ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 21 Σεπτέμβρη 2003
Σελ. /24
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΔΙΗΓΗΜΑ
Του Βασίλη ΦΥΤΣΙΛΗ

Ο Βασίλης Φυτσιλής γεννήθηκε στη Σέκλιζα της Καρδίτσας, το 1927. Από τους νεαρότερους ΕΠΟΝίτες, ανήκει στη νεότερη γενιά της Αντίστασης 1941-1944. Πριν προλάβει να τελειώσει το Γυμνάσιο, υποχρεώθηκε να ξαναπάρει το «δρόμο του βουνού» και κατατάχθηκε στο Δημοκρατικό Στρατό. Πιάστηκε αιχμάλωτος, στο πέρασμα της Νιάλας, τον Απρίλη του 1947. Καταδικάστηκε σε ισόβια δεσμά και έμεινε στη φυλακή και στα ξερονήσια συνολικά δώδεκα χρόνια. Είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και Α' Αντιπρόεδρος του κεντρικού ΔΣ της ΠΕΑΕΑ. Εργα του: «Το γιοφύρι» - μυθιστόρημα, «Φυλακισμένα Τραγούδια» - ποιήματα, «Φωνές απ' τα σίδερα» - ποιήματα, «Κουβέντες του Κυνηγιού» - διηγήματα, «Βαγγελίτσα Κουσιάντζα» - ιστορικό/ βιογραφικό, «Ο Τσιριφλίνος» - παιδικό παραμύθι, «Θρήνος και Τραγούδι για το μικρό Καπετάνιο» - ποιητική σύνθεση, «Γιασμίνα» - μυθιστόρημα, «Ο Σιδέρης και το κακό αφεντικό» - παραμύθι, «Κουβεντιάζοντας με τον Γιάννη» - μαρτυρία, «Στους δρόμους του αγώνα» - αυτοβιογραφική μαρτυρία (2 τόμοι), «Διακριτικά» - χρονογραφήματα από τις σελίδες του «Ριζοσπάστη» (έκδοση της «Σύγχρονης Εποχής»).


Το γιοφύρι

Β. Παπαγεωργίου

Ο παππούς ο μπαρμπα-Στέργιος, πρωί πρωί, έδωσε τις τελευταίες ορμήνιες του στον παραγιό του, τον Σταυρή, τον άφησε στο πόδι του να προσέχει το κοπάδι κι αυτός κατέβηκε από το βραδινό γρέκι κάτω, στο μαντρί, στη ρεματιά του Καράμπαλη.

Εριξε σε μια άκρη της καλύβας τη βαριά τραγόκαπα, πέρασε στο ένα χέρι το καινούριο ταλαγάνι του, φόρεσε τη σκούφια του λεβέντικα και ξεκίνησε όλο χαρά, κατηφορίζοντας τη στενή γιδόστρατα, άκρη άκρη στη ρεματιά. Τα ήμερα μάτια του χαμογελάνε κάθε τόσο καλοσυνάτα και κάπου κάπου ακούγεται η κουβέντα που πιάνει μισοφωναχτά με τον εαυτό του.

- Εεμ..., θα περάσουμε κι απ' το καινούριο το γιοφύρι σήμερα, τι θαρρείς... Βδομήντα χρόνια... Μια ζωή πλατσανούσαμε στο έρμο το παλιοπόταμο... Χύνονταν να μας πνίξει κάθε χειμώνα. Και πόσες φορές δε μας άφηκε νηστικούς...

Υστερα, θυμήθηκε πάλι τη δουλιά που του σκάρωσαν, πέρσι ακόμα, τρεις από κείνους τους παμπόνηρους γαβριάδες με τα κουρεμένα κεφάλια, που παν στο δάσκαλο και μαθαίνουν τα γράμματα.

Περνούσε το ποτάμι, πάνω στα ξυλοπόδαρα, και με τα μισοφαφούτικα σαγόνια του κρατούσε το μπακιρένιο κακάβι με το φαΐ, δαγκωμένο απ' το αρβάλι. Μόλις προχώρησε κι έφτασε στη μέση του ποταμιού, οι τρεις πιτσιρίκοι ζύγωσαν, παίζοντας τάχα άκρη άκρη στην ποταμιά, και ο ένας του έριξε την πεπονόφλουδα.

- Τι καλό φασί έχεις στο κακάβι, παππού Στέργιο;

- Φασού... Αϊ... άι γαμώ τον αντισταυρό σας, μπάσταρδα του κιαρατά!

Πλατσούνισε φουρκισμένος μέσα στα νερά και γύρισε πίσω, σβαρνίζοντας μαζί του και τα ξυλοπόδαρα, για να κυνηγήσει τους γαβριάδες. Καθώς είχε ανοίξει το στόμα του να μιλήσει, το κακάβι γλίστρησε από τα δόντια του και βούτηξε μέσα στο νερό, μαζί με τα φασούλια.

- Εεχ, ζερζεβούλια του διαόλου... χαμογελάει τώρα σα μικρό παιδί ο παππούς ο μπαρμπα-Στέργιος.

- Τώρα, θα μου πεις, τι σου φταιν τα τσέλιχνα; Συνέχισε την κουβέντα με τον εαυτό του. Αυτά να παίξουν θέλουν.

Αλλά, τώρα όμως; Α χα! Τώρα, να κι εγώ. Θα περνάω κράπα - κρούπα με τα τσαρούχια μου απάνω στο γιοφύρι, με το κακάβι στο χέρι. Και ματαελάτε να με γελάσετε, τζιτζίρια του διαόλου...

Πραγματικά, το γιοφύρι της Πλατανίτσας είναι πια έτοιμο! Μια ψηλόλιγνη δοξαρωτή καμάρα έζεψε τις δυο όχθες του ποταμιού με τα μεγάλα σκέλια της. Το λιγοστό νεράκι, σαν νικημένος πολεμιστής, περνάει τώρα κάτω απ' τη θριαμβική αψίδα, δηλώνοντας την υποταγή του στο νικητή, στη δύναμη και τη θέληση του ανθρώπου.

Η ιδέα ήταν του Αντρέα, του νεαρού γραμματέα της ΕΠΟΝ. Ενα γιοφύρι στο ποτάμι της Πλατανίτσας, να ενώσει το χωριό τους με τα πέρα βοσκοτόπια, με τα γιδομάντρια και τους τσομπαναραίους, που πολλές φορές, το χειμώνα με τις μεγάλες κατεβασιές, έμεναν μέρες αποκομμένοι, χωρίς ψωμί και χωρίς ζωοτροφές για τα κοπάδια τους.

Το συζήτησαν, σε κοινή σύσκεψη με τους μεγάλους, του ΕΑΜ και του Κόμματος. Συμφώνησαν όλοι να βοηθήσουν, να γίνει πραγματικότητα ένα έργο, που ήταν όνειρο γενιών και γενιών της Πλατανίτσας.

Απ' το Αρχηγείο Αγράφων, του ΕΛΑΣ, τους έστειλαν τον Αντώνη, έναν Ιταλό αντιφασίστα, πολιτικό μηχανικό, που δραπέτευσε νύχτα απ' τη φρουρά της Καρδίτσας και πήγε με τους αντάρτες. Αυτός πήγε επί τόπου στο ποτάμι, μελέτησε το μέρος και διάλεξε μια κατάλληλη θέση, ανάμεσα στο βράχο της Σπηλιάς και στο Παλιομονάστηρο.

Και ρίχτηκαν αμέσως όλοι με τα μούτρα στη δουλιά, ο καθένας με την τέχνη και την ειδικότητά του. Ο μπαρμπα-Κώστας, ο ασβεστάς, έβαλε μπρος το παλιό ξεχασμένο ασβεστοκάμινο και τους έφτιασε ασβέστη, όσο χρειάζονταν για το γιοφύρι κι ακόμα παραπάνω. Ασβεστόπετρα έχει μπόλικη το Πετροβούνι της Πλατανίτσας και μ' αυτή σμίλεψαν ένα ένα τ' αγκωνάρια, για τις βάσεις και την καμάρα του γιοφυριού. Ακόμα και τα παιδιά έμαθαν απ' τον πρωτομάστορα την τέχνη του πετροπελεκητή και σμίλευαν κι εκείνα με τα καλέμια τους τα αγκωνάρια, σκαλίζοντας στο τέλος απάνω στην πέτρα και τα ονόματά τους: Αντρέας, Θωμάς, Λεωνίδας, Θοδωρής.

Και νάτοι, σήμερα, οι Πλατανιτσιώτες, μαζεμένοι όλοι στην από δώθε άκρη του γιοφυριού, για τα εγκαίνια. Πολλοί, φοράνε ακόμα και τα γιορτινά τους, όπως κατέβηκαν απ' την εκκλησία, όπου μόλις τελείωσε ο παπάς τη λειτουργία του. Ο παπα-Φώτης είχε μαζί του και το πετραχήλι, και το μπακρατσάκι με τον αγιασμό. Επέμενε πολύ ο παπα-Φώτης. «Πρώτ' απ' όλα, δοξολογία και αγιασμός»!

Τον αγώνα και το ευαγγέλιο, τα είχε τοποθετημένα στο ίδιο ύψος ο παπα-Φώτης, ο παπάς της Πλατανίτσας, με το κόκκινο, μυτερό γενάκι. «Είμαι λειτουργός του Υψίστου και του ιερού Ευαγγελίου, αλλά και λειτουργός του εξίσου ιερού Αγώνα μας!», έλεγε με θέρμη και περηφάνια για το διπλό του λειτούργημα ο παπα-Φώτης, ο πρόεδρος της Εθνικής Αλληλεγγύης στην Πλατανίτσα και στα γύρω χωριά.

Του Αντρέα δεν του πολυάρεσε να κάνουν τα εγκαίνια του γιοφυριού με δοξολογίες και διαβάσματα παπαδίστικα.

- Μα, τι, μωρέ Θανάση, έλεγε στον Γραμματέα της Οργάνωσης του Κόμματος, με θυμιατά και βραγγαλίδια θα εγκαινιάσουμε το γιοφύρι;..

Ο Κωστούλας, ο δάσκαλος, παλιός Ακροναυπλιώτης, που ήταν τώρα ο περιφερειακός καθοδηγητής τους και βρέθηκε σήμερα μαζί τους, τον χτύπησε ελαφρά στον ώμο.

- Δεν πειράζει, σύντροφε. Οι προλήψεις και η καθυστέρηση στον τρόπο σκέψης των ανθρώπων δεν εξαλείφονται έτσι μεμιάς. Μπορείς, μέσα σε μια νύχτα, να ανατρέψεις ένα παλιό, σαπισμένο καθεστώς, όμως πολλά κουσούρια του θα τα σέρνεις αναγκαστικά μαζί σου για πολύ καιρό.

Εν τω μεταξύ, ο παπα-Φώτης είχε φορέσει κιόλας το πετραχήλι του κι άρχισε τη δοξολογία, με χαρούμενη, γιορταστική φωνή. Βούτηξε ύστερα το ματσάκι του βασιλικού μέσα στο χαλκωματένιο μπακρατσάκι και ράντισε πρώτα το γιοφύρι, τινάζοντας τον αγιασμό ως απάνω στη μέση της καμάρας του κι ύστερα όλους τους Πλατανιτσιώτες, που στέκονταν τριγύρω του σιωπηλοί και περήφανοι.

- Λόγο, λόγο! Ο Αντρέας, λόγο! Φώναξαν χαρούμενα όλα μαζί τα παιδιά, μόλις τέλειωσε ο παπάς τον αγιασμό του. Τον έπιασαν δυο-τρεις, και τον ανέβασαν σηκωτό, ψηλά στο παραπέτο της γέφυρας. Εκείνος στάθηκε για λίγο αμήχανος, πάνω στο πέτρινο πεζούλι. «Τι να πω τώρα...», σκεφτόταν από μέσα του. «Μήπως έχουμε ξανακάνει εγκαίνια γεφυριού, για να ξέρω τι λένε σε τέτοιες περιπτώσεις...». Ομως, η επιδέξια γλώσσα κατάφερε να ξεγλιστρήσει απ' το δύσκολο ξεκίνημα και βρήκε λόγια χαρούμενα και γιορταστικά, για να τελειώσει τη σύντομη ομιλία της.

- Τη χαρά μας και την περηφάνια μας δεν την κρύβουμε. Το γιοφύρι εμείς το φτιάξαμε, με τα χέρια μας. Και οι πέτρες του δικές μας είναι. Αποδώ, απ' τη ράχη του Αϊ-Λιά, τις ξεκολλήσαμε με τους κασμάδες μας. Δικός μας είναι και ο ασβέστης που βάλαμε. Ας είναι καλά ο μαστρο-Κώστας κι όλα τα παιδιά, κι όλοι εσείς που βοηθήσατε. Και το λίγο τσιμέντο που χρειαστήκαμε κι αυτό δικό μας. Με τα χέρια τους το άρπαξαν τα παλικάρια του ΕΛΑΣ, μέσα απ' τα γερμανικά συρματοπλέγματα. Ακόμα κι ο καλός μας φίλος, ο Αντόνιο, που έκανε όλο το σχέδιο και δούλεψε ακούραστα μαζί μας, κι αυτός δικός μας είναι. Ας του πούμε, την ώρα τούτη, ένα μεγάλο «ευχαριστώ» και ας του ευχηθούμε να γυρίσει γρήγορα στην όμορφη πατρίδα του.

Αλλά δεν είναι μονάχα το γιοφύρι ετούτο, που είχαμε να φτιάξουμε στην Πλατανίτσα. Μας περιμένει ακόμα πολλή δουλιά, μα θα τα φτιάξουμε όλα. Μαζί με τη λευτεριά που ορκιστήκαμε να φέρουμε στην πατρίδα μας, θα φέρουμε και στην Πλατανίτσα την πρόοδο και τον πολιτισμό. Την Πλατανίτσα θα την κάνουμε νυφούλα! Την Πλατανίτσα μας θα την κάνουμε παράδεισο, είπε, και πήδησε απ' το πέτρινο πεζούλι, μέσα σε μια βροχή από χειροκροτήματα.

Ο Αντόνιο πήγε πρώτος κοντά του και του έπιασε συγκινημένος τα χέρια μέσα στα δικά του. Υστερα ανέβηκε κι αυτός και στάθηκε στο ίδιο πεζούλι, εκεί που στεκόταν πριν από λίγο ο Αντρέας, κάνοντας νόημα με τα χέρια του στον κόσμο, να ησυχάσει.

- Μουσολίνι.., είπε βουρκωμένος, απευθυνόμενος στους χωριανούς. Μουσολίνι, στείλει Αντόνιο Ελλάντα, σκοτώσει όλο Ελληνοι, παιντιά, μαμά, όλο. Μα, Αντόνιο ντεν κσέρει σκοτώσει παιντιά. Αντόνιο κσέρει φιάσει γκέφυρα Πλατανίτσα, μαζί με όλο παιντιά. Αντώνιο αγκαπάει Ελλάντα. Κάτω φασίσμο! Εβίβα κομμουνίσμο ε λα λιμπερτά! φώναξε, σηκώνοντας γροθιά το χέρι του, και πήδησε απ' το πεζούλι.

- Αϊντε, στεργιωμένο, σαν τα ψηλά βουνά! Φώναξε με φωνή χαρούμενη ο μπαρμπα-Κοσμάς, ο Γραμματέας του ΕΑΜ, σηκώνοντας ψηλά το δεξί του χέρι, που κρατούσε ένα μικρό ψαλίδι. Υστερα έκοψε τη θαλασσιά κορδέλα, που ήταν δεμένη απ' το ένα παραπέτο στο άλλο και έφραζε το πέρασμα του γιοφυριού.

Τα αετόπουλα, που στέκονταν ως εκείνη τη στιγμή παραταγμένα με τάξη και σοβαρότητα, δίπλα στα παραπέτα του γιοφυριού, έσπασαν ξαφνικά την παράταξή τους και όρμησαν όλα μαζί απάνω στο κατάστρωμα, ανεμίζοντας ψηλά, σα φλάμπουρα, τα ξύλινα ντουφεκάκια τους. Η σφυρίχτρα του Αλέξη, του αρχηγού τους, που προσπαθούσε να επιβάλει την τάξη στο «στρατό» των πιτσιρίκων, πνίγηκε μέσα στο ποδοβολητό και στα χαρούμενα ξεφωνητά των παιδιών.

Ο παππούς ο μπαρμπα-Στέργιος έφτασε στην πέρα άκρη του ποταμιού, πριν ακόμα σκορπίσει ο κόσμος που είχε μαζευτεί στο γιοφύρι, για τα εγκαίνια. Προχώρησε, με την αγκλίτσα του στο χέρι, με το καινούριο ταλαγάνι του κρεμασμένο με το ένα μανίκι απ' τον ώμο και στάθηκε απάνω στην καμάρα, στο ψηλότερο σημείο του γιοφυριού. Με μια αργή, τελετουργική κίνηση, έβγαλε τη σκούφια του και την κράτησε στο ένα χέρι. Το κάτασπρο κεφάλι του φάνταζε σαν χιονισμένη βουνοκορφή, καθώς στάθηκε εκεί στη ράχη του γιοφυριού, κάτω απ' το λαμπερό ήλιο του Οχτώβρη, που είχε ζυγιαστεί μεσούρανα. Σήκωσε το δεξί του χέρι και έκανε το σταυρό του, στρέφοντας το βλέμμα του κατά τον ουρανό.

- Δόξα σε σένα, μεγαλοδύ...

Σταμάτησε απότομα! Η παλιά, χιλιοειπωμένη φράση, κόπηκε ξαφνικά στη μέση, δαγκωμένη, μέσα στα βαριά, χοντροκόκαλα σαγόνια του. Ενα αίσθημα βαθιάς ντροπής, ανακατωμένο με μια δυνατή συγκίνηση, τον κυρίεψε.

- Τι λέω;.., είπε από μέσα του. Ποιον δοξάζω τώρα εγώ... Και για ποιον κάνω το σταυρό μου;..

Εμεινε για λίγο με τα τρία δάχτυλα του χεριού του ακουμπισμένα σμιχτά πάνω στο χαρακωμένο κούτελο, με τα μάτια καρφωμένα αόριστα, πέρα στην καταγάλανη απεραντοσύνη. Υστερα γύρισε το κάτασπρο σαν προφητικό κεφάλι του κατά τον κόσμο, άπλωσε και τα δυο του χέρια ανοιχτά, και φώναξε δυνατά με τη βαριά φωνή του:

- Δόξα σ' εσάς, ωρέ! Και γεια στα χέρια σας, καραπουτσαράδες!

Προχώρησε προς τους χωριανούς του, κατηφορίζοντας πάνω στο καμπουρωτό κατάστρωμα του γιοφυριού, με την αγκαλιά του ανοιχτή, κουνώντας στο ένα χέρι του την αγκλίτσα, σαν σημαία. Τα δάκρυα, χοντρές σταλαγματιές, αυλάκωναν τα ζαρωμένα μάγουλά του και χάνονταν μέσα στα άσπρα γένια του. Δεν προσπαθούσε καθόλου να τα κρύψει.

Και το λίγο νεράκι του ποταμιού, ήσυχο και γαργαριστό, κυλούσε πάνω στις άσπρες ποταμόπετρες, κάτω απ' την ψηλόλιγνη καμάρα, μουρμουρίζοντας κάτι σαν τραγούδι σιγανό, σαν έναν ύμνο δοξαστικό, για τη δουλιά και για τα χέρια του λεύτερου ανθρώπου, του Δημιουργού.

(Από το βιβλίο, «Το γιοφύρι»)


του
Βασίλη ΦΥΤΣΙΛΗ
Α΄ Αντιπροέδρου του κεντρικού ΔΣ της ΠΕΑΕΑ και μέλους της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org