ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 17 Οχτώβρη 2004
Σελ. /24
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΔΙΗΓΗΜΑ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ του ΙΩΑΝΝΗ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΥ

Ο Ιωάννης Σιμόπουλος γεννήθηκε το 1923 στο Βουλγαρέλι της Αρτας, όπου τέλειωσε και το Γυμνάσιο. Ελαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση αρχικά με τον ΕΔΕΣ και μετά με ομάδα Αγγλων σαμποτέρ, που έδρασαν στην κατεχόμενη Ελλάδα. Μετά την απελευθέρωση σπούδασε στο Πάντειο και μετά στη Νομική. Δικηγόρησε στην Αθήνα και σήμερα είναι συνταξιούχος. Εχει γράψει το διήγημα «Το χαμόγελο της εξουσίας» (1966).


Μια κόκκινη μέρα

Γρηγοριάδης Κώστας

Καθώς από παλιά έχω το συνήθειο να σηκώνομαι νωρίς, ξύπνησα και σήμερα κατά τις έξι, όμως δε μου ΄κανε η καρδιά να σηκωθώ και χάζευα στο κρεβάτι.

Από μια χαραμάδα στο παραθύρι, που τ' αφήνω χειμώνα - καλοκαίρι λίγο ανοιχτό, έμπαινε ένας αέρας υγρός και τσουχτερός κι έπεφτε στο πρόσωπο σαν βίτσα χλωρή.

Χώθηκα πιότερο στα σκεπάσματα κι αφήκα το νου μου να φέρει μια γύρα τον κόσμο. Εκεί που νόμισα πως τον έχασα ολότελα, τον βλέπω κουρνιασμένο στην Ομαλή, στο πατρικό μου, ένα δωμάτιο όλο κι όλο, με χωματένιο πάτωμα, μια πόρτα κι ένα παραθύρι που το 'χτισε ο πατέρας μοναχός του κι όπου εγώ μεγάλωσα. Εκεί τον βρίσκω όποτε τον χάνω τον ατίθασο, τον ανυπότακτο νου μου, να κάθεται σ' ένα πεζούλι και να κουβεντιάζει μοναχός του σαν ζουρλός.

Τον μαζεύω, τον τραβολογάω, του δίνω και κάνα φούσκο να συνέλθει, τίποτα αυτός.

- Ελα τώρα, ξεκόλλα από δω του λέω, πάμε και σ' άλλα μέρη να ιδείς κόσμο, πολιτείες, μεγάλα όμορφα σπίτια, δρόμους ασφαλτοστρωμένους, αυτοκίνητα, γυναίκες πολλές γυναίκες, φκιασιδωμένες να περπατάν στο δρόμο, ξεμπλέτσωτες, γεμάτες μυρωδιές, όλο γλύκα. Σήκω, τι κάθεσαι εδώ στ' αγριοβούνια μοναχός σου με τις καλιακούδες και τα γεράκια! Πάμε να σου δείξω όλα τα καλά του κόσμου, να θαυμάσεις και να ευχαριστηθείς! Τ' αράδιασα κι άλλα πολλά, που δεν τα θυμάμαι τώρα, αυτός όμως δεν ξεκόλλαγε από το πεζούλι.

Τον παράτησα τότες κι εγώ, γιατί εδώ που τα λέμε δε μ' άρεσε που βρίσκομαι εκεί στην ερημιά χωρίς άνθρωπο γύρα μου, χωρίς να βλέπω τη μάνα μου να μπαινοβγαίνει στο θυροστόμι και τον πατέρα μου να πελεκάει κάνα κούτσουρο, χρόνια τώρα φευγάτοι.

Τον παράτησα, λοιπόν, εκεί το νου μου τον αγύριστο, πέταξα πέρα τα σκεπάσματα και σηκώθηκα.

Οξω μουντός ο καιρός, κρυαδερός, για βροχή. Εβαλα το μπρίκι για καφέ κι άναψα φωτιά να ζεστάνει λίγο το σπίτι. Καθώς περίμενα να κρυώσει λίγο ο καφές, π' άχνιζε μυρωδάτος δίπλα μου, πήρα το «Ετος 501» του Νόαμ Τσόμσκι να διαβάσω λιγάκι.

Αντί να με ηρεμήσει αυτό το βιβλίο, με αναστάτωσε περισσότερο με τις πικρές αλήθειες του και τις κατηγόριες π' αράδιαζε για τους τρανούς τους εξουσιαστές των λαών και πώς καταφέρνουν να καταδυναστεύουν την ανθρωπότητα με την απάτη, την εξαγορά και το έγκλημα.

Πεθύμησα, κατόπιν, λιγάκι μουσική κι άνοιξα το ραδιόφωνο, μπας και μου χαλαρώσει τα νεύρα. Πιάνω τον ένα σταθμό, αμερικάνικα, ένας γδούπος χωρίς μελωδία να σου τρυπάει το μυαλό, ο άλλος βαριά λαϊκά όλο κλάμα και δάκρυ, κακόγουστες απομιμήσεις από τραγούδια της Αραπιάς και της Ινδίας. Πιο πέρα τα ίδια, σύγχρονα γλυκανάλατα, γεμάτα χυδαϊσμό και ξενικά φερσίματα. Ούτε ένα δημοτικό, ούτε ένα κλέφτικο, ένα δικό μας τέλος πάντων, κι έχουμε τόσα όμορφα!

Αρπαξα τότες το νου μου από το χέρι και τον προσγείωσα ανώμαλα μέσα στην πόλη. Τον σεργιάνισα για λίγο στα τελευταία χρόνια, καμιά εξηνταριά, μέσα από θύμησες παλιές και ρομαντικά σοκάκια, αγνώριστος ο τόπος. Πού και πού καμιά γωνίτσα παλιά Αθήνα, που την προσπέρασαν οι εργολάβοι. Πνιγμένη η πόλη σε τεράστια κτιριακά εξαμβλώματα, κακόγουστες αρχιτεκτονικές αηδίες, κράμα θλιβερών απομιμήσεων, πρότυπα δουλικής ξενολατρίας, οδυνηρή συνέπεια της κρατικής αδιαφορίας. Αραιά και πού κάποιο διατηρητέο νεοκλασικό ασυντήρητο ξεχαρβαλωμένο ή βάναυσα παραμορφωμένο, όπως εκείνο της Κτηματικής στην Πανεπιστημίου.

- Πάει χάθηκε η ευαισθησία, η φαντασία κι ο πολιτισμός από τη χώρα μας, μονολόγησα, κάπως φωναχτά φαίνεται, γιατί ξαφνιάστηκε ο νους μου, που μ' είχε πάρει αποπίσω εδώ και κάμποση ώρα χωρίς να τον καταλάβω κι άρχισε να κλαψουρίζει.

- Πού με πας τώρα και με τραβολογάς τόσες ώρες μέσα στη βρωμιά και το καυσαέριο; Κουβεντιάζεις κιόλας μοναχός σου, κι ούτε μου δίνεις σημασία κι ας σε τραβάω από το μανίκι τόσην ώρα! Είπες πως είναι όμορφα στην πόλη και πως ετούτη εδώ είναι η πιο όμορφη απ' όλες τις άλλες και πως έχει ένα γαλανό κατακάθαρο ουρανό. Εμένα στράβωσε ο λαιμός μου να κοιτάζω προς τα πάνω και ουρανό πουθενά δεν είδα, μόνο άχαρα μπαλκόνια και κεραίες από τηλεοράσεις. Είπες θα με πας στην Ακρόπολη κι ούτε σ' ένα μουσείο δε με πήγες ακόμα.

- Καλά - καλάαα, θα σε πάω, έλα τώρα να σου δείξω την Ακρόπολη. Από εκεί που ήμασταν μόλις κατέχαμαν κάτι αρχαίες κολόνες να προβάλουν αχνά μέσα από το νέφος και την καπνούρα. Να, βλέπεις, εκεί είναι η Ακρόπολη και κινήσαμε για τον Ιερό Βράχο. Θλιβερά παραμορφωμένα γυμνός ο Παρθενώνας, καταβλημένος από το βάρος των αιώνων, τους πολέμους και τη βαρβαρότητα των ανθρώπων. Η μεγαλύτερη προσβολή που έκαναν οι Ελληνες στην Αρχαία Ελλάδα είναι που όρισαν την Αθήνα πρωτεύουσα του νεότερου ελληνικού κράτους και μαζώχτηκε εδώ ο μισός πληθυσμός, έτσι που το εξαίσιο τούτο μνημείο δεν έχει αέρα ν' αναπνεύσει.

Κατεβαίνοντας με πλάκωσαν πάλι βαριές σκέψεις. Εβλεπα την πατρίδα μου να φεύγει, να χάνεται, την Ελλάδα να γλιστράει και να βουλιάζει μέσα στην αμαρτωλή Ευρώπη αγνώριστη. Γλώσσα, φερσίματα, παραδόσεις, έθιμα, συναισθήματα, νοοτροπία ή ταυτότητα της Ελλάδας, η προσωπικότητα των Ελλήνων, όλα τούτα τ' αγαπημένα, που κράτησαν άθικτη την εθνική συνείδηση στους αιώνες της πικρής σκλαβιάς, αλλοιώνονται, παίρνουν μορφή πλαδαρή, παγκοσμιοποιημένη, άχρωμη, χωρίς οντότητα. Και καμαρώνουν οι ηγήτορες, οι ανεκδιήγητοι, οι ξεδιάντροποι, οι δουλοπρεπείς ραγιάδες, που μεθοδικά και ύπουλα την έχωσαν στο στόμα του λιονταριού την πατρίδα μας, την πολυβασανισμένη, την παράδωσαν την Ελλάδα μας στα θηρία τ' ανήμερα της Ευρώπης και της Αμερικής και κομπάζουν σαν το δήμιο που κραδαίνει το αιματοβαμμένο του τσεκούρι υπερήφανος για το έργο του, οι αλιτήριοι. Και δε φτάνει που την ξεβράκωσαν ολότελα τη χώρα μας την όμορφη και τη σεργιανάν στις πρωτεύουσες της Ευρώπης σαν ισότιμο μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ποιας ένωσης δηλαδή...), μας τριβιλίζουν κι από πάνω το μυαλό με ψεύτικες στατιστικές και παραπλανητικές επιστημονικές αοριστολογίες, μας φλομώνουν με αηδιαστική προπαγάνδα, διαφήμιση και βδελυρές ψευδολογίες τα μαζικά (απατηλά) μέσα ενημέρωσης (αποβλάκωσης) και δε λεν τίποτα για το μεροκάματο πείνας που βάλτωσε εδώ και χρόνια για χάρη τάχα της σύγκλισης που ακόμα έρχεται, και μας κρατάν κοντά είκοσι πέντε χρόνια τώρα στη λιτότητα και την κακομοιριά. Τι να την κάμω εγώ, ορέ, τη σύγκλιση και την ανταγωνιστικότητα (καινούριο φρούτο αυτό), αφού δεν έχω να φάω και βρωμάν τα χνότα μου από την πείνα, ψάχνω και δουλιά δε βρίσκω, γράμματα τα παιδιά μου δε μαθαίνουν με τους συνεχείς πειραματισμούς στου Κασιδιάρη το κεφάλι, με σχολικά βιβλία γραμμένα στο γόνατο από ανθρώπους ημιμαθείς, με πασαλείμματα γνώσεων και σκόπιμη αποσιώπηση της πραγματικής, της αληθινής γνώσης;

Σκέφτομαι πως σε λίγα χρόνια θα ψάχνω στο χάρτη να βρω την πατρίδα μου και δε θα τη γνωρίζω, θα μπερδεύομαι με τούτα τα ευρωπαϊκά φερσίματα, τα ξενόγλωσσα στολίδια που της φόρεσαν και τα γκέμια να κρατάν οι μεγάλοι της Γης, οι πλούσιοι, οι πολυεθνικές, να την τραβάν από δω κι από κει την καημένη την Ελλαδίτσα μας, μαστιγώνοντας και βρίζοντας σαν καματερό στο ζυγό, μη και στραβώσει τ' αυλάκι που χαράζουν οι ευρωπαϊκές οδηγίες. Και καθώς τέτοιες κουβέντες πικρές με τον νου μου κάναμαν, βρεθήκαμαν μπροστά στη Βουλή των Ελλήνων, στον Αγνωστο Στρατιώτη. Κι όπως είναι πάντα περίεργος ο νους μου, ρωτάει:

- Τι είναι ετούτο το κτίριο που στέκεται ξεκομμένο από τ' άλλα, κι αυτήνοι οι φουστανελάδες, τι κάνουν εδώ ντάλα μεσημέρι;

Αυτό το κτίριο είναι των Ελλήνων η Βουλή κι εδώ μαζώνονται οι βουλευτές για να σκεφτούν και ν' αποφασίσουν, που μόνο βουλή δεν έχουν στο κεφάλι τους και για τη βολή τους οι πιο πολλοί νοιάζονται, γι' αυτό κι ο λαός βολευτές τους ονομάζει. Αυτούς, λοιπόν, κάθε τέσσερα χρόνια τους ορίζει ο λαός να διαφεντέψουν τον τόπο κι εκείνοι το παίρνουν στα σοβαρά και κοντεύουν να τον ξεπουλήσουν.

Οσο για τους Ευζώνους, παλιάς δόξας απομεινάρια, τους έχουν εδώ για να κάνουν συντροφιά στον άγνωστο στρατιώτη που συμβολίζει τους χιλιάδες που χάθηκαν για να 'χουμε εμείς λεύτερη πατρίδα και για να βγάζουν φωτογραφίες οι περιηγητές. Προχωρώντας πιο κάτω φτάσαμαν στην Ακαδημία Αθηνών.

- Και τούτο εδώ τι είναι; Ωραίο κτίριο και με αγάλματα!

- Αυτή είναι η Ακαδημία Αθηνών. Εδώ στεγάζονται οι σοφοί της σύγχρονης Ελλάδας.

- Δηλαδή, εδώ είναι το σπίτι τους;

- Οχι. Εδώ έρχονται καμιά φορά να ξαποστάσουν. Υποτίθεται, βέβαια, πως έρχονται εδώ να σκεφτούν και να βγάλουν προς τα έξω σοφίες και γνώσεις που τις έχει ανάγκη ο κόσμος, να βελτιώσουν τα γράμματα, τις τέχνες, τον πολιτισμό μας γενικά, όμως στην πραγματικότητα, μια κι εξασφαλίσουν τον τίτλο και πιάσουν την έδρα, πέρα βρέχει. Δε βλέπεις που πάει κατά διαόλου η γλώσσα μας, που κοντεύουν να την πνίξουν οι ξένες λέξεις, οι αγγλικές τελευταία, είδες κανέναν απ' αυτούς να φωνάξει;

Κι όταν οι Ευρωπαίοι κι οι άλλοι παραποιούν την ιστορία μας και προσπαθούν να τη σβήσουν την τόση λάμψη του πολιτισμού μας, διαμαρτυρήθηκε κανένας απ' αυτούς;

Αλλά μην κάθεσαι και στενοχωριέσαι τώρα εσύ κι ασχολείσαι με τ' απολιθώματα της αστικής τάξης. Κάπως έτσι γίνονταν πάντα στο φαύλο αστικό καθεστώς που ζούμε. Αϊντε, πάμε στο σπίτι μας τώρα, αρκετά δεν είδαμαν; Εκείνος χώθηκε στο κρανίο του και δεν ξαναμίλησε. Τράβηξα, κατόπιν, για το σπίτι στενοχωρημένος. Εκεί στο Πεδίον του Αρεως, έπεσα πάνω σε μια συγκέντρωση.

Χιλιάδες κόσμου κρατούσαν κόκκινα λάβαρα κι ελληνικές σημαίες, πανό με συνθήματα για ειρήνη, σωστή παιδεία, ανθρώπινο μεροκάματο κι άλλα πολλά που δεν τα θυμάμαι. Κόσμος με πρόσωπα φωτεινά, ξαναμμένα, πολλοί νέοι που τραγουδούσαν και φώναζαν συνθήματα, μια λαοθάλασσα γεμάτη χρώματα, λουλούδια κι ελπίδες. Ενα τεράστιο πανό με κόκκινα γράμματα, ΚΚΕ, φαντάζει στο βάθος πανώριο. Τότες θυμήθηκα πως ήταν Πρωτομαγιά και γιόρταζεν ο κόσμος, ετούτη τη συμβολική μέρα της εργατιάς, αγωνίζονταν, διεκδικούσε και με σφιγμένη τη γροθιά διαλαλούσε την πίστη του και την αποφασιστικότητά του στον αγώνα για μια καλύτερη, πιο δίκαιη και πιο ανθρώπινη ζωή. Μέσα σε τούτο το πεισμωμένο το πλήθος ξεχώριζαν πολλά λευκά κεφάλια το ίδιο πεισμωμένα, μαχητικά. Οι πιότεροι όμως ήσαν νια παλικάρια, φοβεροί αγωνιστές, ατρόμητοι λεβέντες.

Θωρώντας τους εγώ, πετάρισεν η καρδιά μου, ένιωσα νιος κι αντρειωμένος, σαν κι εκείνους υπερήφανος και τότες δεν κρατήθηκα. Χώθηκα μέσα στο κατακόκκινο πλήθος, το αγωνιστικό, αισιόδοξος, γεμάτος ελπίδες και τραγούδησα μαζί τους, όντας σίγουρος για το μέλλον της ανθρωπότητας.


Του
Ιωάννη ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΥ




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org