ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 17 Ιούνη 2001
Σελ. /24
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΔΙΗΓΗΜΑ
Μαρία

Παπαγεωργίου Βασίλης

Στον Ανέστη Ευκαρπίδη

ΟΛΑ, ΟΠΩΣ ΠΑΝΤΑ, ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥΣ. Ο μπετονίτης, ο χαλαζίας, η άμμος...

Το σύρμα για τις «καρδιές». Κάρβουνο σκόνη, το άμυλο... Χωμένη στη μπλε της τη φόρμα, κάθε πρωί το τακτικό δρομολόγιο.

- Οι καρδιές στη θέση τους, Μαρία;

- Στη θέση τους, σεφ.

- Η υγρασία, τα υγρόμετρα εντάξει;

- Εντάξει, παν - ινζενίρε!

- Καρβουνόσκονη έβαλες;

- Εβαλα.

- Βελτιωτικό έβαλες;

- Εβαλα.

- Κατρίνι έβαλες;

- Εβαλα... Ωχ! (δαγκώθηκε η Μαρία). Πάλι κοροδεύς με παν-ινζινέρε; Γαμώ το λιλί σ', κομάντερ!

Πρώτα γελούσαν τα μάτια της και μετά αντηχούσε ένα γελάκι στο σκουριασμένο τοπίο.

«Κατρίνι» βέβαια δεν υπήρχε, δε σήμαινε τίποτα, ήταν ένα από τα «τεστ» που της έκανε μερικές φορές της Μαρίας ο μηχανικός, ο κύριος Τάσος.

Τεστ όχι στη δουλειά επάνω. Εκεί δεν της έβανε κανένας χέρι της Μαρίας. Γλωσσικά αστεία έκανε ο μηχανικός χυτηρίου, σε μια παράξενη σλοβακοποντιακή διάλεκτο.

Γιατί η Μαρία δε μίλαγε καμία γλώσσα κανονικά. Τα ρώσσικα δεν τάμαθε ποτέ. Τα ποντιακά τάχε ξεχάσει, στα σλοβάκικα δυσκολεύτηκε πολύ. Τα μπέρδεψε τελικά όλα και μερικές φορές γινόνταν πλάκες, όταν μιλούσε.

Αντίθετα, ο μηχανικός ήταν πολύγλωσσος. Τσέχικα άπταιστα, σλοβάκικα, γερμανικά, ρωσσικά, ούγγρικα, λίγα σέρβικα, βουλγάρικα. Και πολύ σωστά ελληνικά. Μίλαγε και δυο - τρεις ακόμα γλώσσες, ανύπαρκτες.

- ...Μος ματσιορντό, Μες μος σάι λενό.

Εμ' αρντού, αρντί... Ζινώντας τ' απονίδιονο λαβίνι κι αργοζινώντας τ' απολίναρό. Ζινώντας τ' απονίδονο «κατρίνι», ζινώντας τα κον' άλι κωλαρό. Κατάλαβες, Μαρία; Νάμαι ήσυχος;

- 'Μω την πίστη σ'. Αφορεσμένον...

Οσο περνάει ο καιρός, δεν ξέρω, όλο και συχνότερα θυμάμαι τη Μαρία. Τη Μαρία απ' το χυτήριο.

Είτε σε μίζερες Δημόσιες Υπηρεσίες εξ ανάγκης εισέρχομαι είτε σε μοντέρνα γραφεία πολυεθνικών, σ' αυτήν πάει ο νους μου.

Οπως χτες που ήθελα κάτι να ζητήσω απ' τον κύριο Κακουλίδη κι ανέβηκα στο κτήριο της «Bold». Διαφημιστική εταιρεία είναι. Τυχερός ήμουνα, τον βρήκα σε καλή ώρα.

- Κάτσε, μου είπε, σε ξέρω καλά. Τώρα θα θες να σου πω για τη Ναζλού και τη Ρουδάμα, για την Γκερέκη, τον Χαράλαμπο, τη Σιμέλα και τον κυρ-Αλέξανδρο. Τρεις μέρες και τρεις νύχτες στο καΐκι για να βγουν από τον Πόντο στη Ρωσία... Τι σκέφτεσαι;

Γύρω κομπιούτερς, κρύσταλλα και γκόμενες σπαθάτες. Μοσχοβολούσαν, λες και δεν ίδρωναν ποτέ. Κλιματισμός. Ντιζάιν.

Αλλά και τις προάλλες πήγα στην «Πρόνοια». Διάδρομοι σκοτεινοί χωρίς πουθενά φωταγωγό, ένα γραφείο με κάποια κυρία που μίλαγε σ' όλους στον ενικό, δύο επόπτες Δημόσιας Υγείας που κάπνιζαν συνεχώς, οι τοίχοι είχαν αλλάξει χρώμα, ένας γιατρός πέρασε:

- Καλημέρα. Πώς πάμε;

- Ε, τι να κάνουμε, στον αγώνα...

Μίζερη φάτσα, αφχαρίστηγες γυναίκες.

Κι έφερα την εικόνα, την ιστορία της Μαρίας στο νου μου. Στο κελάκι της μέσα στο χυτήριο. Εκεί βασίλευε η ομορφιά και η πάστρα. Οπου πέρναγε αυτή, η δουλειά θα γινόταν και θα γινόταν με κέφι. Βοηθός Μηχανικού Χυτηρίου, με την αξία της, γιατί από δεκαπέντε χρόνων ήταν στη δουλειά.

Εκεί μέσα πολλοί ήσαν πολιτικοί πρόσφυγες επαναπατρισθέντες, σαν τον προϊστάμενο τον κύριο Τάσο. Η Μαρία δεν ήταν απ' αυτούς ακριβώς. Είχε γεννηθεί στον Καύκασο, από οικογένεια της Τραπεζούντας. Εκείνα τα δέκα - δώδεκα χρόνια πρέπει να ήταν και τα μόνα που τα θυμόταν με αγιάτρευτη νοσταλγία. Η οικογένεια διαχειριζόταν ένα απέραντο κτήμα. Ερχονταν τα φορτηγά του κράτους κι έπαιρναν τη σοδειά, αλλά αυτά που άφηναν ήταν τόσα που πέρναγαν πλούσια. Εδιναν και στους γείτονες των άλλων κτημάτων και αυτοί πάλι με τη σειρά τους κάνανε επισκέψεις, έκαναν γιορτές, χορούς. Το χρήμα άχρηστο, όλα σε είδος. Ούτε ξέρανε τι γίνεται στον κόσμο, ούτε τον πήρανε χαμπάρι τον πόλεμο που χτύπαγε τις πόρτες της Ευρώπης.

Δεν κράτησε πολύ η ευτυχία.

Ηρθε διαταγή να φύγουν. Δεύτερος ξεριζωμός, αλλά όχι και ο τελευταίος.

Και βρέθηκε η Μαρία, τα αδέρφια της, ο γονείς της και η γιαγιά σε δύο δωμάτια, σε κάποιο μπλοκ χιλιάδων διαμερισμάτων, δίπλα στα φουγάρα μιας εργατούπολης στο Ουζμπεκιστάν.

Από τότε δεν ξαναπήγε στο σχολείο και μπήκε στο εργοστάσιο.

Στο παζάρι είχε γούστο. Τάταροι, Μογγόλοι, κατάξανθοι Ρώσσοι κι άκουγες αζέρικα, τσετσένικα, ελληνικά, κάτι παράξενα «τούρκικα», διαφορετικά από εκείνα που ήξερε η γιαγιά, και όλοι μαζί ρώσσικα, επισήμως αυτά.

Στο εργοστάσιο γεμίζανε οβίδες, σφαίρες και τέτοια. «Νάσαι ξανθός, νάσαι όμορφος, Φριτς απ' το Βερολίνο» λέγανε οι κοπέλες που δίνανε καμιά φορά όνομα στην οβίδα.

Η γιαγιά έλεγε ότι η σφαίρα που θα σε σκοτώσει έχει τ' όνομά σου χτυπημένο επάνω της. Είναι γραμμένη για σένα απ' το εργοστάσιο. Ποιος ξέρει.

Τέλειωσε ο πόλεμος, άλλη διαταγή. Γιατί άλλα πράγματα γινόταν στην πατρίδα της, στη μητέρα πατρίδα, δηλαδή, στην Ελλάδα. Αγρια πράγματα.

- Θα φύγετε, λέει, πάλι. Για την Ευρώπη. Εδώ δε σας παίρνει.

Μόνο η γιαγιά δεν πρόφασε άλλη μια προσφυγιά. Εκλεισε τα μάτια εκεί, στην Τασκένδη, στην 7η Πολιτεία.

Κι έτσι βρέθηκαν στη Σλοβακία, στα χυτήρια. Βαρειά βιομηχανία, χύτευαν τους πύργους απ' τα Τ29 και τα Τ33, τα άρματα μάχης που θα πάταγαν τη μαύρη αντίδραση και θα 'διναν λευτεριά στην Ευρώπη και στον κόσμο ολόκληρο. Ετσι τουλάχιστον τους έλεγαν στη Διαφώτιση κάθε Τετάρτη.

Τη γιαγιά την έλεγαν Ελεωνόρα.

***

Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά και χιόνια στην Εδεσσα, '47-'48 θυμάται ο Περικλής.

Μόλις είχε κλείσει τα 21, μόλις είχε πάει στο γέρο του το δίπλωμα της Παιδαγωγικής Ακαδημίας και τώρα μαχητής της 104 Ταξιαρχίας του ΕΛΑΣ υπό τον Γεωργιάδη. Δύο μερόνυχτα άγρυπνοι και νηστικοί.

Η διαταγή ήταν να πάρουνε την πόλη της Εδέσσης.

Μια κουβέντα ήταν. Ακόμα θυμάται τη μάχη στο παγωμένο ρέμα. Το πώς τους θέρισαν οι άλλοι. Το πώς ήθελε να πέσει μέσ' στο χιόνι και να αποκοιμηθεί. Τον έσωσε ένας πατριώτης του με μια κλωτσιά.

- Ξύπνα, ρε!

Το πρωί ατίμασαν το Γεωργιάδη, του πήραν το πιστόλι του αφαίρεσαν και τη διοίκηση κατά διαταγή του Γιούσια. Αυτός, λένε, διέταξε και τον εκτέλεσαν.

Κι ο Περικλής περπάτησε μ' άλλους συντρόφους μια μέρα. Εφτασαν στα υψώματα του Καϊμακτσαλάν και είδαν για τελευταία (όπως πίστευαν) φορά χιονισμένο τον κάμπο της Αλμωπίας, τα χωριά τους, την παλιά Καρατζόβα. Και πήραν το ανηφορικό μονοπάτι απ' τα Λουτρά, το Πόζαρ. Κι όταν βρέθηκαν στην κορφή έσκυψαν και φίλησαν το χιόνι. Ετσι πέρασαν στην τότε Γιουγκοσλαβία.

Ο δάσκαλος Περικλής Ρωμανίδης βρέθηκε τεχνίτης μετάλλου στην Μπρατισλάβα. Εκεί είδε τη Μαρία και την αγάπησε.

Απ' την πατρίδα έφταναν μαντάτα ότι φιμώθηκε η Δημοκρατία. (Ενώ εδώ την έχουμε πλέρια, μουρμούριζε ο Περικλής).

Κάποτε όμως άνοιξαν τα σύνορα κι απ' τους μεν και απ' τους δε και ήρθε η πολυπόθητη άδεια.

- Αυτή είναι η πατρίδα μου, σκέφτηκε η Μαρία, μόλις πέρασε το τραίνο τα σύνορα.

Αυτή είναι η Μητέρα. Η μακρινή μητέρα - πατρίδα.

Κι έφερε τρία παιδιά, ένα βαγόνι οικοσκευές, κρύσταλλα Βοημίας και απ' τη μακρινή τουρκόφωνη χώρα, μόνο ένα ενθύμιο.

Μια σπάνια εικόνα που την είχε πάντα στο δωματιάκι της στο χυτήριο.

Η Παναγία είχε μογγόλικα χαρακτηριστικά.

Ο άντρας της, τεχνίτης μετάλλου, ο Περικλής Ρωμανίδης, τώρα ήταν οδοκαθαριστής στο Δήμο Καλλιθέας.

Στην Καλλιθέα μένανε, εκεί πήγανε σχολείο τα παιδιά, στην Αγία Ελεούσα.

Δύο κόρες κι ένας γιος. Είχε όνειρα η Μαρία. Τα κορίτσια τάστειλε στο Τεχνικό Λύκειο και η μία έγινε αισθητικός και η άλλη γραφίστας. Ο γιος αληταράκος. Κάτι μηχανάκια, κάτι ποδήλατα χτύπαγε, έτρεχε η μαύρη η μάνα να τον ξεμπλέξει.

Πήγε και φαντάρος στο Πυροβολικό, όπως έλεγε αυτή: «Στο Ογδόντα κυλιόμετρο, στο Φήβα, πήγα στο Νικητή και μιλήσαμε», δηλαδή υπηρετούσε το παιδί στη Θήβα, στο 80ο χιλιόμετρο και πήγε και η ίδια και μίλησε στο Διοικητή.

Τελικά τον έβαλε τον αληταρά στο Λιμενικό κι όπως λένε έστρωσε, ησύχασε κι αυτή.

- Αντε, βρε Μαρία, είπε το μεγάλο αφεντικό κάποια μέρα. Να δούμε τι θα γίνει με τα ένσημά σου, γιατί, όπως τα λες, πρέπει νάχεις πάνω από 30 χρόνια σ' αυτή τη δουλειά.

Αυτή απτόητη. Χυτήριο 7 με 3 καθημερινά. Είχε πάρει κι ένα μηχανάκι αντίκα, Solex, από κείνα με τον κινητήρα στη ρόδα τη μπροστά.

Είχε περάσει τα 45, αλλά αφότου ταχτοποίησε τα παιδιά της, είχε ανθίσει.

Ενα πρωί άργησε. Μετά από τόσα χρόνια για πρώτη φορά. Ανησυχήσανε στο χυτήριο. Ηρθε καθυστερημένη, της είχαν κλέψει το μοτοσακό. Πέρασαν οι μέρες και ήταν χαρούμενη.

- Τι έγινε, βρέθηκε τίποτα;

- Οχι, δεν ευρέθη. Αλλά, τι να σας πω, παιδιά. Καλό, πολύ καλό το ελληνικό Αστυνομία. Φωνάζει ο Αστυνόμον εμέ. Ρωτά εμέν: «Κυρία Ρωμανίδου, έβρηκες μηχανάκι;» «Οχι, κύριε Αστυνόμεν μου». «Ε, ψάξον, ψάξον, κυρία Ρωμανίδου».

Τελικά το μηχανάκι βρέθηκε, έπιασαν και το τσογλάνι που τόχε κλέψει, αλλά η Μαρία δεν υπέβαλε τελικά μήνυση.

***

Ωσπου μια μέρα ήρθαν οι ευχάριστες ειδήσεις. Ταχτοποιήθηκε το θέμα των πολιτικών προσφύγων, αναγνωρίστηκαν τα χρόνια της απ' το δικό μας το ΙΚΑ και η χαρά της δεν περιγραφόταν.

Είχανε φτιάξει με τον Περικλή και δυο δωματιάκια, ένα εξοχικό στον Αι-Νικόλα, στην Ανάβυσσο.

Αντε, πολύ κουράστηκε κι αυτή η ψυχή, λέγαμε.

Να πάρει το σκουπιδιάρη της και να βλέπουν τα πλοία στο Σαρωνικό. Να πάρει και την Παναγιά τη Μογγόλα, να της βρει μια θέση μόνιμη κι αυτής της καημένης που την έφαγαν οι προσφυγιές.

Κι έτσι έγινε. Ηρθε την τελευταία μέρα στο χυτήριο μια κυρία, δεν τη γνωρίσανε.

Μια κυρία με ταγιέρ. Και είχε πάντα εκείνα τα μάτια τα γλυκά και φωτεινά, τα μάτια της ελπίδας.

- Ρε, Μαρία, εσύ είσαι;

Καλά, και με τη φόρμα όμορφη ήταν, όμορφη πολύ, αλλά τώρα τάχασαν όλοι.

Της είχαν ετοιμάσει μια μικρή γιορτή, της έδωσε κι ένα δωράκι το αφεντικό.

Χαιρέτησε όλους και όλες εκεί μέσα η Μαρία. Γύρισε μια φορά το χώρο. Οι τύποι, τα καλούπια, τα υλικά χυτεύσεως, ο μπετονίτης, ο χαλαζίας, η άμμος... Ολα ήταν στη θέση τους.

Και βγαίνοντας απ' την πύλη, πέρασε ένα μηχανάκι, ένας φαντάρος λιποτάκτης ήτανε, πέρασε λοιπόν ένα μηχανάκι και τη σκότωσε.

Το σπιτάκι στην Ανάβυσσο δεν ήτανε γραφτό φαίνεται να τη χαρεί τη νοικοκυρά του.

Ο Περικλής δεν έδωσε καμία σημασία στο εικόνισμα και το πούλησε σε μένα κοψοχρονιάς. Εδώ τόχω, μπροστά μου, τώρα που γράφω.

Ο Περικλής πρέπει να έχει ξαναπαντρευτεί τώρα. Μάλλον.

(1997)


Του Ντίνου ΜΕΛΑΧΡΙ


ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Ντίνος Μελάχρις γεννήθηκε το 1950 στο Αγρίνιο και σπούδασε Βυζαντινή και Νεοελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ζει και εργάζεται στο Αγρίνιο ως εκπαιδευτικός στο εκεί Μουσικό Γυμνάσιο.

Αφηγήματά του έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά («Εβδομάδα», «Μαχητής», «Φθιωτικός Λόγος», «Πόρφυρας», «Εμβόλιμον», «Περίπλους» κ.ά.). Από τις εκδόσεις «Ιβυκος» κυκλοφορεί η συλλογή διηγημάτων του με τον τίτλο «Φωτογραφίες παλιές».

Το σημερινό διήγημα «ΟΛΓΑ - ΒΟΛΓΑ» είναι αδημοσίευτο.




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org