ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 21 Σεπτέμβρη 2014
Σελ. /40
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
ΔΙΑΠΑΛΗ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΙΓΜΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ
Αντιλαϊκή διελκυστίνδα στο έδαφος του κεφαλαίου

Με συρραφές από τα παλιά κιτάπια του κεφαλαίου συνεχίζονται η «συζήτηση», οι κόντρες και η διαπάλη γύρω από το μείγμα της πολιτικής, που κρίνεται ως κατάλληλο για τη διέξοδο από την καπιταλιστική κρίση, τη στήριξη της παραπαίουσας ανάκαμψης και των επιχειρηματικών κερδών. Η αντιπαράθεση εκδηλώνεται συγχρονισμένα τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στο πλαίσιο της Ευρωζώνης, όπου το τελευταίο διάστημα κλιμακώνονται μια σειρά από ρυθμίσεις, με στόχο την επιτάχυνση της κυκλοφορίας του χρήματος, την τόνωση της ρευστότητας στην αγορά. Σε πρώτο πλάνο προβάλλει η «ποσοτική χαλάρωση» της νομισματικής πολιτικής, μέσω των αλλεπάλληλων παρεμβάσεων από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Τα παραπάνω δε συνιστούν κάποια νέα «εφεύρεση», αντίθετα το άνοιγμα ή το κλείσιμο των κρουνών και οι αυξομειώσεις των επιτοκίων από την πλευρά των κεντρικών τραπεζών είναι φαινόμενο της καθημερινής λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος, μέσω του οποίου διοχετεύονται κεφάλαια σε κλάδους και τομείς της οικονομίας και της παραγωγής σε όφελος του κεφαλαίου. Σε κάθε περίπτωση, το κεντρικό ζητούμενο - και εξαιρετικά αβέβαιο - είναι η διοχέτευση των κεφαλαίων που λιμνάζουν σε νέες κερδοφόρες επενδύσεις, σε νέα επιχειρηματικά πλάνα που θα στέκονται ανταγωνιστικά απέναντι στα μονοπώλια των άλλων ιμπεριαλιστικών κέντρων και των αγορών. Οι συνταγές των αστικών επιτελείων, όπως και η κάθε φορά εφαρμοζόμενη πολιτική, είναι απόλυτα συνυφασμένες με τη φάση του οικονομικού κύκλου.

Ιστορική πείρα

Στις αρχές της δεκαετίας του '30 και για την αντιμετώπιση της καπιταλιστικής κρίσης στις ΗΠΑ εφαρμόστηκε η στρατηγική των εκτεταμένων δημοσίων επενδύσεων, ιδιαίτερα σε υποδομές, (Κέινς) και μέσω αυτής της στρατηγικής η τόνωση της ζήτησης, που σημαίνει αύξηση της κατανάλωσης για την τόνωση της καπιταλιστικής παραγωγής. «Αντίθετα», σε άλλες περιόδους καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης, κυριάρχησε η ανάγκη (πάντα του κεφαλαίου) για την τιθάσευση του πληθωρισμού, μέσω της μείωσης μισθών ή της υποτίμησης νομίσματος, που επίσης μειώνει μισθούς, ως μέσο που επιδρούσε στο να μη μειώνεται το ποσοστό κέρδους. Αλλά αυτό περιόριζε τα διαθέσιμα εισοδήματα και τη λαϊκή κατανάλωση. Δύο «γιατροσόφια» του καπιταλισμού για την αντιμετώπιση της κρίσης, αλλά πουθενά και κανένα «γιατροσόφι» δεν αποτέλεσε πανάκεια, άλλωστε ούτε και θα μπορούσε, για την οριστική αντιμετώπισή της, πολύ δε περισσότερο δε βελτίωσε τη δεινή θέση της εργατικής τάξης και των άλλων φτωχών λαϊκών στρωμάτων, αφού οι συνέπειες της κρίσης μεταφέρονταν στις πλάτες τους για να σωθούν, όσο γίνεται, από την καταστροφική της δράση, οι αστοί. Στη συνέχεια, η ίδια η καπιταλιστική ανάκαμψη διαμόρφωνε τις προϋποθέσεις για τη νέα εκδήλωση της κρίσης, τη μαζική ανεργία, κ.ο.κ. Αυτό έγινε και στις ΗΠΑ τη δεκαετία του '30, αλλά και αλλού. Η αντιπαράθεση ανάμεσα σ' αυτές τις δύο αστικές πολιτικές διαχείρισης εκδηλώνεται και σήμερα.

Το αντιλαϊκό μείγμα λειτουργεί ταυτόχρονα και σε συνδυασμό με τη δημοσιονομική πολιτική, με την κατάλληλη, για το κεφάλαιο, διαμόρφωση των κρατικών προϋπολογισμών. Για πολλές δεκαετίες, ανάλογα και με τη φάση του καπιταλιστικού κύκλου, στα αστικά επιτελεία κυριαρχούσε η άποψη ότι ένα ορισμένο ύψος ελλείμματος στους προϋπολογισμούς είναι απόλυτα χρήσιμο και αναγκαίο για το κεφάλαιο, απαραίτητη προϋπόθεση για την τόνωση της ζήτησης τόσο για την κατανάλωση των παραγόμενων εμπορευμάτων, όσο και για νέες επενδύσεις. Σήμερα, σε επίπεδο Ευρωζώνης, γίνεται λόγος για τις αναγκαίες αναπροσαρμογές στο «Σύμφωνο Σταθερότητας», όπως για την αύξηση των κρατικών κονδυλίων στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, χωρίς αυτά να υπολογίζονται στα ελλείμματα. Ετσι, για παράδειγμα, η πλευρά του ΔΝΤ, το οποίο από κοινού με την ΕΕ έχει πρωτοστατήσει στο σάρωμα των εργατικών - λαϊκών δικαιωμάτων, σε αυτή τη φάση έχει συστήσει στην κυβέρνηση της Γερμανίας να προχωρήσει σε ενίσχυση των επενδύσεων στη δική της οικονομία, μέσα στη Γερμανία, επίσης και σε αυξήσεις μισθών, προκειμένου να τονωθεί η κατανάλωση, άρα η ζήτηση, ελπίζοντας σε αύξηση των εισαγωγών, άρα μέσω αυτών σε τόνωση της Ευρωζώνης, δηλαδή των καπιταλιστικών οικονομιών Γαλλίας, Ιταλίας κ.λπ. Στην περίπτωση της Ελλάδας, το ΔΝΤ είναι υπέρμαχος ενός νέου «κουρέματος» πάνω στο κρατικό χρέος, όχι βέβαια για την ελάφρυνση των λαϊκών στρωμάτων.

«Προσφορά και ζήτηση» στην υπηρεσία του κεφαλαίου

Η συγκυβέρνηση (ΝΔ - ΠΑΣΟΚ) από τη μια πλευρά και ο ΣΥΡΙΖΑ από την άλλη διαγκωνίζονται στο ίδιο αντιλαϊκό γήπεδο. Προσεγγίζουν διαφορετικά το νέο μείγμα της αντιλαϊκής πολιτικής για την ανάκαμψη στην Ευρωζώνη και την Ελλάδα, στο πλαίσιο των γενικότερων εξελίξεων και της διαπάλης που συντελείται στη λυκοσυμμαχία της ΕΕ.

Για «λάθος» μείγμα κατηγορεί τον ΣΥΡΙΖΑ η συγκυβέρνηση, μέσω ανακοίνωσης που εξέδωσε το υπουργείο Οικονομικών την περασμένη βδομάδα. Επικεντρώνουν την «κριτική» στην άποψη ότι «η ελληνική οικονομία έχει πρόβλημα προσφοράς και όχι ζήτησης». Σύμφωνα με το υπουργείο Οικονομικών, η ιδιωτική κατανάλωση στην Ελλάδα, ακόμη και σήμερα, αποτελεί το 70,6% του ΑΕΠ, έναντι μέσου όρου 56,7% στην Ευρωζώνη. Κατηγορούν τον ΣΥΡΙΖΑ για «εσφαλμένη θεώρηση της λειτουργίας της οικονομίας και της πηγής των σημερινών προβλημάτων», ενώ η διάσταση των απόψεων καταγράφεται σε ό,τι αφορά τη λογιστική αποτίμηση του «δημοσιονομικού κόστους» που θα προκύψει από την εφαρμογή των λεγόμενων προτάσεων ΣΥΡΙΖΑ. Εν ολίγοις, το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης λέει ότι η αύξηση της κατανάλωσης θα ενισχύσει τις εισαγωγές από τα άλλα κράτη, θα διογκώσει τα εμπορικά ελλείμματα και το κρατικό χρέος.

Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι στη μεταξύ τους διαπάλη κυριαρχούν τα ζητήματα που αφορούν τις υποθέσεις των ντόπιων επιχειρηματικών ομίλων, όπως η αξιοποίηση των κονδυλίων του ΕΣΠΑ, ο τρόπος διαχείρισης των «κόκκινων» επιχειρηματικών δανείων στις τράπεζες (είναι και μέτρο ανόρθωσης του τραπεζικού συστήματος, λέει ο Δραγασάκης του ΣΥΡΙΖΑ), σε συνδυασμό με τη διαμόρφωση υποστηρικτικών μηχανισμών για τη διοχέτευση φτηνής χρηματοδότησης προς τις επιχειρήσεις. Στην ίδια λογική εντάσσονται και οι εκατέρωθεν σχεδιασμοί σχετικά με τις λεγόμενες «αναπτυξιακές» τράπεζες και τα άλλα χρηματοδοτικά εργαλεία για τους επιχειρηματικούς ομίλους.

Ο ΟΟΣΑ, από την πλευρά του, στην ενδιάμεση έκθεση που δημοσιοποιήθηκε την περασμένη βδομάδα τονίζει: «Η ανάπτυξη στην Ευρωζώνη παραμένει αδύναμη και αυτό ενέχει τον κίνδυνο μιας παρατεταμένης στασιμότητας, εάν δεν ληφθούν περαιτέρω μέτρα για την ενίσχυση της ζήτησης». Παράλληλα, «καλωσορίζονται» τα πρόσφατα μέτρα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, στην κατεύθυνση της «ποσοτικής χαλάρωσης». Επιπλέον, επισημαίνεται: «Με δεδομένη την αδυναμία της ζήτησης, οι ευρωπαϊκές χώρες πρέπει επίσης να χρησιμοποιήσουν στον πλήρη βαθμό την ελαστικότητα που προβλέπεται από τους δημοσιονομικούς κανόνες στην ΕΕ». Είναι χαρακτηριστικό ότι όλες οι παραπάνω επισημάνσεις του ΟΟΣΑ, οργανισμού που έχει πρωτοστατήσει στο μέτωπο των αντιλαϊκών καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, στις οποίες συμπίπτουν και άλλα αστικά κέντρα και επιτελεία, περιλαμβάνονται καταλεπτώς και στις τοποθετήσεις των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ.

Βεβαίως σ' αυτές τις αντιπαραθέσεις καθρεφτίζονται και οι ενδοαστικοί ανταγωνισμοί σε κάθε κράτος - μέλος της ΕΕ και οι ενδοευρωενωσιακοί ανταγωνισμοί για το μείγμα διαχείρισης, αλλά και οι ανταγωνισμοί ανάμεσα στα ισχυρά καπιταλιστικά κράτη στη διεθνή αγορά.

Επίθεση διά «πυρός και σιδήρου» στο λαό

Ανάλογες κραυγαλέες ομοιότητες σχετικά με τη διαμόρφωση του «κατάλληλου» μείγματος πολιτικής προκύπτουν και από πρόσφατη έκθεση του ομίλου της Τράπεζας Πειραιώς. Χαρακτηρίζουν «συστηματικά μη ρεαλιστική» την προσέγγιση της Κομισιόν και του ΔΝΤ, που προβλέπουν «έκρηξη των επενδύσεων του ιδιωτικού τομέα». Σύμφωνα με την Τράπεζα Πειραιώς, καθοριστικοί παράγοντες είναι τα πραγματικά επιτόκια, τα οποία προσδιορίζουν το κόστος του κεφαλαίου, καθώς και η εσωτερική ζήτηση, η οποία επηρεάζει την απόδοση του κεφαλαίου, δηλαδή την κερδοφορία. Σε αυτό το πλαίσιο, προτείνουν μέτρα άμεσης βελτίωσης σε συνδυασμό με το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, δηλαδή τη διοχέτευση κρατικού χρήματος στους επιχειρηματίες. Ουσιαστικά θέλουν πιο φτηνά επιτόκια δανεισμού τους (διεκδικούν χρήμα από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα), ταυτόχρονα με τόνωση της ζήτησης για αύξηση του τζίρου των επιχειρήσεων και των κερδών. Τονίζουν την ανάγκη προσαρμογής των ελληνικών επιχειρήσεων σε «συνθήκες μειωμένης εσωτερικής ζήτησης, η οποία θα πρέπει να αναπληρωθεί από την αύξηση των εξαγωγών». Προτάσσουν την ανάγκη επαναπροσανατολισμού από κλάδους που βασίζονται στην εσωτερική ζήτηση (οικοδομή, λιανικές πωλήσεις κ.ά.) σε κλάδους με εξαγωγικό προσανατολισμό. Επισημαίνουν ακόμη ότι σε «αντιπληθωριστικό περιβάλλον» η βελτίωση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων δεν μπορεί να επιτευχθεί με αυξήσεις τιμών, αλλά με την αύξηση του όγκου των πωλήσεων.

Σε κάθε περίπτωση, οι λύσεις σε όφελος του κεφαλαίου, ανεξάρτητα από το μείγμα πολιτικής, σημαίνουν πολιτική επίθεσης «διά πυρός και σιδήρου» στα λαϊκά στρώματα. Το μέλος του ΔΣ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) Μπ. Κερέ και ο υφυπουργός Εργασίας της Γερμανίας, Γ. Ασμουνσεν (με τον οποίο συναντήθηκε τις προάλλες οικονομικό επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ), σε κοινό άρθρο τους (δημοσιεύθηκε την περασμένη βδομάδα στη γαλλική εφημερίδα «Les Echos») επισημαίνουν: Η ολοκληρωμένη στρατηγική για την αποκατάσταση της ανάπτυξης πρέπει να λάβει υπόψη τις αδυναμίες των κρατών - μελών της Ευρωζώνης, με όρους προσφοράς και ζήτησης και να αποτελέσει ένα συνδυασμό νομισματικής, δημοσιονομικής πολιτικής και μεταρρυθμίσεων. Σε τελική ανάλυση, η πρόταση αφορά τη διαμόρφωση μείγματος πολιτικής προσαρμοσμένου στην εκάστοτε συγκυρία και στις ιδιαίτερες ανάγκες των αστικών τάξεων του κάθε κράτους - μέλους, ταυτόχρονα με την κλιμάκωση των αντεργατικών μέτρων για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας του κεφαλαίου. Αρα από το εκάστοτε μείγμα απορρέει βαθιά αντιλαϊκή πολιτική.


Α. Σ.




Διαβάστε στο «Ρ»

Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org