ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 22 Αυγούστου 2004
Σελ. /24
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΔΙΗΓΗΜΑ
Της Σούλας ΒΑΖΟΥΡΑ

Γεννήθηκε σε ένα μικρό απομονωμένο χωριό της Νοτιοδυτικής Μακεδονίας. Στους πρόποδες της Πίνδου, στη Γεωργίτσα. Τώρα πια δεν υπάρχει, αλλά εκεί έζησε τα παιδικά της χρόνια. Οι γονείς της ήταν αγρότες και το 1960 μετανάστευσαν στην Αθήνα. Αργότερα, στα εφηβικά της χρόνια ξεκίνησε μουσικές σπουδές, ενώ παράλληλα παρακολουθούσε μαθήματα κλωστοϋφαντουργίας σ' ένα πρόγραμμα του υπουργείου Εργασίας. Επειτα γράφτηκε στο Εθνικό Ωδείο, κάνοντας φωνητική, κιθάρα και σολφέζ και ξεκίνησε από νεαρή ηλικία να ασχολείται επαγγελματικά με το τραγούδι. Τότε γνώρισε τον Αριστείδη Μόσχο. Μαθήτευσε κοντά του και συνεργάστηκε μαζί του μέχρι το τέλος της ζωής του.


Το μικρό κορίτσι που δεν τους φοβήθηκε

Παπαγεωργίου Βασίλης

Η μικροκαμωμένη κυρία καθόταν στη στενή βεράντα με τα γκρίζα κάγκελα. Από τον έκτο όροφο χάζευε το δρόμο που δεν οδηγούσε πουθενά. Αυτή η στενούρα την ενοχλούσε. Παντού πολυκατοικίες, η μια δίπλα στην άλλη. Τσιμεντένια κουτιά χωρίς καμιά αισθητική, στοιβαγμένα στη σειρά με μεγάλη έλλειψη στοιχειώδους αρχιτεκτονικής. Σ' αυτά τα κλουβιά έμειναν άνθρωποι. Τσιμέντο παντού. Σαν κατάρα. Δεν άφησαν χώρο ούτε για ένα λουλουδάκι.

Και σ' αυτό το δρόμο όλα τα κτίρια είχαν απροσδιόριστο χρώμα. Σκούρο σταχτί. Λες και κάποιο αόρατο χέρι είχε βάψει με μανία όλους τους τοίχους μ' αυτό το απαίσιο χρώμα. Μάταια ο ήλιος αυτή την ώρα του δειλινού προσπαθούσε να χρωματίσει όλες τις προσόψεις των κτιρίων, με τις χρυσοκόκκινες ακτίνες του. Το μόνο που κατάφερνε ο ήλιος ήταν να κάνει τις χιλιάδες κεραίες των ταρατσών να μοιάζουν με αλλόκοτα πλάσματα. Γυάλιζαν οι κεραίες των τηλεοράσεων παράξενα εκεί ψηλά που βρίσκονταν και έδιναν την εντύπωση πως επικοινωνούν με το σύμπαν έτσι που άπλωναν τα σιδερένια χέρια τους προς τον ουρανό.

Η κυρία της βεράντας άφησε έναν αναστεναγμό για παλιές θύμησες. Το βλέμμα της καρφώθηκε στις αγριοπορτοκαλιές του δρόμου. Οι καημένες οι αγριοπορτοκαλιές προσπαθούσαν να στολίσουν το χώρο με την παρουσία τους, μα ο βρώμικος αέρας από τα καυσαέρια και τα σκουπίδια στραπατσάριζε τα φύλλα τους. Ετσι είχαν μια όψη μαραζιάρικη γιατί κανείς δεν τις πότιζε. Επεσε ο ήλιος εντελώς. Η ζέστη αποπνιχτική τούτο το απόγευμα του Ιούλη. Πότε - πότε ένα αεράκι αλάφρυνε την ατμόσφαιρα.

Είχε πιει η Βαγγελιώ τον καφέ από ώρα. Στον πάτο της κούπας το κατακάθι έφτιαξε μια ζωγραφιά από περίεργα σχήματα. Πικρός ο καφές. Πικρή και η ζωή της Βαγγελιώς. Τράβηξε τα σγουρά μαλλιά της και τα μάζεψε πίσω μ' ένα μαύρο χτενάκι. Τα σημάδια του χρόνου στέκονταν φανερά πάνω στο άλλοτε όμορφο πρόσωπο. Σκληρός ο καιρός, οι μήνες, οι μέρες κάθε τόσο χάραζαν και από μια ρυτίδα στο μέτωπο, στα μάγουλα, στο λαιμό. Ετσι από γινάτι.

Σκοτείνιασε για τα καλά. Πέρασε μέσα και άναψε το φως. Το σπίτι ήταν σιωπηλό. Αμίλητες φιγούρες από το παρελθόν στέκονταν στις κορνίζες. Μια συντροφιά από τα παλιά. Μα οι φωτογραφίες δε ζεσταίνουν την ψυχή της μοναχικής γυναίκας. Αναμνήσεις - αναμνήσεις. Ολα τα πράγματα γύρω της θύμιζαν κάτι. Η Βαγγελιώ όπως κάθε βράδυ, καληνύχτισε τα αγαπημένα πρόσωπα που την κοιτούσαν μέσα από το κιτρινισμένο χαρτί χωρίς κουβέντα. Βουβά. Ξάπλωσε στο κατάλευκο μαξιλάρι που το 'χε κεντήσει τότε όταν ζούσε στο χωριό. Αχ, πώς νοσταλγούσε το πατρικό σπίτι. Τους δικούς της. Το σπίτι της ήταν αρχοντικό με σκάλα ξύλινη, σκαλισμένη με μεράκι και οδηγούσε στα επάνω δωμάτια. Ακόμα θυμάται τα μπαλκόνια με τα ξυλόγλυπτα. Κάθονταν με τις φιλενάδες και κεντούσανε όλες μαζί. Και ο κήπος. Ο μεγάλος κήπος που τον φρόντιζε ο πατέρας της. Παντού τριανταφυλλιές με κόκκινα, άσπρα, κίτρινα και ροζ τριαντάφυλλα. Από αυτόν τον κήπο έκοψε η μάνα της μια αγκαλιά λουλούδια και υποδέχτηκε το Δημοκρατικό Στρατό, τότε όταν έφτασε στο χωριό της, εκεί στους πρόποδες του Παρνασσού. Ολα τα θυμάται η Βαγγελιώ κι ας πέρασαν τόσα χρόνια.

Ο ύπνος έρχεται σαν παρηγορητής και της κλείνει τα βλέφαρα. Μα το όνειρο. Νάτο πάλι. Την ταξιδεύει εκεί. Στη φρίκη του πολέμου. Κι απόψε ζει τις τραγικές στιγμές εκείνης της νύχτας. Ξανά το φαρμακερό βόλι τη σημαδεύει. Την πετυχαίνει. Κι άλλο βόλι κι αυτό την πετυχαίνει. Φοβάται το πληγωμένο κορίτσι που είναι δεν είναι στα 15, ολομόναχο στην άγρια ερημιά του δάσους. Το παγωμένο χιόνι κάνει τον πόνο της λαβωματιάς να γίνεται αφόρητος. Θέλει να φύγει, να τρέξει, μα οι δυο σφαίρες που σφηνώθηκαν στο κορμί της την κρατούν εκεί κατάχαμα ανήμπορη και το αίμα να τρέχει ασταμάτητα. Αν φωνάξει θα την ακούσει ο εχθρός. Ο κοντόχοντρος θάμνος από κέδρο προσπαθεί να την προστατέψει από τα νύχια του χάρου. Η νύχτα με τα μαύρα πέπλα όλο τη ζυγώνει. Στέκεται και την κοιτάζει απειλητικά σαν στρυφνή μάγισσα. Μα τι παράξενο. Τα άγρια ζώα του δάσους δεν την πειράζουν γιατί τα ζώα έχουν μια λογική πιο ανθρώπινη από «ανθρώπους», που φοράνε ανθρώπινη μάσκα, ενώ είναι κτήνη. Και το όνειρο δε σταματά. Τώρα την ταξιδεύει εκεί στις φυλακές. Στο στρατόπεδο. Αλλη φρίκη εδώ. Εξευτελισμός. Βασανιστήρια. Αφαίρεση κάθε προσωπικότητας. Λειψό φαΐ. Πίεση για υπογραφή «μετάνοιας».

Το πρωινό ξύπνημα φέρνει τη γαλήνη καθώς το εφιαλτικό όνειρο τελειώνει. Η μέρα το ξεδιαλύνει. Η Βαγγελιώ σηκώνεται από το κρεβάτι. Μια καινούρια μέρα την περιμένει. Κατέβηκε στο δρόμο για τα πρωινά της ψώνια. Ανθρωποι κάθε ηλικίας περνούν από μπροστά της και φεύγουν βιαστικά για τις δουλιές τους. Ανθρωποι της καθημερινότητας που παλεύουν για το μεροκάματο γεμάτοι αγωνία. Δεν τη χαιρετούν γιατί σ' αυτή την απρόσωπη πόλη κανείς δε χαιρετά τον διπλανό του. Η Βαγγελιώ συνεχίζει το δρόμο της άγνωστη μέσα στους αγνώστους. Οι περαστικοί που σχεδόν την ακουμπάνε, δε γνωρίζουν πως αυτή η κυρία με τα σκούρα ρούχα δεν είναι μια απλή γυναίκα, αλλά μια ηρωίδα με απίστευτη δύναμη στην ψυχή. Πέρασε μέσα από τη φωτιά και το σίδερο και άντεξε. Δε χάρηκε τα νιάτα της σαν κοπελιά. Παράτησε το σχολειό, το κρυφτούλι, το κουτσό, τις γειτονιές που ζούσε, και σαν τον άνεμο ανέβηκε στο βουνό γεμάτη θέληση για ιδανικά. Αγωνίστηκε με πολλούς συνανθρώπους της που είχαν την ίδια αγωνία με κείνη για έναν κόσμο καλύτερο. Για έναν κόσμο δικαιότερο!

Η Βαγγελιώ ποτέ δεν ήθελε τον πόλεμο γιατί ο πόλεμος ανάμεσα σε ανθρώπους της ίδιας χώρας που έχουν την ίδια ιστορία, τον ίδιο πολιτισμό δεν είναι καλός. Μα αυτοί που κυβερνούσαν τη χώρα της ήταν δούλοι των ξένων συμφερόντων. Φασίστες και αυταρχικοί, τσάκιζαν κάθε αγανακτισμένο πολίτη που ζητούσε το δίκιο του. Δε δίσταζαν να φυλακίσουν ακόμα και να σκοτώνουν άτομα που αντιστέκονταν στα καταχθόνια σχέδιά τους. Αυτοί οι εξουσιαστές του τόπου οι υποτακτικοί της άρχουσας τάξης όπλισαν το χέρι αυτής της κοπελιάς και την έστειλαν στην αντίσταση, για να βρει το δίκιο της με χιλιάδες συμπατριώτες - συναγωνιστές. Στο έτος 1947. Νάτη τώρα η Βαγγελιώ. Περπατά με σταθερό βήμα ανάμεσα στον κόσμο. Ενα χαμόγελο ζωγραφίζεται στο πρόσωπό της και χαίρεται την ελευθερία της. Ξέρει καλά πως ο αγώνας που έκανε και που στερήθηκε πράγματα ουσιαστικά δεν πήγε χαμένος. Ξέρει καλά πως ο σπόρος που έσπειρε φύτρωσε παντού σε πολιτείες και χωριά. Σε κάμπους σε λαγκάδια. Ο σπόρος αυτός έγινε κόκκινο λουλούδι και θα δίνει ελπίδες στα χρόνια που θα έρθουν. Εκείνη άνοιξε το δρόμο προβάλλοντας το μικρό κορμί της, σαν ασπίδα στα οράματα που πίστευε. Οι άχρηστοι αφέντες του τόπου δε δίστασαν να της φράξουν το δρόμο με μια σφαίρα στην καρδιά. Μα η σφαίρα αστόχησε και πήγε παραπέρα. Στον ώμο και στο πόδι. Κι όμως η Βέρα Βαγγελιώ δεν πέθανε. Εζησε για να αποδείξει σ' αυτά τα φασιστοειδή στους ΜΑΥδες πως με τη βία δεν μπορούν να υποτάξουν τις ψυχές των αδικημένων. Η Βαγγελιώ ξέρει καλά πως οι βασανιστές της δεν τιμωρήθηκαν ποτέ!!!

Μα ξέρει καλά πως αυτά τα ανθρωποειδή κτήνη δεν έχουν αποδοχή από χιλιάδες πολίτες με υγιή νου. Η περιφρόνηση είναι μια τιμωρία γι' αυτούς.

Η Βαγγελιώ χάθηκε στο τέλος του δρόμου μέσα στο πλήθος του καλοκαιριάτικου πρωινού. Η ιστορία της όμως θα συναρπάζει πάντα εκείνον που τη μαθαίνει. Και σήμερα οι εξουσιαστές του τόπου όση δύναμη και αν έχουν, κατά βάθος τρέμουν το κορίτσι από το Σερνικάκι που τόλμησε να αντισταθεί στα ύπουλα σχέδιά τους. Τρέμουν την κάθε Βαγγελιώ που δεν τους φοβάται.


Σούλα ΒΑΖΟΥΡΑ




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org