ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 19 Γενάρη 2003
Σελ. /24
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΔΙΗΓΗΜΑ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ Της Κούλας ΚΑΡΑΜΗΝΑ - ΠΟΘΟΥ

Η Κούλα Καραμηνά - Πόθου γεννήθηκε το Νοέμβρη του 1953 στην Αθήνα από γονείς Σαμιώτες. Στη λογοτεχνία εμφανίστηκε το 1982 με δημοσιεύσεις σε περιοδικά και εφημερίδες. Εργάστηκε ως γραμματέας, δημοσιογράφος και παραγωγός ραδιοφωνικών εκπομπών σε Ραδιοσταθμούς της Αθήνας και της Σάμου. Βιβλία της: Στιγμές Αποκάλυψης, Προεκτάσεις (ποίηση), Εν Μυτιληνιοίς τη... (λαογραφικό). Τιμητικές διακρίσεις: Α' βραβείο Αμπντί Ιπεκτσί για τα «Τραγούδια στη φίλη μου Αϊσέ», δυο πρώτα βραβεία σε πανελλήνιους διαγωνισμούς ποίησης, έπαινοι από το Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» για τις ποιητικές συλλογές «Ημέρα Πρώτη», «Νεάρχου Απόπλους».

Είναι τακτική συνεργάτης της εφημερίδας της Σάμου «Χαραυγή». Ασχολείται και με τη ζωγραφική κι έχει εκθέσει έργα της σε Πνευματικά Κέντρα της Αττικής και της Σάμου.

Είναι παντρεμένη και μητέρα δύο παιδιών. Ζει μόνιμα στη Σάμο από το 1984 και συμμετέχει ενεργά σε πολιτιστικούς και γυναικείους συλλόγους, στο κίνημα Ειρήνης κ.α.


Το βελετζί

Παπαγεωργίου Βασίλης

Η κυρά Κόνα είχε καταφέρει να διασώσει πολλά πράγματα από τη Μικρασιατική καταστροφή. Κάποιοι γνωστοί βοηθήσανε με το καΐκι τους κι έτσι αρκετά κινητά περιουσιακά στοιχεία περάσανε στο απέναντι νησί. Η μηχανή Σίνγκερ, ήταν το πρώτο και καλύτερο, γιατί την είχαν για να βγάζουν το ψωμί τους οι δυο κόρες της. Κεντήστρες με το όνομα, να σου κάνουν κέντημα μηχανής σε ασπρόρουχα να μην το ξεχωρίζεις από χειροποίητο. Στο σπίτι τους, έβλεπες ωραία μπακίρια, ένα μαγκάλι σαν κολυμπήθρα, με καπάκι και χερούλια μπρούντζινα, που όλο τα τρίβανε να είναι γυαλισμένα. Είχανε πολλά γυαλικά, πιατικά και λάμπες πετρελαίου φαρφουρένιες, που τις φυλάγανε σαν τα μάτια τους και τις ανάβανε μόνο στις γιορτές.

Δίπλα από την κυρά Κόνα, που το όνομά της ήταν Αργυρώ, αλλά λόγω που είχε πολλές εικόνες αγίων κι όλο σε εκκλησίες και ξωκλήσια γυρνούσε κι έταζε, κι άναβε τα καντήλια κι όλο με προσευχές και λιβανιστήρια καταγινόταν, της είχανε κολλήσει το παρατσούκλι «Εικόνα» και τη φωνάζανε Κόνα, ήταν το σπίτι της θειας Λενιώς. Η «τσάτσα» Λενιώ είχε πολλά παιδιά κι ο πιο μικρός, ο Αριστείδης, που τον φωνάζανε Αριστή, όλο στης κυρά Κόνας τριγυρνούσε, γιατί του άρεσε το βελετζί. Αυτό το βελετζί, το είχε υφάνει στο χωριό τους, τα Σώκια, στη Μικρά Ασία, η μάνα της Κόνας, η θεια Ανδρονίκη. Ηταν χοντρό μάλλινο με χρώματα κόκκινο, κίτρινο, πορτοκαλί, βυσσινί, σε σειρές και γύρω - γύρω μπορντούρα πράσινο ανοιχτό με σχέδια τριγωνάκια σε πράσινο σκούρο. Το στρώνανε μπροστά από το μπουφεδάκι με τα γυαλικά κι ήταν σαν χώρισμα, ανάμεσα στο μπουφέ και το τραπέζι με τις καρέκλες. Εκεί, έβρισκε καταφύγιο ο Αριστής και καθότανε πότε πάνω στο βελετζί και πότε στο καρεκλί. Του άρεσε να βάζει τα δαχτυλάκια του και να μετρά τις αποστάσεις από το ένα χρώμα στο άλλο, αλλά και να κρύβεται εκειδά, σχεδόν κάτω από το τραπέζι, για να μην πάει στο σπίτι του, να μείνει ακόμη λίγη ώρα, μια που το ντούκου - ντούκου της μηχανής κεντήματος τον πήγαινε μακριά, σε θάλασσες και μηχανοστάσια, απ' αυτά που λένε στα παραμύθια για τα μεγάλα καράβια. Οι θείες, του δίνανε και τα μασούρια από τις κλωστές να παίζει κι έλεγε: Εχω πολλά καρούλια, θα φτιάξω κι άλλο τουτού, εδώ ο καλός καρουλάς...

Τα μεγάλα ξύλινα καρούλια, μαζί με τις κουτσούνες - τις πάνινες κούκλες - ήταν πάλι το δώρο για τα Χριστούγεννα. Μόνο, που οι μανάδες κι οι θειάδες τα στόλιζαν με πολύχρωμα κουρελάκια κι άλλοτε έπαιζαν το ρόλο του μικρού αυτοκινήτου, ή πολλά μαζί κάνανε το τρενάκι κι ό,τι μπορούσε να σκαρφιστεί η παιδική φαντασία.

Ο Αριστής έλεγε πως άμα μεγαλώσει, θα γίνει λεωφορειάς, θα οδηγάει μεγάλο αμάξι, μπορεί και παιχνιδάς, να φτιάχνει παιχνίδια. Κάθε φορά άλλαζε επάγγελμα, μέχρι βοηθός του Αγιοβασίλη σκέφτηκε να γίνει, για να μοιράζει τα δώρα. Οσο για το αγαπημένο του βελετζί, ονειρεύτηκε πως ήταν το μαγικό χαλί κι όποιος ανέβαινε πάνω του, πετούσε ψηλά και ταξίδευε όπου ήθελε.

Ο Αριστής τίποτ' απ' όλα αυτά δεν έγινε, μόνο ένας καλός κι άξιος αγρότης. Αγαπούσε τη γη και μιλούσε μαζί της. Καλλιεργούσε τα χωράφια, το μικρό του αμπελάκι και λάτρευε τη γίδα του τη Ρούσα και το γάιδαρο τον Καρά. Ηρθε κι η ώρα να πάει φαντάρος κι έφυγε για πρώτη φορά από το νησί του.

Η «τσάτσα» Λενιώ περίμενε πώς και πώς να 'ρθεί η ώρα η καλή ν' απολυθεί το παιδί - το στερνοκούνι της - αλλά ο παντέρημος ο πόλεμος, τα 'φερε όλα άνω - κάτω. Ο Αριστής βρέθηκε στη Μέση Ανατολή κι έκανε στρατιώτης έξι ολόκληρα χρόνια. Με την απελευθέρωση, έφτασε στο χωριό κι η μάνα του τον καμάρωνε για το «λέγειν» του και το παράστημά του. Ο Αριστής μιλούσε στα σπίτια, στα καφενεία κι έκανε καθοδήγηση στους νέους και σε όλους. Τους μιλούσε για έναν κόσμο ειρηνικό, με ιδανικά κι αξίες. Ελεγε κουβέντες πρωτάκουστες κι οι γνωστοί τον εκτιμούσαν ιδιαίτερα για τη σοφία και τις γνώσεις που απέκτησε τόσα χρόνια στον αντιφασιστικό αγώνα. Κατάφερε να οργανώσει και τη νεολαία του χωριού και, σε σύντομο διάστημα, τα ΕΠΟΝιτάκια έδιναν παραστάσεις θεατρικές στα καφενεία κι έκαναν πολιτιστικές συγκεντρώσεις, όπου κυριαρχούσαν τα τραγούδια του αγώνα.

Τις νύχτες πήγαινε στα σπίτια των αδελφών του να δει τ' ανίψια του, που καθόντουσαν στα καρεκλιά κι εκείνος τους διηγόταν γεγονότα από τον πόλεμο. Τα περισσότερα έμοιαζαν με παραμύθια, όμως ήταν η τραγική πραγματικότητα... Συχνά, τους έφερνε λιχουδιές και καραμέλες, αλλά σε λίγους μήνες, αν τα πράγματα πήγαιναν καλύτερα, θα τους έφερνε παιχνίδια πραγματικά να παίζουν κι όχι να καταγίνονται ακόμη με τα καρούλια που έπαιζε κι εκείνος τότε στης θειας Κόνας...

Το «καλύτερα» δεν ήρθε, γιατί ο θείος Αριστής βγήκε αντάρτης στο βουνό. Ετσι, εκεί που είχαν ένα άτομο παραπάνω να βοηθάει στην οικογένεια, τώρα βρεθήκανε εντελώς ξεκρέμαστοι, σαν συγγενείς μαχητή του δημοκρατικού στρατού.

Το δελτίο, για να παίρνουνε τρόφιμα, τους το είχαν κόψει. Ηταν η λεγόμενη «διανομή». - Εσείς που έχετε θείο αντάρτη, δε θα πάρετε τίποτα, θα ψοφήσετε της πείνας, όσο εκείνος δεν κατεβαίνει από το βουνό και κάνει το παλικάρι, λέγανε στα παιδιά οι δοσίλογοι.

-Ο θείος μας είναι παλικάρι και τον αγαπάμε...

-Ουστ από δω, μη σας κλείσουμε φυλακή, φύγετε, δεν έχει «διανομή»...

Υστερα από μήνες, ο θείος βρέθηκε εξόριστος στη Μακρόνησο. Κανένας από την οικογένειά του, αδέλφια, νύφες, δεν του συμπαραστάθηκε, γιατί τον θεωρούσαν υπεύθυνο για τα αντίποινα που τους έκαναν κυβερνώντες και ΜΑΥδες. Μέσα στη συγγενική αποξένωση, ήρθε κάποτε ένα γράμμα από την Αμερική, από την αδελφή της μητέρας του. Μαζί με τις καλές κουβέντες και τη συμπαράστασή της, του έστελνε και δέκα δολάρια. Μ' αυτά προσπάθησε να περάσει όλο τον καιρό της εξορίας του, αγοράζοντας σαπούνι για να πλυθεί από την καντίνα, κόλλες χαρτί για να γράφει και κανένα ψωμάκι για «αντίδωρο». Μια μέρα, σαν ξεφόρτωσαν από το καΐκι, που ερχόταν από το Λαύριο, τα δέματα των κρατουμένων, άκουσε με έκπληξή του να φωνάζουν τ' όνομά του. Πλησίασε και πήρε πράγματι ένα δέμα. Δεν πίστευε στα μάτια του. Ηταν από τη γειτόνισσα, τη θεια Κόνα. Το άνοιξε με χαρά κι αντίκρισε το περιβόητο βελετζί, το αγαπημένο στρωσίδι των παιδικών του χρόνων. Του το έστελνε, όπως του έγραφε, γιατί δεν είχε τίποτα άλλο. Να σκεπάζεται μ' αυτό να μην πουντιάζει και να τη θυμάται. Είχε και λίγα παξιμάδια σταρένια, ένα μικρό δεματάκι ξερά σύκα, ένα σακούλι με σταφίδες και δεματάκια με φλασκούνι κι αλισφακιά, να βράζει να πίνει, να ζεσταίνονται τα σωθικά του.

Ο Αριστής έκλαψε σαν μικρό παιδί. Πλησίαζε τα τριάντα, αλλά εκείνη τη στιγμή του ήρθαν οι εικόνες των παιδικών χρόνων στο σπίτι της καλής γειτόνισσας. Εκείνης, που μοιραζόταν πάντα την μπουκιά της με τους άλλους. Ας είναι καλά, σκέφτηκε, μεγάλη γυναίκα κι, όμως, μπορεί και νιώθει τι θα πει ν' αγωνίζεσαι για ιδανικά κι αξίες.

Την παραμονή των Χριστουγέννων, μέσα σ' ένα άγριο ξεροβόρι, περασμένα μεσάνυχτα, ακούστηκαν φωνές από τη διπλανή σκηνή. Βγήκαν οι κρατούμενοι έξω κι είδαν τους βασανιστές, να ξεπατώνουν τη σκηνή όπου έμεναν τρεις αγωνιστές φοιτητές και να την τσαλαπατάνε. Τραβούσανε με τον πιο βίαιο τρόπο τα παλικάρια και τα σπρώξανε στη θάλασσα. Εκεί, τους βουτούσανε ξανά και ξανά ανάμεσα σε βρισιές και ξύλο. Μετά, αφού τελείωσε το μαρτύριο, τους άφησαν στα βράχια. Οι συναγωνιστές κι ο Αριστείδης τρέξανε και τους κουβαλήσανε στη δική τους σκηνή. Ολα μέσα στη λάσπη, γιατί έβρεχε μέρες, ξύλα δεν υπήρχαν ν' ανάψουν φωτιά να ζεσταθούν, σκέτη απελπισία. Καθίσανε αγκαλιασμένοι και βράσανε σ' ένα κουτί από βούτυρο, ζεστό φλασκούνι να τους ζεστάνουν. Ευτυχώς, υπήρχε λίγη ζαχαρίτσα. Ο Αριστής σκέπασε τα παλικάρια με το βελετζί κι έτσι ριγμένο στις πλάτες τους, πολύχρωμο με τα χαρούμενά του χρώματα, ήταν μια αντίθεση με την αγριεμένη και βασανισμένη τους όψη.

Το βελετζί, το είχε κι αργότερα στις φυλακές των Βούρλων και τον έσωσε από πνευμονία, σαν τους μετέφεραν από Μακρόνησο στο Λαύριο, μέσα σε άγρια φουρτούνα.

Την παραμονή των Χριστουγέννων του 2001, τα παιδιά του χωριού βγήκαν να πουν τα κάλαντα αργά το βράδυ με τα φαναράκια, όπως είναι το έθιμο. Επιασε βροχή και σταμάτησαν στο σπίτι του μπάρμπα Αριστείδη. Εκεί γύρω από το τζάκι, είπαν τα «Χριστούγεννα - Πρωτούγεννα», το «Κάτω στα Ιεροσόλυμα και ατού Χριστού τον τάφο, εκεί δεντρί δεν ήτανε, δεντρί ξεφανερώθει κι ανάμεσα στους κλώνους του αγγέλοι κι αρχαγγέλοι...» κι ύστερα θυμήθηκαν τη γιορτή για την Εθνική Αντίσταση που έγινε μαζί με τους μαχητές επιζώντες, όπου τραγούδησαν όλοι μαζί στο Πνευματικό Κέντρο. Αυθόρμητα, οι παιδικές φωνούλες ενώθηκαν με του παππού και της γιαγιάς και λέγανε για ήρωες άπαρτα βουνά και λευτεριά πανώρια κόρη. Κι η γιαγιά, η συντρόφισσα του μπάρμπα Αριστή, έβγαλε από το σεντούκι το βελετζί και το έδειξε με καμάρι στα παιδιά. Μερικά πράγματα, ίσως με την πρώτη ματιά να μην έχουν αξία, τους είπε. Αυτό όμως το μάλλινο υφαντό, η μεγάλη βελέτζα ή βελετζί, είναι ένα κειμήλιο της ζωής και του αγώνα. Το φυλάμε και θυμόμαστε τη θεια Κόνα που το χάρισε, γιατί κι αυτό έχει την ιστορία του. Ηρθε από τη Μικρά Ασία, πέρασε φουρτούνα, βρήκε ξανά ζεστό σπιτικό, ύστερα σκέπασε αγωνιστές και τώρα περιμένει, μήπως και γίνει μουσείο της Εθνικής Αντίστασης στο χωριό, να πάρει κι αυτό τη θέση του.

Τα παιδιά τραγούδησαν το «δρόμο που είχε τη δική του ιστορία» κι ύστερα πάλι τα παραδοσιακά κάλαντα. Είχαν μια σιγουριά ότι το βελετζί τα άκουγε όλα κι ότι τους έδινε το κόκκινο για τη χαρά, το κίτρινο για τη φωτιά - τη σπίθα της γνώσης, το πορτοκαλί για τους ήλιους της δικαιοσύνης, το βυσσινί, τα πράσινα, όλα του τα χρώματα για την ειρήνη και την αδελφοσύνη. Ο μπάρμπα Αριστής τούς έδειξε ένα βιβλίο, το καπνισμένο τσουκάλι του Γιάννη Ρίτσου και τους είπε: Εδώ ο ποιητής γράφει για τους δικούς μας Χριστούς, τους δικούς μας Αγιους. Γνώρισα πολλούς τέτοιους και πρώτα και καλύτερα τα παλικάρια στη Μακρόνησο, που τα τυλίξαμε με το βελετζί κι ήταν σαν μικροί ήλιοι, σαν Χριστοί στη σκηνή μας, τη φτωχική μας φάτνη της εξορίας...

(Από το ανέκδοτο βιβλίο της «Χαιρετίσματα στο Σεβάχ»)


Της
Κούλας ΚΑΡΑΜΗΝΑ - ΠΟΘΟΥ




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org