ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 14 Ιούλη 2002
Σελ. /24
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΔΙΗΓΗΜΑ
Βιογραφικό της Τούλας ΜΠΟΥΤΟΥ

Η Τούλα Μπούτου γεννήθηκε στην Αθήνα. Ζει και εργάζεται στον Πειραιά. Είναι γιατρός - αναισθησιολόγος, με μια γόνιμη θητεία στην επιστήμη της. Ομως από πολύ μικρή ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία. Εγραψε ποίηση, διήγημα, θέατρο, μυθιστόρημα. Πολλά από τα έργα της βραβεύτηκαν και διακρίθηκαν σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, όπως του «Παρνασσού», «Λασκαρίδειο», «Εταιρείας Χριστιανικών Γραμμάτων», «Ελληνοφώνων της Κάτω Ιταλίας», «Γιατρών Λογοτεχνών» κ.ά. Στο έργο της πολύ συχνά κάνει την παρουσία της η «συναρπαστική ιατρονοσηλευτική ώρα», την οποία τόσο πολύ και έντονα έχει ζήσει η συγγραφέας μέσα στις αίθουσες των χειρουργείων και μέσα από τη ζωή του γιατρού.

Στο παιδικό βιβλίο έχει αναφερθεί με τη συλλογή παιδικών ποιημάτων «Τραγουδώντας με τη Λίνα» και με τα «Χρόνια της Καταχνιάς», μυθιστόρημα της κατοχής (έπαινος Χριστιανικών Γραμμάτων).

Είναι μέλος της Εθνικής Εταιρείας Λογοτεχνών. Αντιπρόεδρος της Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς. Μέλος της Εταιρείας Γιατρών Λογοτεχνών.


Το Φροσάκι

Παπαγεωργίου Βασίλης

Είχε πιάσει ένα σκοπό. Από τα φυλλοκάρδια του ένα σκοπό και τον ανέμιζε τ' αψήλου.

«Οχ! τον είδα στον καθρέφτη/ τον ήλιο μου τον ψεύτη/ να καίει φωτιές...»

Η φωνή του όλο τσακίσματα μέσα στη δροσιά του πρωινού. Μια αψιά αρσενικάδα στους χαμηλούς τόνους κι ύστερα πάλι θαρρείς μια ολόξανθη θηλύκια γλύκα, καθώς ανέβαινε, κι όλο ανέβαινε η φωνή. «Οχ! βρε Φροσάκι, οχ τι μου 'χεις κάνει!», ανεβασμένος στην ψηλή σκαλωσιά. Το φανελάκι λαίμαργα κολλημένο πάνω στη χρυσαφιά επιδερμίδα, τα μούσκουλα ζωγραφιστά, καθώς το μπράτσο σηκωμένο πάνω απ' το κεφάλι κρατούσε τη μακριά βούρτσα και η μπογιά πιτσίλιζε γύρω, άσπρες μικρές ακούνητες πεταλούδες παντού. Δεν πρόσεχε και πολύ. Δεν μπορούσε να προσέχει.

«Τι μου 'χεις κάνει και πονώ./ θα πέσω να πεθάνω!/ Που ούτε να φύγω δεν μπορώ/ κι ούτε και μ' άλλη κάνω».

Αυτός ήταν ένας δικός του παθιασμένος σκοπός. Είχε γίνει και ποιητής για το Φροσάκι... Μωρέ και τι δε θα μπορούσε να γίνει γι' αυτό το θηλυκό; Ετσι για ένα χαμόγελο, μόνο για κείνον χαραγμένο στα χείλη της. Για μια αγκαλιά της, για ένα βλέμμα που η φλόγα του να 'ναι όλη δική του... Ως και φονιάς θα μπορούσε να γίνει! Να, σαν και προχτές. Στο κέντρο, το μπουζουξίδικο - γούστο της Φρόσως και αυτό, «θα με πας εκεί, θέλω να ξεφαντώσουμε». Η Φροσούλα είχε πιει και τα παραπανίσια της, πέντε ουίσκια, γιατί μόνο απ' αυτό πίνει το Φροσάκι - κι είχε έρθει σε ένα κέφι που δεν κρατιόταν. Ανέβηκε μ' ένα σάλτο πάνω στο τραπέζι. Να βλέπεις όλη αυτή τη θηλύκια φλόγα να σειέται και να λυγιέται, η φούστα της είχε πια χάσει κάθε μέτρο κι αναλογία. Και όλα πια έξω, λευτερωμένα, στα μάτια του πάσα ενός. Τότε ο αχαΐρευτος ο Βαγγέλης,- ποτέ του δεν τον χώνεψε αυτόν τον Βαγγέλη, επειδή έχει φτιάξει πέντε παράδες με την νταλίκα, νομίζει πως τα πάντα ορίζει - πλησίασε. Για πότε βρέθηκε μπροστά της! Εσκυψε τη μουράκλα του τάχατες για να κοιτάξει από κάτω, τόσο κοντά στα λαχταριστά κι αφράτα μπούτια της Φρόσως, που με το τσιφτετέλι μια δεξιά, μια αριστερά τα 'φερνε και τα δυο μαζί κι ήταν να λωλαίνεσαι από πόθο!

Και να χαχανίζει ο Βαγγέλης ένα πρόστυχο γέλιο ίδιος μεθυσμένος σάτυρος. Το Φροσάκι συνέχιζε ξεφρενιασμένο ένα χορό. Τα χυτά της μπράτσα σηκωμένα, τα δάχτυλα λες σ' ένα σπασμό ερωτικό, έτσι καθώς ολάνοιχτα στριφογύριζαν πάνω από το όμορφο κεφαλάκι της, και να γυαλίζουν και το βραχιόλι και το δαχτυλίδι με την κόκκινη πέτρα, να λάμπουν, να θυμίζουν τη στιγμή που στη γιορτή της αυτός της τα δίνει ομορφοτυλιγμένα, κι αυτή ίσα - ίσα ένα «ευχαριστώ χρυσέ μου» κι ένα ψυχρό φιλί. Αχ! πόσο το ήθελε να 'ναι κάτι παραπάνω από ένα φιλί πεταχτό στο στόμα, ένα φιλί το 'θελε να σβήσει, να λιώσει μέσα του, εκεί μες στην αγκαλιά της για πάντα ν' απομείνει. Μα, το Φροσάκι ναζιάρικο, ολοζώντανο κι αδιάφορο πορεύεται, την κάθε μέρα κι αυτός λιώνει από τον καημό. Σταμάτησε να σκουπίζει τον ιδρώτα και τις μπογιές από το ξαναμμένο του πρόσωπο.... Οχ και πόσες φορές δεν είχε κλάψει για τούτο το κορίτσι!

Οι άντρες δεν κάνει να κλαίνε, όμως να που κι αυτό γίνεται, κι είναι φορές που κλαις και δίχως δάκρυα, κλαίει η ίδια η Ψυχή σου και οδύρεται. Σαν και κείνη την ώρα που ο Βαγγέλης τόσο κοντά της να κοιτάει με τα χαυνωμένα του μάτια, να γελά ξεδιάντροπα, και κάτι να λέει που δεν ακουγόταν στη χλαλοή κι αυτή να τον κοιτάζει και να κουνιέται, η ψυχή του εκείνου έκλαιγε, θα κάνω φόνο, σκέφτηκε, κι όρμησε στο Βαγγέλη, τον αναποδογύρισε... «...τη μάνα σου!». Επεσε από πάνω του, και τον χτυπούσε, τον χτυπούσε αλύπητα, και ο κόσμος να φωνάζει: «Πιάστε τον θα τον σκοτώσει τον άνθρωπο» κι η μουσική να παίζει πιο δυνατά, και το Φροσάκι σε γρήγορο δισταγμό, να κρατήσει το χορό ή να σταματήσει, κάποιος τη βοήθησε να πηδήσει από το τραπέζι και θυμωμένη κι αδιάφορη να πάει να καθίσει στη θέση της, κι άσε τους άντρες να σκοτώνονται για το χατίρι της.

Ο Βαγγέλης μες στα αίματα κρατούσε ένα μαντίλι στη μύτη, μούγκριζε από θυμό:

«Θα σε φάω παλιοτόμαρο!» και τον κρατούσαν δύο. Κι αυτός είχε το πρόσωπο γρατζουνισμένο, τα χέρια του γδαρμένα και ματωμένα, το πουκάμισό του ήταν για πέταμα, και τον κρατούσαν κι αυτόν άλλοι δύο. Οχ! και ας ήταν ν' αντίκριζε το Φροσάκι ευχαριστημένο, να του λέγε με εκείνο το γέλιο της το γάργαρο σαν το νερό της πηγής «Καλά του 'κανες», να του 'λεγε, «τι ήρθε να κοιτάζει ξένο πράγμα; Δική σου είμαι Γρηγόρη μου και το ξέρει!».

Ομως, σαν πήγε προς το τραπέζι της, δύο φιλενάδες και δύο ξένοι μαντράχαλοι κοντά - πού βρεθήκανε; ούτε τους ήξερε! - αυτή μόνον ένα κρύο παγωμένο βλέμμα είχε για κείνον.

«Την τάραξες πολύ, τη σύγχυσες την κοπέλα. Τι είναι αυτά κύριε Γρηγόρη; Πολιτισμός;».

«Φρόσω για την προστυχιά και την αναίδειά του, γι' αυτό το 'κανα», είπε εκείνος κι αναζητούσε το βλέμμα της κι ας ήταν και παγωμένο.

«Δε θέλει να σου μιλήσει η Φρόσω!», είπε η άλλη κοπελιά, και εκείνος τη μίσησε τόσο πολύ, που αν ήταν άντρας θα 'τρωγε καμπόσες! Εφυγε, τι να κάνει, άλλο δε γινόταν, κι όλη νύχτα να δέρνεται στην αγρύπνια και τον καημό, και την άλλη μέρα δουλιά, πώς να βγει και το μεροκάματο;

«Τι έπαθες;», ρωτούσε τ' αφεντικό.

«Δεν είναι τίποτα, με κάποιον μάλωσα!». Τι να πει, σάματι μπορεί να πει «μάλωσα για το κορίτσι μου, κάποιος πήγε να μου το προσβάλλει!»; «Δικό του κορίτσι είναι η Φρόσω; Αυτός μονάχα είναι δικός της, που να πάρει ο διάολος, να πάρει την ώρα και τη στιγμή που τη γνώρισε και την έβαλε στη ζωή του!

Πού να τον πω ν' ακούσουν τον πόνο της καρδιάς μου! Τα μάγια σου τον φύτεψαν βαθιά στα σωθικά μου!

Ως και η μάνα του, βλέποντας το μαράζι και την ανορεξία του, του είπε.

«Είναι σίγουρο, μάγια σού 'χει φτιάξει αυτή η άπιστη, η κωλοπετσωμένη, τι της βρίσκεις βρε αγόρι μου;».

- Αστα, ρε μάνα! Μάγια - ξεμάγια για μένα αυτή κι ο κόσμος όλος! Κι αν δεν την κάμω δική μου, ας πάω να χαθώ!

«Χριστέ και Παναγιά παιδάκι μου!», είχε δακρύσει n μάνα του, και τον αγκάλιαζε να τον φυλάξει, να τον γιατρέψει γύρευε, μες στην αγκαλιά της.

«Εσύ δεν έχεις κέφι για δουλιά σήμερα! - Βάλθηκες να βάψεις το πάτωμα κι όχι τον τοίχο!», του πέταξε τ' αφεντικό περνώντας.

Εβαλε τα δυνατά του να προσέχει. Το χέρι του να 'ναι σταθερό και να μη γεμίζει τον κόσμο μπογιές. Ας μη σκέφτεται πια, να τελειώνει μιαν ώρα αρχύτερα.

Ομως, δεν ήταν μπορετό, η σκέψη του κολλημένη σ' όλα τούτα, και ...«τι να κάνω, πώς να ξεμπερδέψω μ' όλα αυτά;». Και να πεις πώς χαθήκανε οι γυναίκες. Και κείνη η Βαγγελίτσα, κι όμορφη και τσαχπίνα και μορφωμένη που λέει ο λόγος, του τα 'ριξε και στα φανερά: «Μ' αρέσεις Γρηγόρη, του είπε. Πώς να στο πω; Δεν το βλέπεις πόσο μ' αρέσεις;».

Δεν ήθελε να το προσβάλει το κορίτσι και γιατί, τίποτα δεν του 'λειπε, - κι εμένα μ' αρέσεις, της είπε. Είσαι μια χαρά κοπέλα, και να βγούμε, να γνωριστούμε καλύτερα!

Και βγήκανε. Πόσο ζεστή η αγκαλιά της! Βλέπεις, εκείνη περίμενε τόσον καιρό, και τον είχε λαχταρήσει, του το είπε.

Ομως... Ολη την ώρα, όμως, το Φροσάκι είχε στην αγκαλιά του, κείνο φιλούσε και χάιδευε... Μέσα στα μαλλάκια της είχε κρυφτεί και τα μάτια κλειστά, κι εκείνη ολοζώντανη μπροστά του, τη μύριζε και τη γευόταν... Τραβήχτηκε μακριά. Διάβασε την πίκρα και το ξάφνιασμα στα μάτια της.

Οχι, δεν πήγαινε άλλο! Ή του ύψους ή του βάθους, που λένε. θα πήγαινε να τη βρει. Να καθαρίσει. «Με θες, για δε με θες; Εγώ μόνον εσένα θέλω, να σε κάμω ταίρι μου με τιμή και με δόξα. Θα βρω μια καλύτερη δουλιά, ο θείος μου ο Αλεξαντρής έχει συνεργείο, μπασμένος στις καλύτερες εργολαβίες».

Ευτυχισμένη θα 'σαι κοντά μου Φρόσω μου, μια οικογένεια σωστή θα κάμουμε οι δυο μας. Αχ! και να 'λεγε το «ναι»!

Είχε φτάσει το μεσημέρι, οι άλλοι κολάτσιζαν πρόχειρα. Εκείνος πήγε στη βρύση, πλύθηκε να δροσιστεί, έβγαλε το μπογιατισμένο φανελάκι, πέρασε ένα καθαρό που n φροντίδα της μάνας του είχε διπλωμένο σε μια πλαστική τσάντα.

«θα φύγω αφεντικό! είπε. Αύριο πάλι!».

«Κάτσε βρε μια ώρα παραπάνω! Κάτσε να τελειώνουμε!».

«Αδύνατο!».

Καβάλησε το παπάκι του, κι ίσια κατά το σπίτι του πρώτα.

«Με ζήτησε κανείς μάνα;».

«Οχι, τι κάνεις γιε μου; Πώς είσαι; Εφαγες, πλύθηκες;».

- «Ναι, ναι απ' όλα!. Μην και τηλεφώνησε η Φρόσω;». Μπορεί να το μετάνιωσε, να γυρεύει να τον δει, να του μηνούσε με κάποιον κάτι.

Ομως, να που το κράταγε, κι ούτε να τον δει, ούτε να τον ακούσει, δε λογάριαζε! Τόσο πείσμα κι αμάχη, τόση σκληράδα η Φρόσω!

Αλλαξε, χτενίστηκε, έβαλε και από τη γαλλική κολόνια και βγήκε.

Ανέβηκε στο παπάκι, το σπίτι της Φρόσως τρία τετράγωνα πιο πέρα, στην ήσυχη λαϊκή γειτονιά, το τριγύρισε μια, δυο, τρεις φορές. Ησυχία, η ώρα τέσσερις, μπορεί να ξεκουράζονταν για μεσημέρι.

Πήγε στο κοντινό μικρό καφενείο, ήπιε έναν καφέ, να σκοτώσει την ώρα ήθελε, να μαζέψει και το νου του να δει τι θα κάνει. «Ας τα κι όπως έρθουν»... είπε στον εαυτό του.

Η ώρα πέντε, ήταν μπροστά στην πόρτα της. Χτύπησε. Κάτι σα μούρμουρο τραγουδιστό από μέσα, η πόρτα άνοιξε, και μπρος του η ίδια η Φρόσω. Με μια διάφανη ρόμπα, με τα μαλλιά της ανάκατα, από τον ύπνο θα 'ταν. Τι όμορφη που ήταν!

«Γεια σου Φρόσω!», είπε και πάσχιζε να δώσει στη μιλιά του τόνο φυσικό - «Τι κάνεις; Μου ξεθύμωσες;». Εκείνη ακούνητη κι αμίλητη να τον κοιτά, κι όλο περηφάνια κι ακατάδεχτη η ματιά της.

«Τι θέλεις;», είπε ξερά. Τόσο κρύα, του φάνηκε πως όλη η περιφρόνηση του κόσμου σε τούτα τα λόγια είχε μαζευτεί... Και τότε ξεχείλισε. Ξεχείλισε κι ο νους κι η καρδιά του, δεν ήξερε από τι, όμως κάτι σαν κύμα κακό μαζεύτηκε μέσα του κι ήθελε να ξεχυθεί ακράτητο. Ενας θυμός να τον πνίξει... Εσφιξε τις γροθιές.

«Ακου να σου πω κυρά μου!» - και δε γνώριζε την ίδια του τη φωνή, έτσι σκληρή και γεμάτη κακία - «Σαν πολύ δεν το παράκανες; Για ποια περνιέσαι; Και μεις, τι είμαστε μεις; Για τσόφλι με πέρασες; Μην και δεν υπάρχουν άλλες γυναίκες και θα χαθούμε νόμισες; Αντε να χαθείς! Και να μη σε ξαναδώ μπροστά μου!».

«Για μίλα καλύτερα!», δοκίμασε να πει αυτή.

«Σκασμός! που νόμισες πώς θα μ' εξευτελίσεις εσύ παλιοθήλυκο!».

Κι έτσι καθώς αυτή είχε έρθει ένα βήμα κοντύτερα, της έδωσε μια σπρωξιά να πάει δυο βήματα πίσω. «Αντε χάσου!», είπε. Η ματιά της δεν είχε πια περιφρόνηση, μα απορία. Ενα ξάφνιασμα, κάτι απίστευτο σαν να 'βλεπε μπροστά της. Κι εκείνου ο θυμός του να μεγαλώνει, και ένα ξαλάφρωμα, λίγο και θα 'λεγες χαρά να τον συνεπαίρνει.

Γύρισε, κίνησε να φύγει και τίποτα, μα τίποτα, δεν τον κρατούσε πια σε κείνη την πόρτα...

Και τότε άκουσε τη φωνή της: «Γρηγόρη», έλεγε, και πρώτη φορά ένας ταπεινός, γλυκός τόνος στη μιλιά της. «Γρηγόρη, έλα πίσω, έλα να τα βρούμε».

«Γεια σου κυρά μου και να μας γράφεις!», έκανε κείνος κι είχε βρει αυτός τώρα και περιφρόνηση και ειρωνεία.

Ανέβηκε στο παπάκι ανάλαφρος σα φτερό... Μαρσάρισε με φούρια.

«Δεν το 'ξερα, δεν το 'ξερα τόσον καιρό πως θέλεις αγριάδα κυρά - Φρόσω!» σκέφτηκε, και μια μελαγχολία τον πλημμύρισε. Γιατί εκείνου δεν του άρεσαν οι αγριάδες.


Της
Τούλας ΜΠΟΥΤΟΥ
* Από τη συλλογή διηγημάτων «Λεπτές ισορροπίες»




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org