ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 16 Μάη 2004
Σελ. /24
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΔΙΗΓΗΜΑ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ του ΤΑΚΗ ΦΙΤΣΟΥ

Ο Τάκης (Δημήτρης) Φίτσος ήταν εξέχουσα μορφή της ελληνικής δημοσιογραφίας και του λαϊκού μας κινήματος. Ηρωας - μάρτυρας του ΚΚΕ. Γεννήθηκε στην Υπάτη Φθιώτιδας. Συνδέεται με το εργατικό κίνημα. Δημοσιογραφεί. Ασχολείται με τα Γράμματα. Στέλνει διηγήματά του στον «Νουμά». Στην Αθήνα σπουδάζει νομικά. Ανήκει στη φιλολογική «Συντροφιά» με Βάρναλη, Ανθία, Βέλτσο και άλλους προοδευτικούς διανοούμενους. Εντάσσεται στο ΚΚΕ. Αναδείχνεται (στα 1922-'23) αρχισυντάκτης στο περιοδικό «Νεολαία» της ΟΚΝΕ και μετά στο «Ριζοσπάστη». Γνωρίζει απίθανες διώξεις. Φυλακίζεται στην Αίγινα. Είναι από τους πρώτους εξόριστους στη Γαύδο. Η δικτατορία του Μεταξά τον κλείνει στην Ακροναυπλία. Μεταφέρεται στο στρατόπεδο Κατούνας στην Ηπειρο και στο Λαζαρέτο.

Απελευθερώνεται το 1943. Από την Κέρκυρα περνάει στη Ρούμελη. Τον υποδέχεται ο Αρης Βελουχιώτης. Αναλαμβάνει Γραμματέας του ΕΑΜ στη Στερεά. Και με την ίδρυση της κυβέρνησης του βουνού, το '44, τοποθετείται πρόεδρος της Διοίκησης. Μετά τη Βάρκιζα προσφέρει τις υπηρεσίες του στο «Ριζοσπάστη» στην Αθήνα. Το 1947 στέλνεται εξόριστος στην Ικαρία. Το 1948 μεταφέρεται στη Χαλκίδα. Καταδικάζεται από το Εκτακτο Στρατοδικείο σε θάνατο. Και μαζί με άλλους 4 συντρόφους και 4 αγωνίστριες, εκτελείται στις 16 Απρίλη 1949.


Η φυλακή

Γρηγοριάδης Κώστας

Το διήγημα που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο «Νουμά», εφημερίδα πολιτική, φιλολογική και κοινωνική, ιδρυτής - διευθυντής της οποίας ήταν ο Δ. Π. Παγκόπουλος (Χρονιά ΙΗ` Αρ. 730), στις 3 Απρίλη 1921

Ι

Κείνο το βράδυ μια βαριά κι άγνωστη λύπη έσφιγγε την καρδιά μας. Είχαμε στριμωχτεί όλοι σε μια γωνιά, με τις πλάτες μας ανταμωμένες, για να φέρουμε τη ζέστη στα ξεπαγιασμένα κορμιά μας. Σκοτάδι. Απ' έξω, έφτανε ως τ' αυτιά μας το βαρύ και μονότονο βάδισμα του νυχτοφύλακα, πάνου στις χωματένιες πλάκες της αυλής. Ενα κομμάτι χαρτιού, κολλημένο στην άκρη του σπασμένου τζαμιού, είχε μισοτραβηχτεί και χτυπούσε στο κάθε δυνατό φύσημα του αγέρα, σα δυο φτερούγες πληγωμένου πουλιού. Ενας σωρός από καλάμια, ριγμένος κάπου κει σε μιαν άκρη, έτριζε σιγά κι αθόρυβα, λες κι ήταν σωρός από κόκαλα, στοιβαγμένος κει πέρα, από χιλιάδες χρόνια. Μια υγρή μυρουδιά μούχλας και σουπλιμέ σπιρούνιζε τα ρουθούνια μας. Καμιά θύμηση περασμένης ευτυχίας δεν ερχότανε να σβήσει τη φριχτή εικόνα της ταραγμένης φαντασίας μας. Σιωπή. Κι η έγνοια, η κρυφή έγνοια της σκοτεινής ζωής μας, απλωνόταν απέραντη στο λογισμό μας και βούιζε πνιχτά και ξεσπούσε ολοένα σ' ένα ατέλειωτο κλάμα.

Ο Μιχάλης άρχισε να βήχει. Εβηχε από πολλές βδομάδες τώρα. Και ποτέ δε μιλούσε. Μας κοιτούσε μόνο βαθιά, επίμονα, με τα μεγάλα βαθιοΐσκιωτα μάτια του.

Κάποιος από μας σύρθηκε ως στην πόρτα. Κάτι είδαμε να φωτίζει μες στο σκοτάδι. Εν' αναμμένο σπίρτο. Γλήγορα έσβησε. Σε λίγο τον ακούσαμε να σιγομιλάει, φτύνοντας κάτου στο πάτωμα, μοναχός του.

- Την άτιμη! Σιδερόφραχτη... Και δε λυγάει τοσοδά...

Από μακριά ακούστηκαν τα γέλια κι οι φωνές μιας μεθυσμένης παρέας. Το ούρλιασμα του αγέρα ανακατευότανε μαζί τους. Κι ύστερα, - ένα τραγούδι, που ολοένα έσβηνε απαλά και χανόταν κατόπι πέρα κει, στο βάθος του σκοτεινού δρόμου. Ενας πόθος τότε κρυφός τράνταξε τ' αστενικά μας κορμιά, κι ένα θλιμμένο χαμόγελο χαράχτηκε βαθιά πάνου στα χείλη μας τα ωχρά. Ομως, έξω η νύχτα απλωνότανε βουβή κι απέραντη, και το σκοτάδι σερνότανε πνιχτά πάνου απ' τους χιονόκαφτους κάμπους και πέρα από την ομιχλώδικη θάλασσα.

Βαθιά σιωπή.

Ξάφνου ακούστηκε κάποιο ροχαλητό. Κάποιον θα πήρε ο ύπνος. Το Στραβοκάνη. Παράξενο κι αυτό το παιδί! Μας τον είχαν κουβαλήσει κει μέσα ένα δειλινό, και γω δεν ξέρω πότε, κι από τότε ρίχτηκε με τα μούτρα στον ύπνο. Και μας σιχαινόταν όλους εμάς. Και μας έβριζε. Τα μεγάλα, αχτένιστα μαλλιά του, του κρύβανε το πρόσωπο. Ενα πρόσωπο σουβλερό, κίτρινο. Κι όταν γελούσε, το πρόσωπο αυτό το σουβλερό, το κίτρινο πρόσωπο, μίκραινε, γινότανε τοσοδά, κι ανάμεσα από τ' ανεβοκατεβάσματα των τσιμπλιασμένων ματιών του ανάβρυζε μιαν αλλόκοτη λάμψη, μια παράξενη, κίτρινη λάμψη.

Το παλιό ρολόι της Μητρόπολης άρχισε να χτυπάει. Οι χτύποι έφταναν ως τ' αυτιά μας, αργά, ξεψυχισμένοι, αμφίβολοι...

- Τρεις...

- Τέσσερις...

- Οχι, Ητανε, το λαρύγγι του αγέρα που βούιξε έτσι...

- Ναι...

- Ποιος είπε, ναι;

- Εγώ, φώναξα.

- Ο αγέρας σου μίλησε και συ τον αρνήθηκες. Και μένα, σα ν' άκουσα κάποιον να μου μιλάει. Τέτοιοι είστε όλοι εσείς! Τιποτένιοι... Χμ... Η ώρα είναι χωμένη μες στο καύκαλο του ρολογιού. Χαμένη ώρα!..

Θέλησα να μιλήσω, όμως δεν το 'κανα. Στριμώχτηκα πιο βαθιά, ανάμεσα στους άλλους.

Κάποιος μου έσφιξε το χέρι. Ενιωσα τα δάχτυλα κείνα, που σερνότανε πάνω μου δειλά, φοβισμένα, να ξαπολάνε σ' ολάκερο το κορμί μου μιαν αλλόκοτη κρυάδα. Θέλησα να τραβηχτώ. Ομως σα να μίλησε κάποιος. Σε μένα μίλησε; Ακουσα: - πεινώ! - κι ύστερα, σα να 'κλαιγε κάποιος σιγά, πολύ σιγά...

Ο Στραβοκάνης σηκώθηκε τότε κι έφυγε από κοντά μας. Οταν πέρασε αντίκρυ από το παράθυρο, το αστενικό φως που ερχόταν απ' έξω, από το μεγάλο ηλεκτρικό γλόμπο της αυλής, τον φώτισε για μια στιγμή. Και καθώς κρατούσε σκυφτό το κορμί του, κι έτρεμε ολάκερος από το κρύο, ανάμεσα από το χιλιοτρυπημένο σακάκι του, εμένα μου φάνηκε σαν ένα φάντασμα, ένα φάντασμα κίτρινο, που έψαχνε τρεμουλιαστά κάτι να βρει μες στο σκοτάδι.

Κι ο ύπνος, ο πονετικός αδερφός των βασανισμένων, κείνο το βράδυ βρισκότανε μακριά από μας. Ενιωθα ολωνών τα μάτια να μένουν ανοιχτά, ορθάνοιχτα, βυθισμένα σε μιαν ομίχλη που μπροστά μας απλωνότανε βαθιά κι απέραντη, και σα ν' αγναντεύανε - καρφωμένα τα μάτια σε κάποιο βράχο, - μια θάλασσα, ήσυχη θάλασσα...

Υστερα από λίγην ώρα, η σκάλα ακούστηκε να τρίζει. Κάποιος ανέβαινε. Περπατούσε τώρα μες στο διάδρομο. Σε μας ερχόταν. Τα βήματα σταμάτησαν όξω από τη δική μας πόρτα. Αυτή την ώρα θα ψάχνει μες στις τσέπες του, αναζητώντας κάτι. Το βρήκε. Να, το δικό μας κλειδί. Ατιμο κλειδί! Η πόρτα ανοίγει, και μπαίνει μέσα. Δεν προχωρεί. Στέκεται κει στην πόρτα. Από κει φωνάζει:

- Ε! Φτου να πάρει ο διάολος! Βρώμα μωρέ... Αμ' κουνηθείτε, ρε παλιόσκυλα! Εδώ είστε, Χμ!..

Σιγή. Σα να μιλάει σιγά, μοναχός του:

- Χμ!.. Το τσουβάλι θέλει σφίξιμο. Σα να χωράει κάμποσους ακόμα...

Φεύγει. Σε λίγο ακούμε τη φωνή του:

- Σκοπός! Φέρ' τον απάνου...

ΙΙ

Ενας όγκος κυλίστηκε ως στα πόδια μας. Η πόρτα έκλεισε ύστερα πίσω του δυνατά.

Στο διάδρομο μιλούσανε δυο. Σε λίγο έπαψαν. Κατέβηκαν, χτυπώντας βαριά τα πόδια τους στη σκάλα.

Εσκυψα να δω. Τα χέρια μου χώθηκαν σε μια τούφα μαλλιών. Κάποιος έτρεξε να φέρει το λυχνάρι. Περιμέναμε όλοι με αγωνία. Το φιτίλι δεν άναβε. Σαν άναψε σε λίγο, είδα τα χέρια μου βουτηγμένα στο αίμα. Ταράχτηκα. Τα χέρια αυτά είναι δικά μου;

Ενας άνθρωπος βρισκότανε πεσμένος μπρούμυτα. Λίγο πιο πάνου απ' το δεξί του αυτί ήταν ανοιγμένη μια μικρή τρυπίτσα κι έτρεχε απ' αυτήν ακατάπαυστα το αίμα, ένα μαύρο, πηχτό αίμα, αυλακώνοντας τα μαλλιά του. Δε μιλούσε. Βογκούσε μόνο. Ω, τα βογγητά κείνα τα πονοδαρμένα, πώς έρχουνται, ακόμα τώρα, να μου μιλήσουν ίσια στην ψυχή!

Σε λίγο άρχισε να βρέχει.

- Η μπόρα! είπα. Και πήγα στο παράθυρο να ιδώ.

- Ναι, η μπόρα..., μίλησε σιγανά ο Μιχάλης.

Μια φωτεινή γραμμή χαράχτηκε γλήγορα ως πέρα βαθιά στον ουρανό. Υστερα άλλη.

Κάπου είδα ένα δέντρο, ψηλό δέντρο, να κουνιέται νευρικά δω και κει. Τα ξερά κλαδιά του γέρνανε ως στο χώμα. Και σηκωνότανε πάλι ορθό κι έγερνε και βούιζε μανιακά.

Οι άλλοι ήταν συναγμένοι όλοι γύρω του. Σκύβανε από πάνω του αμίλητοι, κατσουφιασμένοι. Το λυχνάρι, που κόντευε να σβήσει, έριχνε στ' αδυνατισμένα πρόσωπά τους μια κόκκινη αναλαμπή. Μου φάνηκαν όλοι τους ξένοι, άγνωστοι. Ο Στραβοκάνης έλειπε. Θύμωσα για μια στιγμή μαζί του. «Κουταμάρες!», σκέφτηκα. «Να ιδεί. Σάμπως, τι μπορούσε να ιδεί; Κι ύστερα;».

Δεν μπορούσα όμως να ησυχάσω. «Φυσικά. Πρέπει κανείς να βλέπει...».

- Ελα, τρέχα..., μου φώναξε κάποιος, χωρίς να γυρίσει να με ιδεί.

Πλησίασα. Οι άλλοι αποτραβιόντουσαν σιγά. Ο χτυπημένος προσπαθούσε να γυρίσει τ' ανάσκελα, σα να ήθελε κάτι να μας πει, μα δεν μπορούσε, αχ, δεν μπορούσε...

Βογκούσε τώρα πιο δυνατά.

- Σκασμός! ακούστηκε μια βαριά φωνή κάτου από την αυλή.

Γύρισε.

Φρίκη! Τα μάτια του πρησμένα, αλλόκοτα πρησμένα, έτοιμα να πεταχτούν έξω από τις κόχες τους, κι από τη μύτη του ξερνούσε αίμα.

Ο Στραβοκάνης σηκώθηκε κι ήρθε κι αυτός.

- Κοίτα! μου φώναξε, τραβώντας με από το σακάκι. Ξουρισμένος... Τέτοιος δεν ήταν κι ο άλλος;

- Φοβάμαι..., είπε σιγανά ο Μιχάλης.

- Δεν είναι τίποτα... Σε λίγο θα πεθάνει, φώναξε κάποιος.

Ο Στραβοκάνης ξέσπασε σ' ένα δυνατό γέλιο.

Σιωπή.

Ακούγαμε τη βροχή να πέφτει όξω αργά, ήσυχα, θλιβερά...

ΙΙΙ

Κείνο το βράδυ ο θάνατος μας έσφιγγε την καρδιά.

Γύρω στεκόμασταν όλοι αμίλητοι, σκυφτοί δακρυσμένοι...

Από πάνου ο ουρανός βογκούσε.

Σύννεφα μαύρα, σταχτιά σύννεφα, περνούσαν, ολοένα περνούσαν, αργά, ήσυχα, σιωπηλά...


Του
Τάκη ΦΙΤΣΟΥ




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org