμη καθαρόαιμων επαναστατών. Υστερα απ' τις 18 του Μάρτη εμφανίστηκαν επίσης τέτοιου είδους άνθρωποι και σ' ορισμένες περιπτώσεις έπαιξαν μάλιστα σημαντικό ρόλο. Οσο περνούσε από το χέρι τους εμπόδιζαν την πραγματική δράση της εργατικής τάξης, ακριβώς όπως άνθρωποι αυτού του είδους εμπόδισαν την πλήρη ανάπτυξη κάθε προηγούμενης επανάστασης. Οι άνθρωποι αυτοί αποτελούν ένα αναπόφευκτο κακό. Με τον καιρό τους ξεφορτώνεται κανείς, μα ίσα ίσα καιρός δε δόθηκε στην Κομμούνα.

Ηταν, αλήθεια, θαυμάσια η αλλαγή που είχε φέρει στο Παρίσι η Κομμούνα! Ούτε ίχνος πια από το ακόλαστο Παρίσι της δεύτερης αυτοκρατορίας. Δεν ήταν πια το Παρίσι τόπος συνάντησης για τους Βρετανούς τσιφλικάδες, τους Ιρλανδούς άμπσεντιρς7, τους Αμερικάνους πρώην δουλοχτήτες και νεόπλουτους, τους Ρώσους πρώην φεουδάρχες και τους μπογιάρους της Βλαχίας. Δεν εκθέτανε πια πτώματα στα νεκροτομεία για αναγνώριση, δε γίνονταν πια νυχτερινές διαρρήξεις και σταμάτησαν σχεδόν ολότελα οι κλοπές. Για πρώτη φορά από τις μέρες του Φλεβάρη του 1848 οι δρόμοι του Παρισιού ήτανε πάλι πραγματικά ασφαλείς, κι αυτό χωρίς κανενός είδους αστυνομία. "Δεν ακούμε πια να γίνεται λόγος - είπε ένα μέλος της Κομμούνας - για φόνους, ληστείες και επιθέσεις σε πρόσωπα. Φαίνεται πραγματικά σαν να τράβηξε μαζί της η αστυνομία στις Βερσαλίες όλους τους συντηρητικούς φίλους της". Οι κοκότες ξαναβρήκαν τα ίχνη των προστατών τους που το είχαν σκάσει, τους ανθρώπους της οικογένειας, της θρησκείας και πάνω απ' όλα της ιδιοχτησίας. Στη θέση τους ξαναβγήκαν στην επιφάνεια οι πραγματικές γυναίκες του Παρισιού - ηρωικές, ανοιχτόκαρδες και αφοσιωμένες σαν τις γυναίκες της αρχαιότητας. Ηταν το Παρίσι που εργαζόταν, που σκεφτόταν, που μαχόταν, που μάτωνε, που αφοσιωμένο όπως ήταν στη δημιουργία μιας νέας κοινωνίας, ξεχνούσε σχεδόν τους κανίβαλους που βρίσκονταν έξω από τις πύλες του, που αχτινοβολούσε μέσα στον ενθουσιασμό της ιστορικής του πρωτοβουλίας».

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1. «Kladderadatsch»: Γερμανικό σατιρικό περιοδικό, που έβγαινε στο Βερολίνο από το 1848 (Σημ. Σύντ.).

2. «Punch»: Αγγλικό σατιρικό περιοδικό που έβγαινε στο Λονδίνο από το 1841 (Σημ. Σύντ.).

3. Στις 18 του Απρίλη η Κομμούνα δημοσίευσε ένα διάταγμα που παρέτεινε για τρία χρόνια την προθεσμία πληρωμής των χρεωστικών υποχρεώσεων (Σημ. Σύντ.).

4. Παπάδες (Σημ. Σύντ.).

5. Ο βαρόνος Οσμάν (Haussmann) ήταν στην περίοδο της δεύτερης αυτοκρατορίας νομάρχης του νομού του Σηκουάνα, δηλαδή της πόλης του Παρισιού. Κάτω από τη διεύθυνσή του έγιναν μια σειρά έργα για τον ανακαινισμό της πόλης, για να διευκολυνθεί η καταπολέμηση εργατικών εξεγέρσεων (Σημείωση του Β. Ι. Λένιν στη ρωσική μετάφραση που τη θεώρησε ο ίδιος).

6. Στην εκκλησία του Αγ. Λαυρεντίου ανακαλύφθηκαν σκελετοί γυναικών, που αφού τις βίασαν καλόγεροι τις έθαψαν ζωντανές στα υπόγεια. Στο μοναστήρι του Πικπούς είχαν την ίδια τύχη γυναίκες που τις κρατούσαν εκεί με το πρόσχημα ότι ήταν τρελές (Σημ. Σύντ.).

7. Αμπσεντιρς: (από τη λέξη absent-απών): Ιρλανδοί τσιφλικάδες που ποτέ σχεδόν δε ζούσαν στα χτήματά τοος (Σημ. Σύντ.).

Από τις «κόκκινες σημειώσεις» στον καιρό της Κομμούνας

Ρεπορτάζ του Μαξ. Βιγιόμ* στις 28 του Μάρτη του 1871, για την επίσημη παράδοση της εξουσίας από την Κεντρική Επιτροπή της Εθνοφρουράς στους εκλεγμένους κομμουνάρους. Αναδημοσιεύεται από το περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι», τεύχος 3-4 του 1933

Είκοσι οχτώ του Μάρτη. Τέσσερις η ώρα. Βρίσκομαι στη μέση του άρθρου μου. Ξέρω πως την ίδια στιγμή η πλατεία του Δημαρχείου γιορτάζει. Ανακηρύσσουν επίσημα την Κομμούνα. Μα το άρθρο! Πρέπει να μείνω...

Μπουμ... Μια κανονιά... Τσιτώνω τ' αυτί... Να ξαναπάρω την πένα.

Γρήγορα! Γρήγορα στην πλατεία Γκρεβ. Κατεβαίνω τρέχοντας την οδό της Μονμάρτης. Στην οδό Ριβολί, όσο παίρνει το μάτι, όλο στολές, σημαίες που κυματίζουν, μπαγιονέτες που λαμποκοπάν. Οι μουσικές ξεκουφαίνουν.

Δέκα, είκοσι, εκατό λόχοι είναι εκεί, στην παρέλαση, και χάνονται στην πολύχρωμη θάλασσα που ξετυλίγεται στην πλατεία του Δημαρχείου.

Τι όμορφοι λόχοι! Οι ίδιοι που τους είχαμε δει άλλοτε, τον καιρό της πολιορκίας, λασπωμένοι, σακατεμένοι, δείχνοντας την καταστροφή.

Πόσο είναι όμορφοι σήμερα, γυαλισμένοι, ξανανιωμένοι!

Πλησιάζουμε αργά. Να μας στη λεωφόρο Βικτόρια.

Την προηγούμενη μέρα είχα πάει στο Δημαρχείο. Φαίνεται αλλαγμένο.

Χτες, οδοφράγματα, κανόνια, σκοποί που σε ρωτούν δύσπιστα. Για να περάσεις την πλατεία πρέπει να πάρεις ένα μονάχα μονοπάτι που το φυλάν ζηλότυπα οι σκοποί με γεμάτο το όπλο. Μια σειρά μυδραλιοβόλα υπερασπίζει το χτίριο. Στα παράθυρα πλήθος στρατιώτες. Το Δημαρχείο μοιάζει με φρούριο.

Ολα άλλαξαν σήμερα. Ούτε πολεμική όψη, ούτε οδοφράγματα, ούτε σκοποί. Μια τεράστια σημαία κόκκινη με ένα μπούστο της δημοκρατίας πάνω της σκεπάζει όλη τη μεγάλη μεσαία πόρτα κρύβοντας τον μπρούντζινο Ερρίκο ΙV. Κάτω μια εξέδρα πορφυρένια και χρυσή. Σημαίες σ' όλα τα παράθυρα. Ομάδες, ομάδες σ' όλα τα μπαλκόνια. Και κει ψηλά, ακίνητη, σκεπάζοντας τον ήλιο που τη διαπερνά με λαμπερές αχτίδες, η κόκκινη σημαία στημένη από την επαύριο της νίκης στη Μονμάρτη. Οι σκεπές γεμάτες περίεργους. Τα χαμίνια ανέβηκαν και καβαλίκεψαν χωρίς ντροπή τα αγάλματα.

Το πλήθος φωνάζει, τραγουδάει, ουρλιάζει, μουγκρίζει. Τι τραγουδάει; Τη Μασσαλιώτιδα. Τι φωνάζει; Ζήτω η Κομμούνα! Ουρλιάζει σαν τη θύελλα και μουγκρίζει σαν τη θάλασσα.

Κι ανάμεσα σ' αυτό το πλήθος που παραληρούσε, μια αδιάκοπη παρέλαση από λόχους με τη μουσική τους μπροστά. Σημαίες κόκκινες και σημαίες τρίχρωμες κοντά κοντά. Πίσω βαδίζουν αυτοί που εκλέχτηκαν από κάθε διαμέρισμα (συνοικία) και που οι εκλογείς τους τούς οδηγούν στο Δημαρχείο.

Να οι λόχοι της Μονμάρτης. Σε μια γραμμή πέντε άντρες. Είναι οι πέντε που εκλέχτηκαν στο 18ο. Τρεις είναι φίλοι μου. Τους κάνω σινιάλο. Με χαιρετάν με χαμόγελο. Ο Βερμορέλ, ψηλός, ωχρός, αδύνατος, με εξογκωμένα μήλα. Ο Φερέ κοντός, με γενειάδα. Και οι δυο τους ντυμένοι με στρατιωτικό μανδύα. Ο Β. Κλεμάν με γυρμένη την πλάτη, στους ώμους ένα χιτώνιο, μ' ένα μαλακό γκρίζο καπέλο, στηρίζεται σ' ένα μπαστούνι.

Κάποιος νιώθω να με χτυπάει στον ώμο.

Ο Ριγκό!

Ο Ραούλ Ριγκό με στολή λοχαγού. Δε θα τον ξαναδώ πια μ' αυτό το κοστούμι έως τις 24 του Μάη, λίγη ώρα πριν πέσει με το κεφάλι τρυπημένο, στο οδόφραγμα Ρουαγίν Κολάρ.

- Ανέβα μαζί μας!

- Μα δεν είμαι στην Κομμούνα...

- Οπωσδήποτε έλα...

Τον ακολουθάω ανάμεσα από πλήθος στρατιώτες. Ανεβαίνουμε στο πρώτο πάτωμα. Αίθουσα του θρόνου. Τα όπλα είναι σε δέσμες.

Οι τοίχοι είναι ακόμα τρυπημένοι από τις σφαίρες της 22 του Γενάρη.

Γύρω από το μεγάλο τραπέζι, οι εκλεγμένοι άρχισαν να μαζεύονται. Ο Αρνού, ο Γκρουσέ, ο Βαλέλ. Πάνω σε μια καρέκλα ο Ντελεκλιούζ. Ο Λουγκέ, ο παλιός μου διοικητής του 248. Ο Τριντόν, σκυμμένος, με το ειρωνικό και πονεμένο του χαμόγελο. Περπατάει με κόπο στηριγμένος στο ραβδί του...

Σφίγγω ολωνών τα χέρια.

Πρέπει να ξανακατέβω στην πλατεία.

Πάνω στην εξέδρα είναι μαζεμένα όλα τα μέλη της χτεσινής εξουσίας και της καινούριας. Η Κεντρική Επιτροπή και η Κομμούνα. Η φούχτα των στασιαστών και η φούχτα των άγνωστων.

Κοντά μου μια ομάδα. Ο άντρας με στολή εθνοφρουράς. Η γυναίκα κρατάει από το χέρι έναν πιτσιρίκο τριών - τεσσάρων χρόνων. Ο άντρας εξηγεί στη συντρόφισσά του το θέαμα αυτό που την τυφλώνει. Ονομάζει αυτούς που ξέρει.

- Κοίτα, βλέπεις κείνον τον ψηλό με το γένι, με τα μεγάλα μάτια και τα γκρίζα πυκνά μαλλιά; Είναι ο Φέλιξ Πιγιά που έχουμε το πορτρέτο σπίτι μας. Ο άλλος με την άσπρη γενειάδα, με το κουρασμένο ύφος, με το αυστηρό πρόσωπο, είναι ο Ντελεκλιούζ. Εκείνος ο ψηλός, όρθιος με το πηλήκιο του λοχαγού είναι ο Προτό, ο υπερασπιστής του Μεζί στη δίκη του Μπλουά. Ο άλλος με τα μουστάκια, ο Κλεμάν, ξέρεις, αυτός που έχει κάνει το τραγούδι «καιρός για τα κεράσια». Α! Τι όμορφα θα πάνε τα πράματα μ' αυτούς τους διαβολάνθρωπους!

- Σήκωσε λιγάκι το μικρό να δει κι αυτό. Αυτές οι μέρες μαρκάρονται στην ύπαρξή μας.

Και ονόμαζε κι άλλους ακόμα της Διεθνούς που ήτανε ίσως μέλος της. Τον Μαλόν, τον Βαρλέν, τον Αβριάλ. Υστερα τον Φλουράντ, που τον είχε ακούσει σε δημόσιες συγκεντρώσεις, τον Ντιβάλ, τον Φερέ.

- Εκείνος ο άλλος γέρος με το άσπρο γένι είναι ο κ. Μπεσλιέ, ένας πλούσιος που ήρθε μαζί μας, ένας παλιός φίλος του Προυντόν.

Και άξαφνα:

- Να ο καλύτερος. Κοίτα, βλέπεις, καθισμένος, με πρόσωπο σαν λάμα μαχαιριού, με τα βαθουλωμένα του μάτια και τα αδύνατα χείλια. Πώς υπόφερε! Ολη τη ζωή του στη φυλακή. Θα σου δώσω να το διαβάσεις αυτό. Η γυναίκα του πέθανε όταν αυτός ήταν στο Μον Σεν Μισέλ. Ενας αληθινός μάρτυρας, ο πολίτης Μπλανκί.

- Γελιέστε, πολίτη, λέω επεμβαίνοντας. Δεν είναι ο Μπλανκί αυτός που βλέπετε. Ο Μπλανκί πιάστηκε στο σπίτι του ανεψιού του στο Λο. Αυτή τη στιγμή βρίσκεται στη φυλακή του Φιζάκ.

- Τον πιάσανε! Αυτόν... Δε θα 'ναι στην Κομμούνα!

Και είδα σαν ένα πέπλο λύπης να σκεπάζει ξαφνικά το χαρούμενο λίγο πριν πρόσωπο. Το ζευγάρι απομακρύνθηκε. Στην εξέδρα ένα μέλος της Κομμούνας μιλούσε, μα τα λόγια του χανότανε στο θόρυβο που μεγάλωνε.

Οι μουσικές ξανάρχισαν να παίζουν. Το κανόνι ξαναβρόντηξε. Από το πλήθος ξανασηκώθηκε μια φοβερή φωνή, ένα «ζήτω η Κομμούνα», τόσο δυνατή που έκανε να ταραχτεί ο αέρας και να κινηθούν οι σημαίες που στόλιζαν το χτίριο.

Οι λόχοι αποχωρούσαν. Τη νύχτα παρέλαυναν ακόμα. Εβλεπε κανένας χέρια να τεντώνονται προς την εξέδρα. Αλλοι να πλησιάζουν. Στόματα φώναζαν ακόμα και πάντα «ζήτω η Κομμούνα», ώσπου να χάνεται η φωνή.

Επιτέλους, η πλατεία άδειασε. Τα παράθυρα του Δημαρχείου φωτιστήκανε. Η Κομμούνα εγκαθιδρύθηκε.

Ξαναπήρα το δρόμο Κρουασάν. Στην πόρτα του τυπογραφείου, διασταυρώθηκα με μια ομάδα στρατιώτες, που στη μέση μιλούσε ένας υπολοχαγός του 248. Διηγιότανε τι είδε στην πλατεία του Δημαρχείου. Ηταν ακριβώς κάτω από την εξέδρα. Μπόρεσε, πιο τυχερός από μένα, να ακούσει τους λόγους.

- Ο Ρανβιέ μίλησε.

- Και τι είπε; τον ρώτησα.

- Είπε... είπε... πως ανακηρύχτηκε η Κομμούνα... Δεν είναι αρκετό αυτό; Και ύστερα απαντήσαμε:

- Θα την υπερασπίσουμε ως το θάνατο!

Και ενθουσιασμένος:

- Ναι, ως το θάνατο!

Ξανανέβηκα στο γραφείο μου στον «Μπαρμπα - Ντουσέν».

Από όλες τις ταράτσες, από όλα τα παράθυρα βγαίνανε φωνές:

- Ζήτω η Κομμούνα!

Αγνωστοι αγκαλιάζονταν, συνεπαρμένοι από ένα είδος παραλήρημα.

Οταν ύστερα από εννιά χρόνων απουσία η αμνηστία μού ξανάνοιξε τις πόρτες του Παρισιού, η πρώτη μου επίσκεψη ήταν γι' αυτό το Δημαρχείο, που το είχα μισοϊδεί για τελευταία φορά στη μάχη κόκκινο και αναμμένο σαν καυτό σίδερο.

Στο μάκρος αυτών των τοίχων που είχαν μαυρίσει από την πυρκαγιά, σ' αυτά τα πεσμένα κουφώματα που είχα παρακολουθήσει το αξέχαστο θέαμα της 28 του Μάρτη 1871, ζητούσα με το μάτι τις ανθρώπινες μυρμηγκιές που είχανε στεγάσει τη μέρα της ανακήρυξης της Κομμούνας. Ακουγα ακόμα το φοβερό μούγκρισμα του πλήθους που ζητωκραύγαζε τους εκλεγμένους, την ώρα που το κανόνι βροντούσε και που πάνω από θάλασσα κεφάλια κυμάτιζαν οι κόκκινες σημαίες.

*Ο συγγραφέας Μαξ. Βιγιόμ ήταν συντάχτης της εφημερίδας «Μπαρμπα-Ντουσέν», που έβγαινε πριν και τον καιρό της Κομμούνας.




Διαβάστε στο «Ρ»

Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org