ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 21 Μάρτη 2004
Σελ. /24
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΔΙΗΓΗΜΑ
Του Τάσου ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ

Ο Τάσος Αυγερινός γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Νέα Ιωνία του Βόλου. Οταν αποφοίτησε από το 1ο Γυμνάσιο της πόλης, έφυγε από τη γενέτειρά του και ήρθε στην Αθήνα όπου σπούδασε στην «Πάντειο». Παράλληλα, όμως, με τις σπουδές του άρχισε να ασχολείται και με τη δημοσιογραφία.

Στα σαράντα χρόνια της επαγγελματικής του διαδρομής στον Τύπο εργάστηκε σε πολλές ημερήσιες αθηναϊκές εφημερίδες ως ρεπόρτερ, ανασυντάκτης κειμένων (ριράιτερ), σχολιαστής και χρονογράφος. Από το 1974 μέχρι το τέλος του 2002 υπήρξε συντάκτης του «Ριζοσπάστη». Στις αρχές του φετινού χρόνου συνταξιοδοτήθηκε, αλλά εξακολουθεί να γράφει στο «Ρ».

Αυτές τις μέρες κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» η συλλογή διηγημάτων του με τον τίτλο «Το καραβάνι των γυμνών».


Το κόκκινο φόρεμα

Β. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Ηταν ένα άθλιο φόρεμα από φτηνό ύφασμα, τριμμένο σε πολλές μεριές και μακρύ σαν ράσο. Αυτό το μισοτελειωμένο και αστείο φουστάνι μαζί με μια καρικωμένη νυχτικιά και μια σκοροφαγωμένη μάλλινη ζακέτα ήταν όλα κι όλα τα ρούχα που περιείχε το δέμα που πήρε η εργάτρια Φανή από τη «νομαρχιακή επιτροπή ενισχύσεως απόρων».

Η Φανή ένιωσε ένα κύμα οργής να την πλημμυρίζει, όταν είδε τα τρία άχρηστα αποφόρια και μονομιάς άρπαξε τη νυχτικιά και τη ζακέτα και τις πέταξε σ' ένα καλάθι με διάφορα κουρέλια. Τι να τα έκανε να τα κρατήσει; Τέτοια ράκη είχε και η ίδια ένα σωρό! Και αν ήξερε τι υπήρχε στο δέμα δε θα στηνόταν τρεις ώρες στην ουρά, για να το πάρει, ούτε θα έλεγε «ευχαριστώ» σ' αυτούς που της το έδωσαν.

Αφού, λοιπόν, πέταξε τη ζακέτα και τη νυχτικιά η Φανή, ετοιμάστηκε να κάνει το ίδιο και με το φόρεμα, γιατί μαύρο χάλι σαν τα άλλα δύο αποφόρια είχε κι αυτό. Παλιό, άχαρο και μ' ένα έντονο κόκκινο χρώμα που έβγαζε μάτι, τι να το έκανε; Φοριόταν; Ασφαλώς όχι. Αν το έβαζε και έβγαινε έξω θα έμοιαζε σίγουρα με πασχαλινό αυγό και δε θα γλίτωνε με τίποτε τα χάχανα του κόσμου. Φτου, να πάρει η ευχή, φτου, που αυτό το κουρέλι δεν είχε τουλάχιστον ένα άλλο χρώμα για να το κρατήσει. Γιατί, έπρεπε να το ομολογήσει, πως ένα δεύτερο φόρεμα για τη δουλιά τής χρειαζόταν οπωσδήποτε. Πόσο θα άντεχε ακόμη εκείνο το ένα και μοναδικό λαδί φουστάνι με το οποίο πήγαινε κάθε μέρα στο εργοστάσιο; Σαν τσιγαρόχαρτο είχε γίνει από το πλύνε - βάλε και ελάχιστα ήταν πλέον τα ψωμιά του.

Επιασε, λοιπόν, η Φανή το κόκκινο «δώρο» για να το πετάξει, αλλά, πριν το ρίξει στο καλάθι, κοντοστάθηκε και βάλθηκε να το ξανακοιτάξει από εδώ και από εκεί και, αφού αρκετή ώρα το εξέτασε και πολύ αμφιταλαντεύτηκε, αποφάσισε τελικά να το κρατήσει. «Κόκκινο, ξεκόκκινο - είπε - σαν τη φορεσιά της Κοκκινοσκουφίτσας ή σαν την μπέρτα του Αη - Βασίλη εγώ θα το κρατήσω, για να το μεταλλάξω με το λαό. Και καταλήγοντας σ' αυτή τη γενναία απόφαση η Φανή, πήρε το άχαρο φουστάνι και βάλθηκε να το φέρει στα μέτρα της, τουλάχιστον για να μην της είναι μακρύ σαν κελεμπία.

Κι όπως βελόνιαζε τη ρόμπα, καταριόταν συνέχεια την απέραντη φτώχειας της που την είχε αναγκάσει να μαζεύει τα κουρέλια από τα δέματα που έρχονταν από την Αμερική ως «βοήθεια» για τους άπορους στην Ελλάδα.

- Για ζητιάνους μας έχουν και μας στέλνουν από την Αμέρικα αυτά τα σκοροφαγωμένα αποφόρια; μουρμούριζε. Κι αυτοί εδώ, οι δικοί μας δεν ντρέπονται που μας τα μοιράζουν; Πού να βρουν όμως την ντροπή και την τσίπα οι διανεμητές μας; Αυτοί, όπως διαδίδεται από πολλούς, είναι τόσο αχρείοι, ώστε ψαχουλεύουν τα δέματα, όταν έρχονται απ' έξω κι ό,τι καλό βρίσκουν το ξαφρίζουν και δίνουν τελικά σ' εμάς μόνον ό,τι είναι για πέταμα.

Ανάθεμα, μωρέ, στη φτώχεια μας που μας αναγκάζει να δεχόμαστε αυτή την εξευτελιστική βοήθεια. Ανάθεμα στον πόλεμο που μας ρήμαξε και ανάθεμα σ' αυτούς που πήραν τώρα στα χέρια τους τα ηνία της χώρας και φροντίζουν μόνο να γίνουν κάποιοι λίγοι, μαυραγορίτες συνήθως της κατοχής, μεγάλοι και τρανοί κι εμάς, τους φτωχούς, μας έχουν παραπεταμένους. Μεροδούλι μεροφάι εμείς. Δουλιά εξοντωτική στις φάμπρικες και τις επιχειρήσεις των αφεντικών και το μεροκάματό μας λειψό, κλεμμένο. Ούτε για φαγητό δε φτάνει καλά καλά, όχι, για να ντυθούμε κιόλας. Γι' αυτό στηνόμαστε στην ουρά σαν τους ζητιάνους να μας δώσουν κανένα δέμα. Αλλά και σ' αυτά σπάνια βρίσκουμε κάτι που να φοριέται. Φτου στην κοινωνία που δημιουργείται. Αλλον κόσμο ονειρευόμασταν, όταν αγωνιζόμασταν να απαλλαγούμε από το φασισμό και το ναζισμό, αλλά ξαναγυρίσαμε δυστυχώς στα παλιά: Στην εκμετάλλευση και την αδικία. Ωραία!

Εφερε, λοιπόν, η Φανή το φουστάνι στα μέτρα της και άρχισε από την επομένη να το φοράει στη δουλιά της. Θέλοντας, όμως, να περιορίσει τα σχόλια του κόσμου για την πανηγυριώτικη ρόμπα της δεν τη φορούσε σκέτη. Εβαζε από πάνω και μια καφέ ζακέτα, ώστε να κρύβεται ένα μέρος από το βαθυκόκκινο του φουστανιού. Αλλά και με αυτό το καμουφλάζ η καημένη δεν είχε κερδίσει πολλά πράγματα. Συχνά άκουγε χάχανα από πίσω της στο δρόμο και αισθανόταν άσχημα, αλλά συγκρατιόταν και δε γύριζε, για να διαολοστείλει όλους αυτούς που γελούσαν πίσω από την πλάτη της.

Είχε περάσει ένας χρόνος, αφότου η Φανή φορούσε το κόκκινο φουστάνι και το κουρέλι είχε αρχίσει να τρώει τα ψωμιά του. Σε πολλά σημεία είχε τριφτεί και φέγγιζε και καμιά μέρα θα ακουγόταν ξαφνικά ένα «χρατς» και θα άνοιγε. Και αν μεν σκιζόταν στο μανίκι ή έστω στην πλάτη μικρό το κακό. Αν όμως το έφερνε ο διάολος και σκιζόταν στο μπούστο ή τα οπίσθια και τύχαινε να είναι η Φανή εκείνη την ώρα στο δρόμο, πάει, ρεζίλι των σκυλιών θα γινόταν.

«Αλίμονό μου αν πάθω τέτοια λαχτάρα», αναλογιζόταν η καημένη η Φανή και περίμενε πώς και πώς να φτάσει το Πάσχα, οπότε με το δώρο που θα έπαιρνε, ίσως να κατόρθωνε να αγοράσει κανένα τσίτι. «Θα δώσω στον έμπορο - σκεφτόταν - μια προκαταβολή και θα το ξεχρεώσω με δόσεις».

Ετσι, βουτηγμένη στην ανέχεια περνούσε τη ζωή της η Φανή, αφού το φτηνό μεροκάματο που έπαιρνε στο εργοστάσιο, όπου δούλευε δεν έφτανε καλά καλά ούτε να φάνε αυτή και η ηλικιωμένη μάνα της.

Ολοι οι εργάτες, άντρες και γυναίκες, μουρμούριζαν, βέβαια, στη φάμπρικα για την εξοντωτική δουλιά και τα φτηνά μεροκάματα. Τι να έκανε όμως; Να ξεσηκώνονταν, για να ζητήσουν καλύτερους όρους εργασίας και καλύτερες αμοιβές; Πώς να γινόταν αυτό, όταν τα εργατικά σωματεία ήταν διαλυμένα, πολλοί συνδικαλιστές βρίσκονταν στις φυλακές και η Ασφάλεια καραδοκούσε να δει το παραμικρό, για να σε χαρακτηρίσει ως «αντεθνικώς δρώντα» και να σε στείλει στο στρατοδικείο ή στα ξερονήσια; Ασε, οι εποχές ήταν μαύρες. Τρόμος, βία και καταχνιά σ' όλη τη χώρα και ποιος ξέρει πότε θα άρχιζε να φωτίζει λίγο.

Την παραμονή του Ευαγγελισμού η Φανή έβγαλε από πάνω της το κόκκινο φόρεμα και το έβαλε μετά φόβου Θεού στη σκάφη. Στην κατάσταση που ήταν το φουστάνι - έτοιμο να σκιστεί - δε θα έπρεπε ασφαλώς να το μπουγαδιάσει. Το φορούσε όμως δύο μήνες και είχε πάρει άσχημη μυρωδιά. Δε μπορούσε, λοιπόν, να το αφήσει και άλλο άπλυτο. Ετσι το έβαλε στο νερό και, αφού το έτριψε ελάχιστα, το άπλωσε στη μικρή αυλή που υπήρχε μπροστά από το δωματιάκι τους για να στεγνώσει όλο το βράδυ.

Εννιά η ώρα το πρωί, την άλλη μέρα, ανήμερα δηλαδή του Ευαγγελισμού και της επετείου της Επανάστασης του 1821, η Φανή άκουσε δυνατά χτυπήματα στην πόρτα της σαν κάποιος να προσπαθούσε να τη σπάσει. Η μάνα της είχε πάει από νωρίς στην εκκλησία και η Φανή εκείνη την ώρα χουζούρευε ακόμη στο κρεβάτι της, μια κι ήταν αργία.

- Ποιος είναι, ποιος; ρώτησε η Φανή τρομαγμένη από τα δυνατά χτυπήματα.

Επειτα σηκώθηκε επάνω, έριξε μια τριμμένη ζακέτα στους ώμους της και πήγε να ξεκλειδώσει την πόρτα. Και μόλις άνοιξε, όρμησε μέσα σαν μαινόμενος ταύρος ένας υπενωματάρχης της Γενικής Ασφάλειας και άρχισε να την περιλούζει με βρισιές.

- Μωρή χαμένη, εσύ μένεις εδώ; της φώναξε αναψοκοκκινισμένος ο εισβολέας και πριν εκείνη προλάβει να απαντήσει, δέχτηκε νέα σφοδρή επίθεση.

- Γιατί, ρε βρώμα, το έκανες αυτό; Δεν ντράπηκες μια στάλα; Φτου σου, διαόλισσα, φτου σου σκατοβουλγάρα!

Η Φανή έμεινε για λίγο σύξυλη από την άγρια επίθεση του υπενωμοτάρχη κι όταν συνήλθε κάπως τον ρώτησε δειλά «τι είχε κάνει τάχα και ήταν έτοιμος να τη φάει»;

- Α, κάνεις και την ανήξερη εξωμότρια!, γάβγισε εκείνος. Τι είναι σήμερα, μωρή;

- Του Ευαγγελισμού.

- Και τι άλλο;

- Η επέτειος της 25ης Μαρτίου.

- Κι εσύ αυτή τη μέρα που γιορτάζει όλο το έθνος και κυματίζει παντού η γαλανόλευκη, ξέρεις τι έκανες, σκουλήκι; Αντί να βάλεις κι εσύ μια σημαία στο σπίτι σου, βγήκες και κρέμασες μια καταραμένη, μια κόκκινη παντιέρα. Τώρα όμως θα πληρώσεις ακριβά την άκρως αντεθνική ενέργειά σου. Θα σε χώσουμε μέσα, παλιομπολσεβίκα και δε θα ξαναδείς το φως του ήλιου!

Και πριν η Φανή προλάβει να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση, ο υπενωμοτάρχης την άρπαξε από τα μαλλιά και την έσυρε στο παμπάλαιο αστυνομικό τζιπ με το οποίο είχε βγει περιπολία.

- Μέσα, μέσα, χαμένη! φώναξε ο εξαγριωμένος καραβανάς της χωροφυλακής. Και μαζί με τη Φανή έριξε στο αυτοκίνητο και το μισοβρεγμένο κόκκινο φουστάνι, για να το προσκομίσει στο διοικητή του ως «τεκμήριο» της παρανομίας που είχε διαπράξει η συλληφθείσα!

Εξι ώρες κρατήθηκε η Φανή στο Τμήμα και ο διοικητής, άνθρωπος εξίσου φιλύποπτος, άγριος και μωρός, όπως ο υπενωμοτάρχης, την είχε όλο αυτό το διάστημα όρθια και τη βομβάρδιζε με ερωτήσεις. «Πού μένεις; Πού εργάζεσαι; Ποιους συναναστρέφεσαι; Ανήκες ποτέ σε οργάνωση; Πού βρήκες το ερυθρό φόρεμα; Γιατί το κρέμασες τέτοια μέρα έξω από το σπίτι; Γιατί δεν έχεις σημαία;».

Μια, δυο, τρεις, δέκα φορές οι ίδιες ερωτήσεις και όλο φρύαζε πιο πολύ ο διοικητής όσο δεν μπορούσε να αποσπάσει από την κρατούμενη την ομολογία που αυτός ήθελε. Οτι, δηλαδή, «επίτηδες κρέμασε αυτή την ημέρα της 25ης Μαρτίου το ερυθρό φόρεμα, για να λοιδορήσει αφ' ενός την εθνική εορτή και για να διατυμπανίσει αφ' ετέρου τις ανατρεπτικές ιδέες της».

Δεχόταν η Φανή τον καταιγισμό των ερωτήσεων και των απειλών του διοικητή και με το ζόρι συγκρατιόταν να μην του φωνάξει ότι είναι ηλίθιος με περικεφαλαία και παλιογούρουνο. Αν δε σκεφτόταν τα επακόλουθα που θα είχε η πράξη της για την απροστάτευτη μητέρα της, τότε σίγουρα θα ξεστόμιζε χίλια δυο κι ας την τσάκιζε στο ξύλο, ας την εκτόπιζε, ας την έκανε ό,τι ήθελε ο γαλονάς.

Η σκέψη της μητέρας της όμως την έκανε να συγκρατιέται και να επαναλαμβάνει στωικά ότι το κόκκινο φουστάνι ήταν από τα δέματα της αμερικάνικης «βοήθειας» και ότι δεν είχε πρόθεση να λοιδορήσει την εθνική επέτειο. «Ετυχε να πλύνω το φόρεμά μου αυτή τη μέρα, κύριε διοικητά - έλεγε. Πού να φανταστώ η καημένη ότι θα μπλέξω έτσι; Και για τη σημαία που με κατηγορείτε, τι να σας πω; Αφού δεν είχα λεφτά να πάρω ένα δικό μου φουστάνι, σημαία θα πήγαινα ν' αγοράσω; - Ψωμί δεν έχουν και τυρί αγοράζουν», έλεγε η μακαρίτισσα η γιαγιά μου για τους λωλούς. Κι εγώ δε λωλάθηκα ακόμα.

Από εδώ την είχε ο διοικητής την άτυχη Φανή, από εκεί την είχε, μέχρι που της τράβηξε δυο φορές και τα μαλλιά, αλλά καμιά ενοχοποιητική ομολογία δεν της απέσπασε. Πώς, λοιπόν, να την έστελνε στον εισαγγελέα, όπως επιθυμούσε διακαώς; Οχι, δεν μπορούσε να στηρίξει κατηγορία σε βάρος της και επομένως ήταν υποχρεωμένος να την αφήσει ελεύθερη, παρότι αυτός δεν πίστευε ούτε τόσο στην αθωότητά της. Και ενώ ο διοικητής υπέγραφε την απόλυση της συλληφθείσης, αναλογιζόταν με λύσσα «τι θέλει το ηλίθιο κράτος και έχει συστήσει τα δικαστήρια που απαιτούν μαρτυρίες, πειστήρια και έγγραφα για να καταδικάσουν κάποιον; Τέτοιες δουλιές πρέπει να τις κάνει μόνο η Αστυνομία, με τον τρόπο που αυτή ξέρει. Να συλλαμβάνει, δηλαδή, όποιους θεωρεί ύποπτους, να τους κλείνει κατευθείαν στη φυλακή και να τελειώνουν στο άψε - σβήσε όλα!»

Ετοιμος, λοιπόν, να σκάσει από το κακό του ο διοικητής, υπέγραψε την απόλυση της Φανής κι έπειτα γύρισε απότομα προς αυτήν και γρύλισε: «Εμπρός, φύγε από εδώ αμέσως! Χάσου να μη σε βλέπω! Πάρε και το παλιοφούστανό σου και δρόμο»!

Η Φανή βγήκε ταραγμένη και αηδιασμένη από το τμήμα. Οταν βρέθηκε στο δρόμο έφτυσε δυο φορές, για να ξεθυμάνει και σαν έφτασε σπίτι της δεν αποκάλυψε στη μητέρα της την περιπέτειά της. Δεν ήθελε να την κάνει να αναστατωθεί κι εκείνη.

- Ημουνα στη Μαρία, της είπε, και με την κουβέντα πέρασε η ώρα.

Και το κόκκινο φόρεμα τι απέγινε; Η Φανή το φόρεσε ως το Πάσχα, οπότε το έβγαλε οριστικά από πάνω της. Πριν το ρίξει όμως στο καλάθι με τα κουρέλια, έκοψε από το κάτω μέρος του φουστανιού ένα μεγάλο τετράγωνο κομμάτι, το πιο γερό που βρήκε, και το έκρυψε στο μπαούλο της. Το κράτησε για να θυμάται τη φτώχεια, τη βαρβαρότητα και τον παραλογισμό μιας μαύρης εποχής, αν βέβαια περνούσε ποτέ αυτή η εποχή.


Τάσος ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org