ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 16 Μάρτη 2003 - 1η έκδοση
Σελ. /24
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΔΙΗΓΗΜΑ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΠΙΤΣΑΣ ΣΩΤΗΡΑΚΟΥ

Η Πίτσα Σωτηράκου είναι παιδίατρος. Εχει δημοσιεύσει διηγήματα σε διάφορα περιοδικά. Το αφήγημα «Η μικρή μας πόλη» (1980) και το μυθιστόρημα «Ο Αντώνης δε θα σχολάσει απόψε» είναι εμπνευσμένα από τη ζωή και τη μεγάλη απεργία των εργατών της ΛΑΡΚΟ το 1977 (Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» 1986).


Αέρα καέρα

Παπαγεωργίου Βασίλης

Σ' ένα βασίλειο απ' τα βασίλεια και στο πιο ψηλό σημείο της πρωτεύουσάς του πήρε συνήθειο ν' ανεβαίνει μια αλούτερη αναμαλλιάρα γυναίκα και να λαλάει:

Αβελα μεντάβελα

Κούσκω μαντάβαλα

Σπείρα σπασμένη

* * *

Χυμένα και ξεμασκαλισμένα

Χημισμένα μπουχιμένα

Χρωμ' αλλαγμένα...

Τέτοια πολλά και διάφορα ακαταλαβίστικα. Περνοδιάβαιναν οι άνθρωποι, την άκουγαν, τη ρώταγαν τι εννοεί, δεν απάνταγε, συνέχιζαν το περπάτημά τους. Την άκουσαν και τα τσιράκια του βασιλιά και τον ρώτησαν τι να πράξουν με δαύτη. Να τη ρίξουν στο κρατητήριο; Να της απαγορέψουν να λαλάει τ' ακαταλαβίστικά της; Τίποτ' απ' αυτά, πληρώστε μόνον ανθρώπους να την περιγελούνε. Πλήρωσαν τα τσιράκια ανθρώπους και την περιγέλαγαν, απτόητη αυτή συνέχιζε, καθώς δε, γινόταν τώρα οχλοβοή άρχισε να συγκεντρώνεται μεγαλύτερο πλήθος τριγύρω. Οπότε την πιάνουν για διατάραξη της κοινής ησυχίας, τη δικάζουν, τη ρίχνουν στη φυλακή. Λίγο έμεινε στη φυλακή, πολύ έμεινε, βγήκε, με τη βίδα πιο λασκαρισμένη πήρε τους δρόμους και ξανά τα ίδια:

Λάζι τουζι

Μένο ξουζι

Αρτζι Μπούρτζι

Ερμής σπασμένος

* * *

Τζίτζι και τζόζου

Κηρύκειο τσακισμένο

Και σκουληκοφιδοφαγωμένο

Κρίκος αλλοιωμένος

Διαολοπηγαιμένος

Ελεγε έλεγε...

Και μια μέρα των ημερών που οι πληρωμένοι την κορόιδευαν κι οι άλλοι τη ρώταγαν τι σημαίνουν αυτά που λαλεί, γυρνάει και δακτυλοδείχνει ορισμένους: Εσύ κι εσύ κι εσύ γνωρίζετε - Τι γνωρίζουμε; αναρωτήθηκαν - Ε, σχετικά μ' αυτά που λέει. Κοιτάχτηκαν αναμεταξύ τους, τίποτα δε γνώριζαν, γέλασαν μόνο.

Την άλλη μέρα πάλι τα ίδια: Εσύ κι εσύ κι εσύ, δακτυλοδείχνει ορισμένους, γνωρίζετε. Οπως κι εσύ κι εσύ κι εσύ, συγκαταλέγει και μερικούς απ' τους κοροϊδευτές. Την παράλλη τα ίδια με περισσότερους ανθρώπους απ' τους άσχετους δακτυλοδειγμένους. Οπου άρχισαν να το συζητούν. Και καθώς όλο και μεγάλωνε ο αριθμός τους, αποφάσισαν να συγκεντρωθούν κάπου να το συζητήσουν διεξοδικότερα. Εκεί στη συγκέντρωση διαπίστωσαν πως οι περισσότεροι ήταν ζευγάρια μεταξύ τους, ανδρόγυνα. Ορισμένοι είχαν μαζί τους και τα παιδιά τους. Μεγαλούτσικα παιδιά, όμορφα. Καλοντυμένα. Επαιζαν.

-- Δε μου λες παιδάκι μου εσύ τίνος είσαι; ρωτάει μια απ' τις κοροϊδεύτριες ένα τους.

-- Μμμμ σηκώνει τους ώμους εκείνο.

-- Ο πατέρας σου, η μητέρα σου ποιοι είναι; δείξτους μου.

-- Μμμμμμ ξανασηκώνει εκείνο τους ώμους του.

-- Και οι δικοί σου γονείς; ρωτάει έν' άλλο. Σηκώνει κι εκείνο τους ώμους του ανήξερο. Κι ένα τρίτο κι ένα τέταρτο Τίποτα. Ούτ' ένα τους ήξερε ποιοι ήτανε οι γεννήτορές του.

Α, να τι γνωρίζουμε μπήκε στο νόημα η γυναίκα, ότι και της ίδιας τα παιδιά, τρία που είχε δεν ήξεραν ποιους είχαν για γονείς τους. Ολων των συγκεντρωμένων αποδείχτηκε πως δεν ήξεραν αν και ήσαν σε ηλικία και νοημοσύνη που θα 'πρεπε να το ξέρουν. Ολοι τους είχαν συμβουλευτεί τους σοφούς για την περίσταση, οι οποίοι τους είχαν απαντήσει πως δε συμβαίνει το παραμικρό, τα παιδιά τους ήταν εντάξει, το πρόβλημα το 'χαν λέει οι ίδιοι. Ολοι, καθώς δεν πολυδιακρινόταν, το 'χαν κρατήσει μέχρι τώρα μυστικό απ' τον περίγυρο λόγω ντροπής.

Μάλιστα. Αυτό είναι, συμφώνησαν. Κι από δω κι εμπρός τι γίνεται; Να ξαναποτανθούν στους ειδικούς. Ξαναποτείνονται. Η απάντηση ίδια: Ιδέα σας είναι, ηρεμήστε τα παιδιά σας είν' εντάξει απ' ορισμένους από άλλους όμως κατιτίς σαν «νεότευκτο» τους ψιθύρισαν. Τι να κάνουν; ξανασυναντώντας την αλούτερη στο δρόμο, της λένε: Αυτά τ' άβελα μαντάβελα που λαλείς σημαίνουν πως τα παιδιά δε γνωρίζουν τους γονείς.

Αλαλα Μπάλαλα

Αραντα Μάραντα

Τσίγκελ Πέγκελ

Σκάλα ριγμένη

Ελικα χαλασμένη

Ετσι είναι, αν έτσι σας ταιριάζει

-- Ετσι μας ταιριάζει. Αλλά τι φταίει. Γιατί συνέβη αυτό;

Αέρα Καέρα

Αρεντα Μπούχαλα

Χάουα

Ταΐρα Σεραΐγια.

Τ' ακαταλαβίστικα στιχάκια της πάλι

-- Και τι πάει να πει αυτό;

-- Χαε να βρεις το μυστικό πέταξε κάποιος

-- Μ' ανεμόπλοιο άλλος.

Η αλούτερη, σημασία, ή σα να συγκατάνευε, τους φάνηκε.

Αποφασίζουν λοιπόν να πάνε να βρούνε το μυστικό. Συγκεντρώνουν χρήματα, παίρνουν ένα ανεμόπλοιο κι αφού έριξαν κλήρο μεταξύ τους μπήκαν στο ανεμόπλοιο ένας πατέρας μια μητέρα κι ένα παιδί, το πιο μεγάλο, από διαφορετικές οικογένειες. Κι ανεμοπορούσαν. Τους βλέπουν τα τσιράκια του βασιλιά.

-- Πού πάτε; γυρίστε πίσω.

-- Οχι δε γυρνάμε.

Τους πυροβολούν. Διαλύεται τ' ανεμόπλοιο έπεφταν. Πέφτοντας όμως τη μητέρα ακολούθησε εν ασκί με άνεμο, τον πατέρα ένα κομμάτι σύννεφου, το παιδί ένα της στιγμής εκείνης πεφταστέρι. Και πριν φτάσουν στη γη ελευθερώνει η μητέρα τον άνεμο απ' τα 'σκί, τους δίνει μια φυσηξιά γερή, τους προσεδαφίζει έξω από τα σύνορα του βασιλείου, πέρα μακριά πολύ. Αλλά σε μια μαδάρα, σ' ένα θεοφάλακρο μέρος τους προσεδάφισε, όπου μονάχα κάτι ξέρακες υπήρχαν κι άλλο τίποτα. Οσο το μάτι τους έφτανε μήτε ψυχή ανθρώπινη να ρώταγαν πού βρίσκονται, μήτε σημάδι να προσανατολιστούν, μήτε νερό, τροφή. Αρχισαν να βαδίζουν. Προς τα πού, δεν ήξεραν. Οπου τους έβγαζε. Το χειρότερο όμως σε μι' απόσταση κοντινή τους βλέπουν ένα θηρίο να τους κυκλώνει και να μην μπορούν να του ξεφύγουν. Το θηρίο τους πλησίαζε. Κι έβγαζε κάτι παράξενες φλόγες δηλητηριώδεις που αφάνιζαν τα πάντα στο διάβα τους. Τι να κάνουν; Στην απελπισία τους κεντάει παρακλητικά το σύννεφο ο πατέρας αμπολάει αυτό τα νερά του. Πάμπολλα νερά, γάργαρα. Σβήνουν οι φλόγες, πνίγεται το θηρίο, και το καλύτερο καθώς ξεπλύθηκε η γη φύτρωσαν μαρουλάκια, κρεμμυδάκια, ντοματούλες, κηπευτικά διάφορα τέλος πάντων, ήρθαν και λαγοί και πουλιά να φάνε να πιουν, τρέφονταν οι καλοί μας. Τρεφόνταν και προχώραγαν, προχώραγαν. Κάποτε συναντούν συνοροφύλακες.

-- Τι είσαστε εσείς;

-- Ετσι κι έτσι από το τάδε βασίλειο, ψάχνουμε το δείνα μυστικό.

-- Και πώς καταφέρατε και διαβήκατε τη γυμνή μαδάρα.

-- Ορίστε, τους έδειξαν τα κηπευτικά.

-- Α έτσι; Για να καταφέρετε να ζήστε και να διαβείτε τη μαδάρα, σάντι καλό χου σας κλώθει. Πάμε στο βασιλιά μας.

Τους παρουσιάζουν στο βασιλιά: πολυχρονεμένε μας πολλά τα έτη τον χαιρέτησαν... Ψάχνουμ' αυτό κι αυτό.

-- Αυτό που εσείς ψάχνετε υπάρχει στα βάθη ενός ξεροπήγαδου, γραμμένο σε πλάκες ριγμένες κει μέσα. Το πηγάδι βρίσκεται καταμεσής στην έρημο και το φυλάει έν' άγριο θηρίο. Για να σας αφήσει να τις πάρετε τις πλάκες θα πρέπει να του προσκομίσετε μια πρέζ' αλάτι αμόλυντο από κάτουρο του εχθρού μας.

-- Δηλαδή;

-- Δηλαδή θα βρείτε αλάτι από στεριά ή θάλασσα όπου δε θα 'χουν κατουρήσει άνθρωποι του εχθρού μας.

-- Και πώς θα το καταλάβουμ' εμείς αυτό το αλάτι;

-- Να, θα το διαλύετε σε λίγο σάλιο απ' το παιδί. Κι αν είναι καθαρό θα μένει άσπρο. Αν όχι, θα παρδαλεύει. Είτε προς το κόκκινο είτε προς το κίτρινο θα παρδαλεύει.

Ξεκινάνε τώρα να πάνε να βρούνε αυτό το αλάτι. Οργώνουνε τη γη προς τα πάνω, προς τα κάτω, ανατολικά, δυτικά, τις θάλασσες όλες αρμένισαν. Κόπος χαμένος. Το αλάτι με το σάλιο του παιδιού είτε ώχραινε αν ήταν λίγα τα ίχνη του κάτουρου. Είτε κιτρίνιζε αν ήταν πολλά. Είτε ρόδιζε αν ήταν πρόσφατα, είτε καταπορφύριζε αν ήταν παλαιότερα. Επιμέναν, επιμέναν. Μάταια. Στενοχώρια. Βρε τι να κάνουνε, βρε τι να πράξουν; Στη χώρα τους να γυρίσουν άπραχτοι δεν ήθελαν. Κι εκεί να 'μεναν ως πότε; Ξημερώνονταν, βραδιάζονταν άκρη δε βρίσκανε.

Μα μια βραδιά όπως κοιμόντουσαν έξω εκεί, «Απόψε τη νύχτα θα πέσουν πολλά μετέωρα», ψιθυρίζει το πεφταστέρι στου παιδιού τ' αυτί «βάλε το καπέλο σου ανάποδα πάνω σ' εκείνο κει το δεντράκι κι απ' το μετέωρο που θα πέσει μέσα του θα προσποριστείς το χρειαζούμενο σας αλάτι. Ομως δεν πρέπει να τα ακουμπήσουν οι μεγάλοι».

Ετσι κι έπραξε το παιδί, έξυσε απ' το μετέωρο μια πρέζα αμόλυντο αλάτι το πήγαν στο θηρίο του ξεροπήγαδου, τους άφησε να πάρουν τις πλάκες. Τις διαβάζουνε «Οι εκστρατείες του βασιλιά σας είν' η αιτία. Κι εσύ μάνα κι εσύ πατέρα είσαστ' απ' τους εκστρατευτές. Μετά την καινούρια εκστρατεία του θα γεννηθούν παιδιά που δε θα γνωρίζουν ποια είν' αυτά τα ίδια».

Πω πω λεν αυτοί, γιατί πράγματι είχαν λάβει μέρος στην προηγούμενη εκστρατεία του βασιλιά τους. Πω πω, πάμε γρήγορα πίσω στη χώρα μας, να εμποδίσουμε τουλάχιστον την καινούρια του. Τρέχουν. Στα σύνορα: Αλτ τους λένε. Δε μπαίνετε. Βρε να μπούμε έτσι κι έτσι επείγει. Οχι.

-- Οχιά να σας μπουκώσει! Αρχισαν να σπρώχνουν. Βγήκαν κι άλλοι γονείς παθόντες από μέσα και βοήθαγαν. Εσπρωχναν οι μεν απ' έξω, οι δε από μέσα. Εκεί είναι κι αλληλοσπρώχνουνται ακόμα.

Βρέθηκα κι εγώ για λίγο εκεί κι έφαγα ένα πιάτο φακή.

  • Το σαν παραμύθι αέρα καέρα παραπέμπει στο κίτρινο σύνδρομο που εμφανίζουν οι Αμερικανοί φαντάροι που έλαβαν μέρος στον προηγούμενο πόλεμο του Κόλπου. Ολα τα: σπείρα σπασμένη, κηρύκειο τσακισμένο κλπ. υπονοούν τις βλάβες που έχουν επέλθει στην έλικα των χρωματοσωμάτων τους. (Το Κηρύκειο του Ερμή = σύμβολο γονιμότητας).

Της Πίτσας ΣΩΤΗΡΑΚΟΥ




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org