ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 20 Ιούλη 2003
Σελ. /20
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΔΙΗΓΗΜΑ
Ο Σταύρος Καλφιώτης

Ο Σταύρος Καλφιώτης γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε οικονομικές επιστήμες. Ως επιστήμονας και πνευματικός άνθρωπος ενδιαφέρεται και αγωνίζεται για τα εθνικά, κοινωνικά και πολιτικά πράγματα του τόπου μας. Την περίοδο 1941-'45, παίρνει μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Το 1967 διώχτηκε από τη δικτατορία και απολύθηκε από την υπηρεσία του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου.

Σειρά βιβλίων και άρθρων του γύρω από τον τουρισμό τον καθιέρωσαν ως θεμελιωτή της τουριστικής επιστήμης στη χώρα μας. Πολλές από τις εργασίες του έχουν δημοσιευτεί στη Γαλλία και στην Ιταλία. Εκτός από το χώρο της επιστήμης, έχει ασχοληθεί και με τα Γράμματα. Εχει δημοσιεύσει διηγήματα και έχει εκδώσει λογοτεχνικά βιβλία στον τομέα της ταξιδιωτικής πεζογραφίας.


Οι φαντάροι και τα ρολόγια

(αφιερωμένο στον φίλο μου Κώστα Βρυνιώτη)

Η ιδέα δεν ήταν δικιά μου. Στου Κώστα το μυαλό είχε φυτρώσει κι εκείνος την είπε και σε μένα. Ηταν ένα ανοιξιάτικο απόβραδο. Κει που αδειάζαμε το δεύτερο καραφάκι τσίπουρο, καθισμένος στο καφενεδάκι στην πλατεία της Ελασσόνας, ο Κώστας μου ξεφούρνισε: «Τι λες παίρνουμε κι εμείς κανένα ρολόι;». Κείνη τη στιγμή, ακούστηκε ένα κροτάλισμα πολυβόλου απ' τη Μελούνα, χαιρετισμός που μας έστελνε, κάθε που έπεφτε το νύχτωμα, ο καπετάν Καψάλης. Το είχαμε συνηθίσει και για κείνο δεν το κουνήσαμε, αν και ο λόχος είχε ξεσηκωθεί. Ετσι, συνεχίσαμε την κουβέντα μας για τα ρολόγια. Μέρες τώρα, είχα προσέξει πως σαν ο λοχαγός έβγαζε από την τσέπη του κείνο το ρολόι με την ασημένια αλυσίδα, ο Κώστας όλο και το κοίταζε επίμονα. Μα, δεν είχα δώσει και πολλή σημασία. Μια άλλη φορά, πάλι, με ρώτησε πώς μου φαινόταν το ρολόι που φορούσε στο χέρι ο επιλοχίας. Αλλά και τότε δεν κατάλαβα πού το πήγαινε. Τώρα όμως τα εξήγησα όλα, και τον ρώτησα πώς θα τα αγοράζαμε.

Δεν ξέρω, μου αποκρίθηκε, μα μην ξεχνάς πως για να μην έχουμε ρολόι, όλο και μας τη σκάνε στην αλλαγή της σκοπιάς. Και πραγματικά, αρκετές φορές, οι συνάδελφοι δεν είχαν έρθει στην ώρα τους. Κι ο Κώστας όλο και προσπαθούσε να βρει δικαιολογίες για να στηρίξει την πρότασή του να αγοράσουμε ρολόγια. Τελικά, πήραμε απόφαση να μαζέψουμε τα χρήματα και με την πρώτη ευκαιρία να πάμε στη Λάρισα να τ' αγοράσουμε. Ετσι, από κείνη τη μέρα κάναμε οικονομία, δεν πολυπηγαίναμε για τσίπουρο και ανοίγαμε κουβέντα για τα ρολόγια, αν θα είναι της τσέπης ή του χεριού. Μια νύχτα στον ύπνο μου ονειρεύτηκα πως φορούσα ένα ωραίο ρολόι στο χέρι, με φωσφόρο στους αριθμούς και πως στο κυνήγι που μας είχαν βάλει οι αντάρτες του ΔΣΕ, μια σφαίρα μού το έσπασε και ξεχύθηκαν από μέσα άντερα, πολλά άντερα, γιομάτα αίματα. Αγωνιζόμουν να τα μαζέψω, μα κείνα όλο γλιστρούσαν και πέφταν καταγής.

Φαίνεται πως φώναζα δυνατά, γιατί ο Κώστας με ξύπνησε και με ρώτησε, τι συμβαίνει και μουγκανίζεις στον ύπνο σου. Του είπα το όνειρο που είδα και το ρίξαμε στο γέλιο. Μερικές φορές, έπιανα με το αγκάθι του ματιού μου τον Κώστα να κουνάει το χέρι του, καθώς κάνουν αυτοί που θέλουν να δούνε την ώρα. Με κάτι τέτοια, οι μέρες κυλούσαν, ίσαμε που ήρθε η ποθητή μέρα. Είχαμε μαζέψει τα λεφτά, αλλά ο λοχαγός δεν έκανε κουβέντα να μας στείλει στη Λάρισα.

Ομως, όλα φαίνεται να γίνονται με τη σειρά τους. Ενα πρωί, χαράματα ακόμα, μας φωνάζει ο λοχαγός και μας δίνει διαταγή να πάμε στη Λάρισα, στη Μεραρχία για διάφορα υλικά του λόχου, κι ως το βράδυ να γυρίσετε πίσω. Αλλάξαμε στα πεταχτά ματιές, καθώς ο λοχαγός μάς έδινε οδηγίες, και κρυφογελούσαμε πονηρά από τη χαρά μας.

Η φάλαγγα για τη Λάρισα ξεκίνησε πρωί - πρωί. Τη διαδρομή αυτή την είχαμε κάνει πολλές φορές, μα τούτη τη φορά ο δρόμος μάς φαινόταν ατέλειωτος, λες και κάποιο μαγικό χέρι τον είχε τεντώσει. Τσιγάρο στο τσιγάρο, κουβέντα στην κουβέντα, φτάσαμε κάποια στιγμή στους στρατώνες της Λάρισας. Εδώ ήταν, που η αδημονία μας φούντωσε. Επρεπε να φορτώσουμε γρήγορα - γρήγορα, για να προφτάσουμε τα μαγαζιά ανοιχτά. Ηταν η μοναδική ευκαιρία για ν' αγοράσουμε τα ρολόγια, γιατί ποιος ξέρει πότε θα ξαναβλέπαμε πόλη.

Η βιάση μας ήταν τέτοια, που τελειώσαμε το φόρτωμα πολύ νωρίτερα από ό,τι λογαριάζαμε. Ετσι, είχαμε τώρα καιρό στη διάθεσή μας, για κείνο όταν κατεβήκαμε στην πλατεία ρωτήσαμε ποια ώρα κλείνουν τα μαγαζιά. Αργά, με το νύχτωμα, μας πληροφόρησε ένας συνάδελφος. Συνεχίσαμε το δρόμο μας, ψάχνοντας για ρολογάδικο. Ωστόσο, κοντοσταθήκαμε σ' ένα μαγέρικο, δίχως να βγάλουμε μιλιά, λες κι είχαμε συνεννοηθεί. Οι μυρουδιές που φτάσαν στα ρουθούνια μας παρακίνησαν τον Κώστα να πετάξει την κουβέντα: Τι λες, δεν μπαίνουμε να τσιμπήσουμε κάτι, μια και έχουμε ώρα μπροστά μας ακόμα; Δίχως να το καθυστερήσω, συμφώνησα και μια και δυο στρογγυλοκαθίσαμε σ' ένα τραπεζάκι και παραγγείλαμε κρέας κοκκινιστικό με πατάτες, τυρί, σαλάτα και τη σχετική μισή κρασί. Στερνά, παραγγείλαμε και μας έφερε λαγό στιφάδο και μισή οκά κρασί.

Σαν αποφάγαμε, ανάψαμε ένα τσιγάρο και παραγγείλαμε χαλβά με μπόλικη κανέλλα για ν' αποτελειώσουμε το κρασί. Πάνω στην κουβέντα, φέραμε στο νου μας εκείνο το καταραμένο κανόνι που έσκασε πάνω στη δοκιμή κι άφησε στον τόπο τον Σωτήρη, το λοχία και τα τρία φανταράκια. Μας πίκρανε πολύ τούτη η θύμηση. Μελαγχολήσαμε και αμίλητοι ριχτήκαμε σε κρύφιους λογισμούς. Υστερότερα, θυμηθήκαμε τα μούτρα που έκανε ο επιλοχίας, σαν τον διατάξανε να πάει ενέδρα τη νύχτα του Ευαγγελισμού και θα έχανε το γλέντι που είχε ετοιμάσει ο Βαγγέλης για τη γιορτή του. Η μια κουβέντα έφερνε την άλλη κι όλο το μάτι μας αντάμωνε στη ζωγραφιά με το ημερολόγιο που ήταν κρεμασμένο στον τοίχο. Βέβαια, εκείνο που τραβούσε το βλέμμα μας, δεν ήταν το ημερολόγιο, μα η φωτογραφία της κοπέλας με το μαγιό. Ομως, η ώρα δεν περίμενε και ο Κώστας μου λέει: Δε νομίζεις ότι πρέπει να πληρώσουμε και να πάμε ν' αγοράσουμε τα ρολόγια, γιατί δεν πρέπει ν' αργήσουμε κι η φάλαγγα θα φύγει. Ετσι κι έγινε, πληρώσαμε και φαγωμένοι, κεφάτοι και ανέμελοι, πήραμε το δρόμο για τα μαγαζιά.

Σε μια στιγμή, του λέω του Κώστα: Βρε, κάτι ξεχάσαμε, εμπρός, λοιπόν, πάμε να φάμε και κανένα γλυκό. Αυτό ήταν, ο Κώστας ενθουσιάστηκε με την πρόταση, γιατί είχαμε καιρό πολύ να φάμε καμιά πάστα και χωθήκαμε στο πρώτο ζαχαροπλαστείο. Οτι είχα βάλει στο στόμα μου την τελευταία μπουκιά από το ραβανί, το μάτι μου έπεσε στο ρολόι του μαγαζιού. Ανασηκώθηκα στο κάθισμα και μουγκάνισα: Ρε Κώστα, ξέρεις τι ώρα είναι, μόλις που θα προφτάσουμε τη φάλαγγα. Στα πεταχτά πληρώσαμε τα γλυκά και το βάλαμε στα πόδια. Οσο για τα ρολόγια, τα είχαμε αποξεχάσει ολότελα. Εκτοτε δεν ξανακάναμε κουβέντα. Αλλωστε, τι σημασία είχε ο χρόνος εκεί πάνω στα βουνά της Θεσσαλίας; Για μας, τίποτα δεν ξεχώριζε τη μέρα από τη νύχτα και τη νύχτα από τη μέρα, μήτε τη ζωή από το θάνατο και το θάνατο από τη ζωή. Καθώς αναπάντεχα είχαμε βρεθεί στο στόμα του λύκου, γυρεύαμε μια απόκριση για όλα τούτα που γίνηκαν κι αφήσανε μια πίκρα, θλίψη κι απόγνωση στην ψυχή μας. Προσπαθούσαμε να ξακρίσουμε μια ελπιδοφόρα προσδοκία κι ο νους κι η καρδιά μας ήταν στους αγωνιστές του ΔΣΕ.


Του
Σταύρου ΚΑΛΦΙΩΤΗ




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org