ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 17 Αυγούστου 2003
Σελ. /24
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΔΙΗΓΗΜΑ
Βιογραφικό της Λίζας Κοντομιχάλου

Η Λίζα Κοντομιχάλου γεννήθηκε στην Αθήνα από γονείς Κεφαλονίτες. Σπούδασε φιλολογία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο. Εργάστηκε στη Μέση Εκπαίδευση και το 1980 μετανάστευσε στη Γερμανία.

Εχει γράψει ένα μυθιστόρημα και διάφορα άλλα πεζογραφήματα που δεν έχουν ακόμη εκδοθεί... «Το γράψιμο είναι για μένα, που ζω μόνιμα στο εξωτερικό, ανάσα ζωής και η ενασχόληση με τη γλώσσα της πατρίδας πολύτιμο κομμάτι!» θα πει η ίδια.


Η μετάφραση

ΜΕΡΟΣ Β΄

Παπαγεωργίου Βασίλης

«Να σας πω κάτι από τη ζωή μου... Ε, τι να πω, παιδάκι μου, ας πω πρώτα μια καλημέρα... Η καλημέρα του θεού είναι για. Που λες, αγόρι μου, εγώ είμαι ο Απόστολος Μανιάς από τα Τρία Πηγάδια... Ορεινό το χωριό, φτωχό, χτικιό η ζωή εκειαπάνω... Δε λέω, αγέρας καθαρός, αλλά πέτρα, πολλή πέτρα... Κάτι χωραφάκια, κάτι ζωντανά, και οι καιροί... Την ξέρεις τη ζωή του αγρότη... Σε τρώνε οι αέρηδες και οι ήλιοι... Τι να πεις... Φτώχεια, ψέματα να λέμε; Και μετά, τι τα θέλεις... Πολλά περάσαμαν εμείς οι Ελληνοι... Τουρκιά, προσφυγιά, Βουργάροι, Γερμανοί με το συμπάθιο, πόλεμοι, αντάρτικα...

Επεσε και πείνα. Τι να σου κάνουμε, τι να σου κάνει κι η γη, ποιον να ζήσει, ποιον να πρωτοθρέψει, και καταστροφές, δυστυχία... Θα φάει ο ένας τον άλλονα, έλεγε η σχωρεμένη η γιαγιά μου, θα φάει ο ένας τον άλλονα...

Κυνηγεμοί κακομοιριά, ξεραΐλα μέχρι που μας άνοιξε ο Καραμαλής την πόρτα για Γερμανία. Ας είναι καλά, αυτός μας έσωσε. Πάτε λέει εκειαπάνου έχει δουλιά. Του κερατά, λέω στην κερά, Γερμανία, Γερμανία...».

Στο σημείο αυτό πάτησα το στοπ. Επρεπε να πάω στην κουζίνα, κάτι να πιω, είχα κορακιάσει.

Ακου ρε μυαλά, ο Καραμανλής τον έσωσε. Και τι έγινε με την Ελλάδα, ρε μπάρμπα; Αυτή ποιος την έσωσε;

Αχ, Γρηγοράτε, με κείνη την ταινία σου, πώς το έλεγες;

«Μετά τον πόλεμο αντί να έρθει η ανάπτυξη, ήρθε η "Νεστλέ"».

Μάλιστα, η «Νεστλέ» και πόσοι ακόμη, σκεφτόμουν τότε μέσα στον κινηματογράφο «Παλλάς», τέλη της δεκαετίας του '70....

Και πού 'σαι ακόμα, λέω σήμερα, αρχές της δεκαετίας του 2000.

Ε, ρε κατακαημένε Μανιά, ε, ρε κατακαημένη Ελλάδα...

Μουρμουρίζοντας γυρίζω στο κασετόφωνο και πατάω το σταρτ, εξοπλισμένη με μια μπουκάλα νερό και την τσαγέρα γεμάτη τσάι. Και ο Μανιάς συνέχισε.

- «Ούτε κατά πού πέφτει η Γερμανία δεν ήξερα... Μωρέ ίσα, λέω στην κερά, έφυγα για την Αθήνα... Με το τρένο. Ε, και πού 'σαι, παιδί... Εκεί να δεις φόβος. Θα με πάρουνε, δε θα με πάρουνε... Αν έχεις λέει ένα χαλασμένο δόντι σου λένε χαλτ. Δεν έχει Γερμανία. Φόβο εγώ... Τι θα κάνω αν δε με πάρουνε... Εχω κάνα χαλασμένο δόντι... Με τη γλώσσα μέτραγα τα δόντια μου, πότε τα 'βγαζα τριάντα, ποτέ τριάντα τρία. Μια γυναίκα απέναντί μου με κοίταζε, μια δόση έκανε το σταυρό της... Για παλαβό με πέρναγε... Μετά ψαχνόμουνα, τα παΐδια μου όλα στη θέση τους και ψωμωμένος, όχι τσιλιβήθρα.

Μα ποιος τσι ξέρει τσι Γερμανάδες, έλεγε η γιαγιά μου τότες, στην Κατοχή... Ε, ποιος τσι ξέρει για... θα με πάρουνε, δε θα με πάρουνε... Με πήρανε... Με μπουζουριάσανε... Για το ταξίδι δε σε λέω τίποτα, θα σιχαθείς τον άνθρωπο... Με πήρανε που λες και να σου η Στουτγκάρδη... Τώρα τη λέω, Στουτγκάρδη. Τότε πού να την πω, μπέρδευε η γλώσσα μου πανάθεμά τη...

Και κει να δεις ζωή... Ολη μέρα φάμπρικα, το βράδυ χάιμ, οι γυναίκες αλλού, απέναντι... Κι άντε οι επιτήδειοι να δένουνε σεντόνια και να κατεβαίνουν από τα παράθυρα σαν τον Ταρζάν... Μπαινοβγαίνανε στο γυναικείο για. Κι άντε κι τσαπερδόνες να τρυπώνουνε στο δικό μας κάτω απ' τα κρεβάτια σαν τσι γάτες... Μετά τα κατάφερα κι έφυγα, νοίκιασα κάπου κρεβάτι. Ναι, παλικάρι, τι με κοιτάς. Νοίκιασα κρεβάτι για τη νύχτα, μου το νοίκιασε ένας που δούλευε νυχτερινός. Το πρωί πήγαινα εγώ στη δουλιά, γύριζε εκείνος, κοιμόταν στο κρεβάτι που άδειαζα. Σε δυο-τρία χρόνια έφερα απ' τα Πηγάδια την κερά, τη βρήκα δουλιά σε μια κουζίνα... Και φτιαχτήκαμαν σιγά - σιγά, δόξα ο Γιαραμπής... Μια καρέκλα από δω, ένα τραπέζι από κει, το στήσαμαν το τσαρδάκι...

Να 'βλεπες που πήγαμαν πρώτη φορά να ψουνίσουμε, γάλα θέλαμαν, γάλα παπορέ, είδαμαν ένα μ' ένα αρκουδάκι απάνου. Οχι, όχι αυτό, φώναζε η κερά, είναι από αρκούδα. Κι εγώ τι να πω, κώλωσα. Γάλα από αρκούδα, ναι, πού ξέρεις, μπορεί να αρμέγουνε και τσι αρκούδες οι Γερμανοί... Δίπλα ένα πατριωτάκι μας άκουσε. Τι λέτε, βρε συντοπίτες, τι αρκούδες μολογάτε, εδώ δεν έχει αρκούδες, γαμώ σε διάολε. Γάλα από γελάδα είναι, κυρά μου, σαν αυτή που είχες στο χωριό σου... Ακου από αρκούδα στο σούπερ μάρκετ, άκου ν' ακούσεις...

Κι άλλα χουνέρια και αγωνίες και ρεζίλια.... Κι έχασα και τη δουλιά, με διώξανε. Με βάλαν να καθαρίσω το φουγάρο. Ανέβαινα, ανέβαινα μια σκάλα κι όσο ανέβαινα το φουγάρο στένευε, έφτυσα αίμα να δω τον ουρανό. Είπα αμάν να πατήσω πάλι χώμα... Τέτοια δουλιά δεν ξανακάνω, είπα στον κάπο. Τότε να μην ξανάρθεις, με είπε το κωλόπαιδο, με το συμπάθιο. Αλλά βρήκα αμέσως δουλειά, τότε δένανε τα σκυλιά με τα λουκάνικα, όχι όπως τώρα, ανεργία σε λέει, βρε τι θα πει ανεργία δεν ξέραμαν...

Πήγα και στα δέρματα, βρώμα να δεις, υγρασία, κι αλλού κι αλλού, μέχρι που άραξα στην ΑΕG. Ακόρντ, σκλαβιά και να μην καταλαβαίνεις και γρι, να λες όλο για, για, χωρίς να ξέρεις τι σε λέει ο άλλος...

Κι ήτανε και κάτι πούστηδες, με το συμπάθιο, πού να κάνεις μια στραβοτιμονιά, λεκ μιχ αμ αρς, λεκ μιχ αμ αρς, γλείψε μου τον κώλο, με το συμπάθιο... Ακούς; Ακούω να λες... Οχι όπως εσύ εδώ στη φημερίδα με τη γραβάτα σου, ντάνκε σε λέει ο κολέγγας, μπίτε τον λες εσύ. Εμείς πού τέτοια στη φάμπρικα. Εσύ ξέρεις γερμανικά για, εδώ γεννήθηκες...

Α, η γλώσσα, μεγάλο πράμα η γλώσσα. Ομως τι τα θες, ο καιρός είναι γιατρός, έλεγε η γιαγιά μου, όλα τα μέρεψε. Και σπίτι καλό βρήκα, καλό να πούμε, χωρίς μπάνιο, άστα αυτά, έλεγε η κερά, αυτά είναι για τσι Γερμανοί, είχες μπάνιο στο χωριό σου;

Και ήρθαν απ' τα Πηγάδια και τα παιδιά, τα 'χε η πεθερά μου για, και πήγαν σχολείο... Η Μυροφόρα μου και ο Μάνος. Και η Μυροφόρα μου έμαθε και γραφομηχανή και στένο... Στένο, έτσι λένε οι Γερμανοί. Και βρήκε δουλιά στη Σπάρκασε. Από τη φημερίδα τη βρήκε, από πού νόμισες... Τη Μυροφόρα μου δεν την είδε αθρώπου μάτι, ούτε μύγα δεν την έγγιαξε... Αλλά; Τι λες; Και την πάντρεψα και μας βγήκε καλός ο γαμπρός κι η Μύρο μου άφησε την τράπεζα κι άνοιξε ρεστοράν κι οι διευθυντάδες στη Σπάρκασε κλαίγανε, σαν τη Μύρο μου δεν πέρασε καμιά άλλη από το μαγαζί τους...

Την είχε η μάνα της από μικρή στο νοικοκυριό, α, όλα κι όλα, και μαγείρευε και ζύμωνε κι είπε στον άντρα της η Μύρο μου, ρεστοράν θ' ανοίξουμε και θα πιάσουμε, οι Γερμανοί όλα τα τρώνε και σκατά να τσι δώσεις φχαριστώ θα σε πούνε. Και πιάσανε και να τα λεφτά με τη σέσουλα και να τα διαμερίσματα και δεκαπέντε νοματαίοι προσωπικό στο μαγαζί, αμ πώς για; Κι ο Μάνος μου καλή δουλιά βρήκε, με τη γραβάτα πάει, κύριος... Κι έχτισα στα Πηγάδια βίλα να δουν τα μάτια σου και πάω τα καλοκαίρια κι οι τουρίστες μιλιούνια βγάζουνε το σπίτι μου φωτογραφία...

Δουλέψαμαν σκληρά, αλλά τώρα είμαστε καλά κι έχουμε και δυο οκάδες λεφτά...».

Στο σημείο αυτό ο Αγκόπ τον διέκοψε. Με τα σπασμένα ελληνικά του ζήτησε και κάποια άλλα πράγματα να μάθει.

- Και πού πήγατε, καλέ μου άνθρωπε, όλα αυτά τα χρόνια; Τι είδατε στη Γερμανία, ποιες πόλεις, ποια μουσεία, ποια θαύματα τεχνικής. Η Γερμανία με τον μεγάλο πολιτισμό της...

Ο καημένος ο Αγκόπ, μαθητευόμενος στην εφημερίδα, προσπαθούσε να εκμαιεύσει κάποιον έπαινο για τη χώρα την τόσο γενναιόδωρη, που αγκάλιασε τους γκάσταρμπάιτερ, τους φιλοξενούμενους εργάτες...

Τι ωραίος νεολογισμός! Ομως ο Μανιάς δεν καταλάβαινε από τέτοια, του Αγκόπ οι γαλιφιές έπεσαν στο κενό.

«Εμείς, παιδάκι μου, πολιτισμό δεν είδαμαν, μόνο εργοστάσια, βουρστ και αούτομπαν, ναι, πολύ αούτομπαν, πάρα πολύ...».

Και πάλι πάτησα το στοπ. Τα τελευταία λόγια ήταν λίγο βαριά για τη διάθεση και την καρδιά μου. Σαν βέλος ξεπήδησε στη μνήμη μου μια σκηνή. Ελληνική ταινία, μου διαφεύγει ο τίτλος, ο μετανάστης Χατζηχρήστος και οι εμπειρίες του συνοπτικά. «Πολύ πιάτο η Αμερική, πολύ πιάτο...».

Ακριβώς! Πολύ πιάτο η Αμερική, πολύ αούτομπαν η Γερμανία... Ποιος ξέρει τι πολύ έχει η Αυστραλία, το Βέλγιο, η Σουηδία, όλες οι χώρες υποδοχής... Αλλος βολικός νεολογισμός.

Κι ας μη βιαστούν οι εκσυγχρονισμένοι και παγκοσμιοποιημένοι να ωραιοποιήσουν τις καταστάσεις, αντιστρέφοντας τις λέξεις και διαστρεβλώνοντας τις έννοιες. Ας αφήσουν στην άκρη και το φιλοπερίεργον του Ελληνος. Ηχεί κάπως κωμικοτραγικά.

«Ολα τα ζήσαμαν στο πετσί μας, ξέρει ο θεός κει ψηλά», μου επισήμανε από το κασετόφωνο ο Απόστολος Μανιάς.

Το επόμενο πρωί, οχτώ η ώρα ακριβώς, ο Φρανκ χτυπούσε το κουδούνι. Ηρθε με μια χαρτοσακούλα ζεστά ψωμάκια, μικρές πίτες γεμιστές με μαρμελάδα δαμάσκηνου και ένα ακόμη κόκκινο τριαντάφυλλο.

- Πώς πήγε η μετάφραση, γλυκιά μου, Κατρίν; ρώτησε φιλώντας με ο μαλαγάνας.

- Πώς να πάει; Στενοχωρήθηκα, του απάντησα έτσι, με λίγα λόγια. Φυσικά ήθελα να του πω πως η όλη υπόθεση μου έκανε την καρδιά περιβόλι, αλλά άντε τρέχα γύρευε να πεις κάτι τέτοιο στα γερμανικά.

- Στενοχωρήθηκες; Γιατί; θέλησε να μάθει ο Φρανκ, κοιτώντας με διαπεραστικά πάνω από το φλιτζάνι του καφέ του.

- Τι ξέρεις από ελληνική λογοτεχνία, κύριε δημοσιογράφε; τον ρώτησα.

- Ουσιαστικά τίποτα. Εχω μερικά βιβλία που μου χάρισες εσύ κατά καιρούς... Το μόνο που διάβασα είναι αυτός ο τύπος, πώς τον λένε; ο Ζορμπάς...

- Ικανοποιητική η απάντηση, μάλιστα, είπα αφηρημένη και ξαναγέμισα τα φλιτζάνια.

Η μέρα μετά το πρωινό με τον Φρανκ κύλησε βαρυφορτωμένη. Ανεξήγητα πώς, είχαν μαζευτεί πολλά πράγματα για τακτοποίηση, διευθέτηση, διεκπεραίωση. Και όμως, μέσα στην αναπόφευκτη πρεμούρα, μια ιδέα στριφογύριζε στο μυαλό μου.

- Το Διπλό Βιβλίο, πού θα βρω στα γερμανικά το Διπλό Βιβλίο! Η σκέψη, η πρόθεση κουδούνιζε μέρες στο κεφάλι μου, όμως μέχρι σήμερα δεν τα κατάφερα να την κάνω πράξη.

Θα μου πείτε, κι αν ο νεαρός δημοσιογράφος της πλανητικής εποχής διαβάσει το βιβλίο αυτό του Δημήτρη Χατζή, τι θα καταλάβει;

Σίγουρα, όχι και πολλά πράγματα, όμως δε θα είναι κάποια αρχή, μια μικρή σπρωξιά προς τον προβληματισμό; Ή μήπως ανήκετε στους τυφλούς ή απογοημένους που πιστεύουν ότι «τα σημερινά παιδιά», όπως λέγεται αορίστως, δεν έχουν ιδέα από τα προβλήματα ανθρώπων και λαών ή -ακόμα κι αν τα ψυχανεμίζονται -αγρόν αγοράζουν και ζεύγη βοών δύο;

Ευτυχώς εγώ, αν και επισημαίνω πολλά και διάφορα εδώ, στη χώρα υποδοχής, που με κάνουν να τραβάω τα μαλλιά μου, δε χάνω το θάρρος μου.

Ο άνθρωπος δεν είναι ποτέ «τελειωμένος», ανοικτά πάντα κι άγρυπνα τα μάτια της ψυχής του, που λέει και ο ποιητής, πλατιές λεωφόροι για την εξέλιξη της νοημοσύνης του.

Γι' αυτό θα ψάξω και θα βρω το Διπλό Βιβλίο στα γερμανικά και θα αναγκάσω, ναι τον Φρανκ, να το διαβάσει, θα του εξηγήσω, θα τον ευαισθητοποιήσω πάνω στο ζήτημα της μετανάστευσης, για να μπορέσει να ψηλαφήσει τις ψυχικές, τις εσωτερικές της παραμέτρους. Και τότε η καμπάνια του δε θα είναι πια σόου, θα είναι ένα ζωντανό, ματωμένο κομμάτι ζωής.

Ισως καταλάβει και ο ίδιος τι σημαίνει «Το Ρωμέικο με τις χαμένες γενιές του» του Δημήτρη Χατζή.

Τι σημαίνει και το δικό μου «ε, ρε κατακαημένε Απόστολε Μανιά, ε, ρε κατακαημένη Ελλάδα...».

Ομως, πέστε μου, αυτό το τελευταίο πώς μπορεί κανείς να το μεταφράσει;


Λίζα ΚΟΝΤΟΜΙΧΑΛΟΥ




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org