ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 18 Αυγούστου 2002
Σελ. /24
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΔΙΗΓΗΜΑ
Το σκουμπρί

Του Δημήτρη Σέρβου

Γρηγοριάδης Κώστας

Βρισκόμαστε στα δύσκολα χρόνια της γερμανοφασιστικής κατοχής, της πείνας και της ανάτασης. Η αβιταμίνωση είχε προσβάλει το 90% των παιδιών ηλικίας κάτω των 15 χρόνων. Η τροφή τους δεν περιείχε καθόλου λίπη, βιταμίνες ή ζωικές πρωτεΐνες, συστατικά απαραίτητα για να συντηρηθεί ο οργανισμός. Βασικά, έτρωγαν χυλό από σόγια ή καλαμποκάλευρο, αλεύρι από σκουπόσπορο, λούπινα, τσουκνίδες, μολόχες και χαρούπια. Αργότερα, όταν άρχισαν να φτάνουν τα πρώτα εφόδια του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, που μετέφεραν σουηδικά πλοία, το κατοχικό «μενού» πλουτίστηκε και με μπιζέλια.

Ενδεικτικά αναφέρεται ότι τον Νοέμβρη του 1941 ο αριθμός των θερμίδων που έπαιρναν την ημέρα οι άνθρωποι -μικροί και μεγάλοι- ήταν 183!! Τον αντίστοιχο μήνα του 1942 ο αριθμός των θερμίδων φτάνει τις 707.

Οι θάνατοι απ' την πείνα σ' όλη τη διάρκεια της κατοχής ξεπέρασαν, όπως γράφτηκε, τις 260.000. Η πείνα έπληξε κύρια τις λαϊκές τάξεις. Εργάτες, ιδιωτικούς και δημόσιους υπάλληλους και μικρομαγαζάτορες. Αυτούς, όμως, που κυριολεκτικά θέρισε η πείνα ήταν τα βρέφη, τα μικρά παιδιά και τους πολύ ηλικιωμένους.

Ο βαρύς χειμώνας του 1941-42, που δεν μπορούσαν να τον αντιμετωπίσουν οι άνθρωποι λόγω της έλλειψης κάρβουνου, πετρελαίου και καυσόξυλων, οδηγούσε γρηγορότερα στο θάνατο τους κλονισμένους οργανισμούς των ηλικιωμένων, αλλά και τα βρέφη που οι μητέρες τους δεν είχαν γάλα να τα θηλάσουν.

Οι αρρώστιες -διατρήσεις στομάχου, έλκη, πρηξίματα ποδιών, κρυοπαγήματα και προπαντός φυματίωση- δεν μπορούσαν να αντιμετωπιστούν, αφού δεν υπήρχαν φάρμακα, ενώ η επιδημία ψώρας απ' την έλλειψη σαπουνιού, έφερνε γρηγορότερα το θάνατο και δημιούργησε εκατοντάδες χιλιάδες ισόβιους αναπήρους.

Οι κατακτητές είχαν δεσμεύσει όλες τις ποσότητες σαπουνιού, φαρμάκων, ειδών του Ελληνικού Μονοπωλίου (πετρέλαιο, σπίρτα, αλάτι) και φυσικά όλη την παραγωγή γάλακτος. Τα μικρά παιδιά μάζευαν απ' τους σκουπιδοτενεκέδες των γερμανικών καταυλισμών πατατόφλουδες, ρίζες από μαρούλια και κόκαλα από κρέας, που προηγούμενα είχαν γλείψει οι σκύλοι που εκπαίδευαν οι Γερμανοί και τους χρησιμοποιούσαν για ανιχνεύσεις.

Αυτοί που δεν τους άγγιξε η πείνα της κατοχής ήταν οι μεγαλόσχημοι πλούσιοι (πολιτικοί, παράγοντες του μοναρχοφασισμού, μεγαλέμποροι, σιδηροβιομήχανοι), που είχαν τη δυνατότητα με το χρήμα και τις διασυνδέσεις τους με τους κατακτητές να έχουν τα πάντα. Αυτοί, όχι μόνο δεν πείνασαν, αλλά μαζί με τους μαυραγορίτες, οικονομικούς παρασιτικούς παράγοντες, θησαύρισαν σε βάρος του λαού.

Δεν πείνασαν επίσης, ούτε υπόφεραν, αυτοί που είχαν καταταγεί στα Τάγματα Ασφαλείας. Τύποι «λούμπεν», πλιατσικολόγοι, φονιάδες, εκφυλισμένα στοιχεία, που είχε δημιουργήσει η κατοχή και που επάνδρωναν την Ειδική Ασφάλεια. Σ' όλους αυτούς, οι Γερμανικές αρχές κατοχής -μέσω της ψευτοκυβέρνηοης του Ιωάν. Ράλλη- είχαν παραχωρήσει ειδικά προνόμια (τρόφιμα, ρούχα, παπούτσια και μισθό), που αναφέρονται σε ειδικό Διάταγμα, που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 25 Γενάρη 1944.

Ακόμη, δεν πείνασε ένας μικρός αριθμός «εθνικοφρόνων Ελλήνων», που συγκροτούσαν τα προδοτικά στρατιωτικά αποσπάσματα τα εξοπλισμένα απ' τους Γερμανούς κατακτητές, όπως εκείνο του Διον. Παπαδόγγονα, του Τσαούς Αντών, του Πούλου και άλλων.

Ολος ο άλλος κόσμος έδινε καθημερινά τη «μάχη» της επιβίωσης. Και τη μάχη αυτή με εμψυχωτή το ΚΚΕ και καθοδηγητή του το ΕΑΜ και την ΕΠΟΝ ο λαός την κέρδισε!

Για μας τους ΕΠΟΝίτες, τα «πολεμικά μας όπλα» ήταν ένα τενεκεδάκι προσαρμοσμένο στις διαστάσεις της εξωτερικής τσέπης του παλτού και ένα κουτάλι στην εσωτερική τσέπη αντί για στυλό. Το τενεκεδάκι βοηθούσε ν' αποθηκεύεται ο χυλός ή τα μπιζέλια, που μας δίνανε στα μαθητικά συσσίτια. Τι να το κάνεις όμως; Φούσκωνε η κοιλιά απ' τους πολλούς χυλούς, αλλά η πείνα, πείνα. Ολα ήταν ανάλαδα, ανάλατα και άγευστα.

Συσσίτιο είχε οργανωθεί στην κατοχή και για τους φοιτητές του Πανεπιστημίου της Αθήνας, στο τέρμα της οδού Σίνα, στα πευκάκια της εκκλησίας του Αϊ-Νικόλα. Στο φοιτητικό αυτό συσσίτιο πήγαινα απ' το 1943 μέχρι τα μέσα του 1944 κι έπαιρνα με την κάρτα άλλου προσώπου τη μερίδα, χωρίς να 'χω το νόμιμο δικαίωμα, γιατί ακριβώς δεν ήμουνα φοιτητής. Ημουνα 16 χρόνων. Η κάρτα ανήκε στον Μήτσο Δάνη φοιτητή τότε της Νομικής. Σ' αυτόν που είχα δώσει και το βιογραφικό για την ΟΚΝΕ.

Εκτός απ' το χυλό, στο φοιτητικό συσσίτιο της οδού Σίνα, έδιναν, πού και πού, και πλιγούρι. Κι όταν άρχισαν να καταπλέουν με λίγους τόνους τροφίμων στο πειραϊκό λιμάνι, τα τούρκικα πλοία «Τουμπλού Μπουνάρ» της «ΕΛΑΤΟΥΡΚ» και «Κουρτουλούς» -που ελληνικά σημαίνει «Σωτηρία»-, το φοιτητικό συσσίτιο πλουτίστηκε με φουντούκια, σταφίδες και σκουμπρί. Το σκουμπρί το μοίραζαν κατά προτίμηση το Σάββατο κι αντικαθιστούσε το κυριακάτικο συσσίτιο. Την Κυριακή δε λειτουργούσαν τα καζάνια και οι φοιτητές δεν ...τρώγανε τη μέρα αυτή ούτε χυλό!

Ξεκινώντας, λοιπόν, απ' την Καστέλα του Πειραιά, για να πάρω το φοιτητικό συσσίτιο απ' την οδό Σίνα, με εξυπηρετούσε το τραμ, που είχε αφετηρία το Ν. Φάληρο. Ανέβαινε απ' τις Τζιτζιφιές κι έκανε τέρμα στο Ζάππειο. Το τραμ εξυπηρετούσε περισσότερο απ' τον Ηλεκτρικό ή τα γκαζοζέν λεωφορεία, που με αραιά δρομολόγια και αγκομαχώντας μετέφεραν τον κόσμο απ' τον Πειραιά στην Ομόνοια κι αντίστροφα. Προτιμούσαμε το τραμ, πρώτα γιατί δεν πληρώναμε εισιτήριο, αφού κρεμιόμαστε απ' τις πόρτες κι ύστερα γιατί το τραμ παρείχε -όπως αποδείχτηκε στην πράξη- σχετική ασφάλεια. Κι αυτό γιατί στους σταθμούς του Ηλεκτρικού γίνονταν τακτικά μπλόκα από ταγματασφαλίτες κι ο κίνδυνος να πέσεις στα χέρια τους ήταν μεγάλος. Ακόμη απ' το τέρμα του τραμ στο Ζάππειο ήταν πιο κοντά η οδός Σίνα. Δυσκολία παρουσίαζε η διαδρομή της επιστροφής. Κι αυτό γιατί στην προσπάθεια να μη χυθεί το περιεχόμενο απ' το τενεκεδάκι, γινόσουν στόχος ορισμένων, που τότε ήταν ικανοί -εκεί τους είχε οδηγήσει η πείνα- να σου επιτεθούν και να σου πάρουν το τενεκεδάκι με το «πολύτιμο» περιεχόμενό του.

Υπήρχε, όμως και μια άλλη κατηγορία συνανθρώπων μας. Ηταν κορίτσια που η πείνα τα έσπρωχνε στον «κατήφορο». Να πούμε εδώ, ότι παρά την πείνα και τη δυστυχία, ελάχιστες Ελληνίδες είχαν καταλήξει στα «σολντάτε χάιμ», τα «σπίτια ψυχαγωγίας», δηλαδή, των Γερμανών στρατιωτών, στα οποία δίνανε ζεστή πατατόσουπα, ψωμί, μπίρα, καφέ και βουτήματα με αντάλλαγμα την «ψυχαγωγία» των Γερμανών.

Οι κοπέλες μας, σχεδόν στο σύνολό τους, κράτησαν την αξιοπρέπειά τους και την ηθική τους υπόσταση. Πείνασαν, στερήθηκαν, αλλά δεν υπέκυψαν και δεν πουλήθηκαν. Στην αρχή της κατοχής, μερικά κορίτσια παρασύρθηκαν, αλλά αντέδρασε ο κόσμος, κούρεψε και μερικά και σταμάτησε αυτός ο κατήφορος. Η πείνα όμως είναι φοβερό μαρτύριο...

Η επιστροφή, λοιπόν, απ' το τέρμα της οδού Σίνα στο Ζάππειο και στη συνέχεια με το τραμ στο Ν. Φάληρο, είχε υποχρεωτικό πέρασμα μπροστά απ' τον Βασιλικό Κήπο. Εκεί πολλές φορές έβλεπα τρεις κοπέλες πάντα οι ίδιες. Κι οι τρεις ήταν κι όμορφες κοπέλες. Γυρόφερναν σχεδόν κάθε μέρα μπροστά απ' τη μεγάλη πόρτα του Βασιλικού Κήπου, περιμένοντας...

Τις έβλεπα κι ερχόταν στο μυαλό ο σκοπός της Ανωτέρας Γυναικείας Σχολής, που είχε ιδρύσει ο Δημ. Γληνός για: «Να δώσει ανώτερη ιστορική, καλλιτεχνική, φιλοσοφική και κοινωνιολογική μόρφωση στις γυναίκες, που θέλουν να κατανοούν και να υποβοηθούν τις τάσεις του σύγχρονου πολιτισμού και να μετέχουν συνειδητά στη σύγχρονη προοδευτική κίνηση».

Φαίνεται, ότι η προσπάθειά μου να διαφυλάξω το τενεκεδάκι και το περιεχόμενό του -που αυτή τη φορά ήταν σκουμπρί- τράβηξε την προσοχή της μιας απ' τις τρεις, που είχε και σωστά εντοπίσει ότι στην τσέπη μου υπήρχε κάτι φαγώσιμο. Δεν έχασε καιρό, με ζύγωσε και χωρίς περιστροφές μου έκανε την πρόταση:

- «Θα μου δώσεις ό,τι έχεις στην τσέπη και -δείχνοντάς μου τις πυκνές φυλλωσιές του Κήπου- θα πάμε εκεί κι ό,τι θέλεις».

Δε φαινόταν ξεσκολισμένη. Ετσι την κατάλαβα, απ' τη λίγη ακόμη πείρα που 'χα σ' αυτά. Οι τρόποι της ήταν ευγενικοί. Τη ρώτησα αν πηγαίνει σχολείο, αν είναι Αθηναία, για το σπίτι της, τους δικούς της. Θυμήθηκα και πάλι τον Γληνό και το σκοπό της Ανωτέρας Γυναικείας Σχολής. Της μίλησα για την ΕΠΟΝ, για τον αγώνα που κάνει για την επιβίωση των νέων. Ολη αυτή την ώρα που της μιλούσα τα μάτια της κοίταζαν το χώμα. Δε μιλούσε. Μόνο σαν κατάλαβε πως δεν είχα άλλα να της πω, γύρισε το βλέμμα της απάνω μου και με ρώτησε για τ' όνομά μου και για τη διεύθυνσή μου. Δεν είχα λόγο να το κρύψω. Της έδωσα τα στοιχεία μου και μαζί και το μισό σκουμπρί, χωρίς να πάμε να ξαπλώσουμε κάτω απ' τις φυλλωσιές του Κήπου..

Πέρασε πολύς καιρός από τότε. Ούτε την ξαναείδα. Οι Γερμανοί φασίστες έφυγαν. Λευτερωθήκαμε. Ναι, αλλά αυτό δε σήμαινε ότι λύθηκαν και τα προβλήματα και προπαντός το πρόβλημα του επισιτισμού. Πάλι στερήσεις, πάλι έλλειψη τροφίμων. Τα μαγαζιά άδεια, τα εργοστάσια γκρεμισμένα, το λιμάνι φραγμένο απ' τα βυθισμένα πλοία. Και μόνο οι λίρες έδιναν τη λύση στα πάντα.

Για πολλούς παρηγοριά η UNNRA (Οργάνωση Βοήθειας και Αποκατάστασης των Ηνωμένων Εθνών), που εφοδίαζε τον κόσμο με λίγα και στοιχειώδη τρόφιμα. Μεγάλη παρηγοριά επίσης ήταν τα «δέματα βοήθειας», που έπαιρναν οι τυχερές οικογένειες που είχαν συγγενείς στο εξωτερικό.

Πολύ καημό είχαμε, που δεν υπήρχε κι απ' τη δική μας οικογένεια, ούτε ένα συγγενικό πρόσωπο στην Αμερική, στην Αυστραλία, ή στον Καναδά, για να στείλει και σε μας ένα «δέμα βοηθείας». Ετσι αποκαλούσαν τις χαρτόκουτες, που έφταναν με το ταχυδρομείο στην Ελλάδα απ' τις μακρινές ηπείρους. Το περιεχόμενό τους ήταν κύρια ρουχισμός: Σακάκια, παλτά, πουκάμισα, καθώς και τρόφιμα, όπως κονσέρβες κορνμπίφ, γάλα σκόνη, αλεύρι και σκόνη από κρόκους αυγών.

Είχε περάσει καιρός απ' τη μέρα της απελευθέρωσης, κι είχαν τελειώσει και οι περιπέτειες με τα «Δεκεμβριανά».. Η ΕΠΟΝ είχε αρχίσει τη μάχη της ανοικοδόμησης, της συμφιλίωσης, της μορφωτικής, πολιτιστικής και σωστής ψυχαγωγικής δουλιάς στους νέους.

Κάποια μέρα πήρα ειδοποίηση απ' το ταχυδρομείο του Πειραιά. Ημουν παραλήπτης κι εγώ ενός «δέματος βοηθείας»!! Αλλά ποιος ήταν ο αποστολέας; Εμείς δεν είχαμε κανένα συγγενή στο εξωτερικό για να μου στείλει δέμα!

Ωστόσο, με πολλή χαρά, αλλά και περιέργεια πήγα στο ταχυδρομείο και παρέλαβα το δέμα. Το άνοιξα με δικαιολογημένη αγωνία. Είχε μέσα σοκολάτες, ένα κουτί γάλα σκόνη, τσιγάρα κι ένα χαρτί που έγραφε:

«Αφησα την Αθήνα. Παντρεύτηκα στην Αμερική, έκανα οικογένεια και ζω εδώ. Είμαι η............... που της χάρισες το μισό σκουμπρί...».

Τίποτα άλλο.

Δεν είχα δική της διεύθυνση για να την ευχαριστήσω για το «δέμα βοήθειας». Το κάνω τώρα, μετά από μισό και πλέον αιώνα και μάλιστα δημόσια, μέσα απ' τις στήλες του «Ριζοσπάστη».


ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΕΡΒΟΥ

Ο Δημήτρης Σέρβος γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Πειραιά. Φοίτησε στην Ιωνίδειο Σχολή και αποφοίτησε απ' το Νυχτερινό Γυμνάσιο, ενώ την ημέρα δούλευε σε τοπική εφημερίδα, ακολουθώντας το δημοσιογραφικό επάγγελμα.

Εργάστηκε στον ημερήσιο Αθηναϊκό και Περιοδικό Τύπο, καθώς και στην Κρατική Ραδιοφωνία με το ψευδώνυμο Δημήτρης Αιγινίτης.

Φοιτητής της Παντείου Σχολής Πολιτικών Επιστημών, συμμετείχε ενεργά στο φοιτητικό κίνημα.

Για τη συμμετοχή του στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα μέσα απ' τις γραμμές της ΕΠΟΝ, συλλαμβάνεται το 1943 απ'την Ειδική Ασφάλεια βασανίζεται και φυλακίζεται στις φυλακές Χατζηκώστα.

Πήρε μέρος στο Μεγάλο Δεκέμβρη 1944 και με την υποχώρηση ακολούθησε τον ΕΛΑΣ στην Ελεύθερη Ελλάδα. Μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Τον Ιούλη 1947 εξορίζεται στην Ικαρία.

Συμπληρώνει τα 58 χρόνια μέλος του ΚΚΕ, είναι αντιπρόεδρος του Παραρτήματος ΠΕΑΕΑ Πειραιά και μέλος των ΔΣ του ΠΕΑ και Φίλων της ΕΠΟΝ, του ΠΣΑ Δημοσιογράφων Εθνικής Αντίστασης, καθώς και μέλος του Β/θμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου της Ενωσης Συντακτών Περιοδικού και Ηλεκτρονικού Τύπου, της ΠΟΕ Συντακτών, της Βαλκανικής και Διεθνούς Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων.

Για το βιβλίο του «Που λες... στον Πειραιά», έχει τιμηθεί με το Α' Βραβείο της Διεθνούς Ακαδημίας Γραμμάτων και Τεχνών, ενώ το τελευταίο του βιβλίο «ΤΟ ΠΑΙΔΟΜΑΖΩΜΑ και ποιοι φοβούνται την αλήθεια», έκδοση «Σύγχρονη Εποχή» κυκλοφορεί σε Β΄ έκδοση.




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org