Ο Μπέσεντ είχε διμερή συνάντηση με τον Ρώσο ομόλογό του
Την αντίδραση των Ευρωπαίων προκάλεσε τη Δευτέρα η αιφνιδιαστική παρουσία της Ρωσίας στην έναρξη των συναντήσεων των υπουργών Οικονομικών του G20 που φιλοξενούνται στις ΗΠΑ. Μάλιστα, ο Ρώσος υπουργός Οικονομικών Αντόν Σιλουάνοφ και ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ συναντήθηκαν στο περιθώριο της συνόδου του G20 στο Ασβιλ της Βόρειας Καρολίνας.
Οι δύο αξιωματούχοι συζήτησαν τη διμερή οικονομική συνεργασία καθώς και τη συνεργασία στο πλαίσιο του G20. Είναι η πρώτη φορά που ο Σιλουάνοφ ταξιδεύει αυτοπροσώπως για να συμμετάσχει σε σύνοδο του G20 από την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία το 2022.
Οποιαδήποτε ευρύτερη βελτίωση στις οικονομικές σχέσεις μεταξύ Μόσχας και Ουάσιγκτον θα περιλάμβανε πιθανότατα ζητήματα όπως οι κυρώσεις, οι χρηματοπιστωτικοί περιορισμοί και η πρόσβαση στα δεσμευμένα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία, σύμφωνα με το Bloomberg.
Ο Μπέσεντ, ο οποίος επιβλέπει την πολιτική κυρώσεων των ΗΠΑ κατά της Ρωσίας, συζήτησε με τον Σιλουάνοφ το «ειρηνευτικό» σχέδιο του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για την Ουκρανία, όπως μεταδίδει το NBC News, επικαλούμενο το υπουργείο Οικονομικών.
«Και μόνο το γεγονός ότι ο Ρώσος υπουργός Οικονομικών συμμετέχει ξανά, μετά από τέσσερις συνόδους του G20 χωρίς τη Ρωσία, δείχνει ότι υπάρχει μια προσπάθεια ομαλοποίησης. Γι' αυτό ακριβώς πρέπει να αντισταθούμε: Δεν υπάρχει καμία κανονικότητα στις σχέσεις με τη Ρωσία αυτήν τη στιγμή», ανέφερε ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Λαρς Κλινγκμπάιλ, σημειώνοντας ότι ο ίδιος και οι ομόλογοί του αρνήθηκαν να συμμετέχουν με τον Ρώσο υπουργό στην καθιερωμένη «οικογενειακή φωτογραφία».
Το παζάρι που η τουρκική αστική τάξη οξύνει και με τη Ρωσία επιβεβαίωσε η χτεσινή συνάντηση που είχε, στο περιθώριο της Συνόδου του Οργανισμού για τη Συνεργασία της Σαγκάης (SCO), ο Πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν με τον Ρώσο ομόλογό του, Βλαντιμίρ Πούτιν.
«Οι σχέσεις Τουρκίας - Ρωσίας βρίσκονται πραγματικά σε πολύ πιο προχωρημένο επίπεδο σήμερα από ό,τι σε οποιαδήποτε προηγούμενη περίοδο», υποστήριξε ο πρώτος. Ο δεύτερος είπε ότι «η Τουρκία είναι ένας από τους προνομιακούς εταίρους μας στους τομείς της εξωτερικής πολιτικής και της οικονομίας (...) χάρη στο ενδιαφέρον σας, η οικονομική συνεργασία παραμένει σε υψηλό επίπεδο».
Η σύσφιξη της ενεργειακής συνεργασίας ιεραρχείται ψηλά στη διμερή ατζέντα, όπως και ο σταθμός παραγωγής πυρηνικής ενέργειας στο Ακούγιου της νότιας Τουρκίας.
Αν και δεν έγιναν σχετικές δηλώσεις, στο επίκεντρο της συνάντησης βρέθηκε και η τύχη του συστήματος S-400, που η Τουρκία αγόρασε το 2019 από τη Ρωσία, αλλά πλέον αναζητά εταίρο για να τους «παραχωρήσει», ώστε μεταξύ άλλων να καμφθούν αμερικανικές «επιφυλάξεις» για την ανασύσταση της συνεργασίας για τα F-16 αλλά και τη συμπαραγωγή των F-35. Μάλιστα, ως υποψήφιος αγοραστής πλέον εμφανίζεται και η Αίγυπτος, που τα τελευταία χρόνια έχει αναθερμάνει σημαντικά τις σχέσεις της με την Τουρκία.
Sputnik |
Αποψη των ηγετών των μελών του Οργανισμού |
Ο Ρώσος Πρόεδρος, Βλαντιμίρ Πούτιν, παρουσίασε τον Οργανισμό ως «ανεξάρτητο κέντρο» ενός «πολυπολικού» κόσμου (δηλαδή του κόσμου του σφοδρού ανταγωνισμού καπιταλιστικών κρατών σε βάρος των λαών), παρατηρώντας ότι πρόκειται για τη μεγαλύτερη περιφερειακή ένωση διεθνώς, και απηύθυνε κάλεσμα στα μέλη της «για την αποτροπή κάθε πρόκλησης, που μπορεί να οδηγήσει σε ευρεία πολεμική ανάφλεξη».
Από τη μεριά του ο Κινέζος Πρόεδρος, Σι Τζινπίνγκ, σύμφωνα με εκτενές ρεπορτάζ του κινεζικού κρατικού πρακτορείου «Σινχουά», αφού επέστησε τη προσοχή στις «αβεβαιότητες» και στους «απρόβλεπτους παράγοντες στη διεθνή κατάσταση», που «έχουν αυξηθεί αισθητά», διαμήνυσε την προθυμία της Κίνας «να συνεργαστεί με τη Ρωσία και άλλες χώρες για να ενισχυθούν οι δυνάμεις που ηγούνται της μεταρρύθμισης της παγκόσμιας διακυβέρνησης, προωθώντας έναν ισότιμο και οργανωμένο πολυπολικό κόσμο».
Κατά τη συνάντησή του με τον Πούτιν ο Σι υποστήριξε ότι τα θεμέλια των κινεζορωσικών σχέσεων γίνονται ολοένα και πιο ισχυρά, διαμορφώνοντας όλο και πιο ευοίωνες προοπτικές για το μέλλον.
Μεταξύ άλλων οι δύο πλευρές συζήτησαν σχέδια διεύρυνσης των διμερών οικονομικών δεσμών, με τον Πούτιν να επαναλαμβάνει την ετοιμότητα της Μόσχας για μόνιμη κατάργηση της θεώρησης εισόδου (βίζα) για τους πολίτες των δύο χωρών, διαπιστώνοντας μάλιστα ότι με την προσωρινή εφαρμογή του μέτρου ήδη αυξήθηκε η τουριστική κίνηση μεταξύ τους κατά 43% στο α' εξάμηνο του 2026. Στη συνάντηση εξετάστηκε ακόμα η ενεργειακή σύνδεση των δύο πλευρών, με γιγάντιες επενδύσεις που όταν ολοκληρωθούν θα έχουν ευρύτερες προεκτάσεις για τον διεθνή ενεργειακό χάρτη, όπως ο αγωγός φυσικού αερίου «Power of Siberia 2».
Στον Οργανισμό συμμετέχουν σήμερα ως πλήρη μέλη η Κίνα, η Ινδία, η Ρωσία, το Πακιστάν, το Ιράν, το Καζακστάν, το Κιργιστάν, το Τατζικιστάν, το Ουζμπεκιστάν και η Λευκορωσία, χώρες που αντιπροσωπεύουν περίπου το 40% του παγκόσμιου πληθυσμού και το 25% του παγκόσμιου ΑΕΠ. «Εταίροι σε διάλογο» είναι η Τουρκία, το Αζερμπαϊτζάν, η Αρμενία, η Αίγυπτος, το Κατάρ, η Σαουδική Αραβία και άλλες 9 χώρες, και «παρατηρητές» το Αφγανιστάν και η Μογγολία.
Χαρακτηριστικό των εκτιμήσεων που κυριαρχούν στο εσωτερικό του SCO είναι ότι το Κοινό Ανακοινωθέν που εκδόθηκε δεν είχε καμία ρητή αναφορά στον πόλεμο στην Ουκρανία.
Βέβαια, το θέμα κυριάρχησε σε πολλές διμερείς συναντήσεις, όπως αυτή που είχε ο Πούτιν με τον Ινδό πρωθυπουργό Ναρέντρα Μόντι. Ο δεύτερος δήλωσε ότι «πρέπει να περάσουμε από τον ατέρμονο πόλεμο στο τέλος του πολέμου», με τον Πούτιν να σχολιάζει πως «κινούμαστε προς αυτήν την κατεύθυνση».
Οσον αφορά τις «εξελίξεις στη Μέση Ανατολή», το Ανακοινωθέν εξέφρασε «βαθιά ανησυχία» καλώντας σε διπλωματική διευθέτηση, ενώ εξέφρασε μεταξύ άλλων και συλλυπητήρια στην Τεχεράνη για τον θάνατο του ανώτατου θρησκευτικού ηγέτη Αλί Χαμενεΐ.
Ειδική αναφορά έγινε και στο Αφγανιστάν, για το οποίο τα μέλη του SCO «επαναλαμβάνουν ότι μόνο μια κυβέρνηση χωρίς αποκλεισμούς και με ευρεία αντιπροσώπευση όλων των εθνοτικών και πολιτικών ομάδων μπορεί να φέρει μακρά ειρήνη», διεκδικώντας συνεργασία με τους Ταλιμπάν και εποφθαλμιώντας τον μεγάλο φυσικό πλούτο της πολύπαθης χώρας.
Στη συνάντηση του SCO το Ιράν ανέπτυξε περαιτέρω τις στρατηγικές - εταιρικές σχέσεις του με δύο από τους μεγαλύτερους ανταγωνιστές των ΗΠΑ, τη Ρωσία και την Κίνα, καθώς και με άλλες δυνάμεις.
Στο φόντο των σημαντικών επαφών του Ιρανού Προέδρου Μεζούτ Πεζεσκιάν οι ΗΠΑ βομβάρδισαν χτες το βράδυ ιρανικούς στόχους στα Στενά του Ορμούζ, όπως επιβεβαίωσε αργότερα η Κεντρική Διοίκηση του στρατού των ΗΠΑ (CENTCOM). Σύμφωνα με πληροφορίες αμερικανικών ΜΜΕ, το Πεντάγωνο προχωρά σε περιορισμένα πλήγματα στα Στενά του Ορμούζ, ώστε να εμποδιστεί το Ιράν να αποκαταστήσει τις δυνατότητες ραντάρ και πυραύλων που διαθέτει εναντίον πλοίων που επιχειρούν διέλευση χωρίς διαβούλευση με τις ιρανικές αρχές.
Ο Πεζεσκιάν - όπως και άλλοι ηγέτες - αμφισβήτησε ευθέως τον ρόλο «διεθνούς χωροφύλακα, εισαγγελέα και εκτελεστή» που επιχειρούν να παίξουν οι ΗΠΑ, ενώ δήλωσε ότι αν η Ουάσιγκτον επαναφέρει το μνημόνιο και τηρήσει τις δεσμεύσεις που ανέλαβε, θα ανταποδώσει άμεσα και το Ιράν, εφαρμόζοντάς το.
Στη Σύνοδο το Ιράν υπέγραψε σειρά συμφωνιών με χώρες του SCO για στενότερες σχέσεις σε τομείς όπως η οικονομία, το εμπόριο, η τεχνολογία, η Τεχνητή Νοημοσύνη και η ασφάλεια.
Πάντως, στην ομιλία που εκφώνησε ο Πεζεσκιάν στη Σύνοδο Κορυφής στο Μπισκέκ δεν παρέλειψε να αποδοκιμάσει τη στάση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ απέναντι στις επιθέσεις που δέχονται οι λαοί της κατεχόμενης Παλαιστίνης και του Λιβάνου από το Ισραήλ, αλλά και στις επιθέσεις που δέχεται η χώρα του, απαιτώντας να αναλάβει ο ΟΗΕ στο μέλλον «αμερόληπτη και πιο αποτελεσματική στάση» απέναντι σε «διεθνείς εξελίξεις».
Το ζήτημα των νέων σκληρών κυρώσεων που επιχειρούν να επιβάλουν οι ΗΠΑ μέσω της λεγόμενης «Economic D-Day» σε στρατηγικούς εταίρους του Ιράν συζήτησε ο Πεζεσκιάν κατά τη συνάντηση που είχε με τον Ρώσο ομόλογό του Βλ. Πούτιν. Ο Ιρανός ηγέτης φάνηκε να εξασφαλίζει την υποστήριξη της Μόσχας, καθώς ο Πούτιν, αφού εξέφρασε τον θαυμασμό του «για το κουράγιο και την αντοχή του ιρανικού λαού» απέναντι στην επίθεση των ΗΠΑ «για την υπεράσπιση των εθνικών του συμφερόντων», δήλωσε με νόημα ότι «στη διάρκεια αυτής της δύσκολης περιόδου προσπαθούμε να σας παράσχουμε απαραίτητη βοήθεια και απαραίτητα αγαθά». Υπενθύμισε δε πως όταν ανακοινώθηκε το αμερικανο-ιρανικό μνημόνιο της 17ης Ιούνη, η Ρωσία το υποστήριξε, παρότι στη συνέχεια αποδείχθηκε πως η εκεχειρία ήταν «πολύ εύθραυστη». Και, κάνοντας έμμεσα υπαινιγμό για τις προσπάθειες των ΗΠΑ να επιβάλουν κυρώσεις σε στρατηγικούς εταίρους του Ιράν, ώστε να του στερήσουν κάθε γραμμή υποστήριξης, ανέφερε ότι η Ρωσία και το Ιράν «θα διατηρήσουν τις οικονομικές και εμπορικές τους σχέσεις, παρά το σημερινό στρατιωτικό και πολιτικό περιβάλλον».
Η ξεκάθαρη θέση της Κίνας κατά των κυρώσεων των ΗΠΑ διατυπώθηκε και στη σύντομη συνάντηση του Ιρανού Προέδρου με τον Κινέζο ομόλογό του, Σι Τζινπίνγκ, εστιάζοντας σε διμερείς σχέσεις, περιφερειακά ζητήματα και θέματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος.
Στη σκιά των σημαντικών συναντήσεων του Ιρανού Προέδρου στο Μπισκέκ, ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ δήλωσε ότι «σε δύο χρόνια τα Στενά του Ορμούζ θα είναι ένα άχρηστο κομμάτι νερού», επειδή μέχρι τότε το στρατηγικό πέρασμα θα έχει παρακαμφθεί από νέους και παλιότερους αγωγούς πετρελαίου. Τελευταίες αναλύσεις της Goldman Sachs καταγράφουν ότι ήδη 7 έργα αγωγών και εξαγωγικών υποδομών βρίσκονται υπό κατασκευή, έχουν σχεδιαστεί ή θεωρούνται δυνητικά εφικτά, και ότι προβλέπεται σε πρώτη φάση έως το τέλος του 2027 τα συγκεκριμένα έργα μαζί με τους υφιστάμενους αγωγούς να εξασφαλίσουν την ασφαλή ροή άνω του 45% των εξαγωγών των πετρελαιοπαραγωγών του Περσικού Κόλπου. Μέχρι το τέλος του 2028 το ποσοστό αυτό θα μπορούσε να αυξηθεί σε πάνω από 60%.
Χτες στην Ουάσιγκτον ο Τραμπ διέψευσε ότι σκέφτεται τη χρήση πυρηνικών όπλων κατά του Ιράν, χαρακτηρίζοντας τη σχετική ερώτηση «ηλίθια». Οπως υποστήριξε, δεν υπάρχει τέτοια ανάγκη, επειδή το Ιράν έχει ήδη ηττηθεί στρατιωτικά και «ολοκληρωτικά».
Το ίδιο 24ωρο ο Μοχαμάντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ, πρόεδρος της Βουλής του Ιράν και επικεφαλής των Ιρανών διαπραγματευτών, σε βιντεοσκοπημένη δήλωσή του χαρακτήρισε τον αμερικανικό ναυτικό αποκλεισμό του Ιράν «στρατιωτική ενέργεια», ξεκαθαρίζοντας ότι η Τεχεράνη θα απαντήσει με στρατιωτικά μέσα αν αυτός ενταθεί. «Αν η βούληση των ΗΠΑ είναι να μην εξάγουμε πετρέλαιο» από τον Κόλπο, ανέφερε, «τότε κανείς δεν θα μπορεί να εξάγει πετρέλαιο».