ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 14 Οχτώβρη 2001
Σελ. /24
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΔΙΗΓΗΜΑ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ ΒΟΥΤΥΡΑ

Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1872 και πέθανε στην Αθήνα το 1958. Διηγηματογράφος από τους πρωτοπόρους του ρεαλιστικού διηγήματος στην Ελλάδα. Το 1875 η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στο Μεσολόγγι και αργότερα στον Πειραιά. Οι ανθρώπινοι χαρακτήρες που ψυχογραφούνται στα διηγήματά του ή τις νουβέλες του είναι εργάτες, βιοτέχνες, άνεργοι, θαμώνες λαϊκών καπηλειών, μικροαστοί. Ο Βουτυράς είναι ο πρώτος που επιχειρεί να αλλάξει τη νεοελληνική ηθογραφία, καθώς στρέφει το ενδιαφέρον του προς τις κοινωνικές ομάδες που συγκροτήθηκαν στις δεκαετίες 1900 και 1910 και μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Εγραψε περισσότερα από 400 διηγήματα. Τα σημαντικότερα είναι: «Λαγκάς», «Παπάς ειδωλολάτρης», «Οι αλανιάρηδες», «Θρήνος των βοδιών», «Στους άγνωστους θεούς», «Κάλπικοι πολιτισμοί», «Νύχτες μαγείας», «Τρικυμίες» κ.ά.


Οι νεροκολοκύθες και το αίμα του ασεβούς

Παπαγεωργίου Βασίλης

Σ' ανοιχτό παράθυρο καθόμουν νύχτα. Μα πόσο σκοτεινή είταν πόσο! Πίσσα σωστή, κατράμι, που νόμιζα αν έπεφτα απ' το παράθυρο, θα κολλούσα σ' αυτό.

Είμουν με κάποιον όμως στο παράθυρο, μα ποιος είταν αυτός; Αδύνατο να θυμηθώ. Ενας γέρος μου φαίνεται πως είταν. Αλλ' όχι, σαν κάποιος φίλος μου παληός, αγαπητός... Αισθανόμουν όμως ευχαρίστησι, όποιος και νάταν, που τον είχα σύντροφο μέσ' στην άγρια, κατασκότεινη κείνη νύχτα.

Εγώ πώς είχα βρεθή εκεί; Περαστικός είμουν και με πήρε η νύχτα... Βρήκα το σπίτι αυτό, έρημο μέσ' στην ερημιά, και μπήκα. Η πόρτα με το κλειδί επάνω... Ούτε είχα σκεφτή πως μπορούσε νάρθη κανείς, ο κύριος του σπιτιού, και ξαπλώθηκα κοντά στο παράθυρο σε μια μεγάλη πολυθρόνα, σα νάμουν εγώ ο κύριος... Θα πήγαινα άμα ξημέρωνε στο σταθμό, για να πάω στην Αθήνα. Κ' έκανα όλον αυτόν τον κόπον για να δω ένα φίλο μου, που θα γινόταν υπουργός... Ποιος θα τολμούσε να με εμποδίση; Φίλος του υπουργού! Οι πόρτες θάνοιγαν με μιας...

- Καλώς τον, θα μούλεγε, καλώς το Δήμο, το λεβέντη!

Θυμήθηκα και κάτι άλλο. Αχ πώς έρχονται στο νου χωρίς καμιά άδεια κ' εγώ ήθελα να κοιμηθώ! Λοιπόν θυμήθηκα και κάποιον υπουργό. Σ' αυτόν με είχε πάει ένας φίλος μου. Ποιος; Αυτός έμεινε έξω απ' το νου μου.

Δεν τον ήξερα σχεδόν διόλου αυτόν τον υπουργό, αν και τον είχα υποστηρίξει πολύ στις εκλογές. Είτανε φίλος του φίλου μου. Και όταν μια μέρα βρέθηκα στην Αθήνα, με πήρε ο φίλος να πάμε στο υπουργείο για να τον γνωρίσω.

Μας δέχτηκε καλά. Μα παρατήρησα, πως είχε στα χείλια του ένα χαμόγελο όμοιο, ομοιότατο με κάποιου άλλου υπουργού, που είχα γνωρίσει πριν απ' αυτόν.

Μα είταν τόσο όμοιο που φεύγοντας ο πρώτος, ας πούμε, απ' το υπουργείο, να τόχε παραδώσει στο νέο υπουργό, όπως τούχε παραδώσει τη θέση του, το αυτοκίνητο, το γραφείο, τα καλαμάρια...

Τα μάτια μου άρχισαν να κλείνουν. Υπνος γλυκός ερχόταν χωρίς να σέρνη παράσταση με λύπες, χαρές και τάλλα. Ανυπαρξία! Μα να, καθώς βασιζόμουν στο χάος της ανυπαρξίας, να κι ακούω το φίλο μου να λέει σιγά:

- Για άκου! Τι είναι αυτό πάλι. Πρόσεξα. Ακουσα κάτι κρότους σιγαλούς πολλούς, πολλούς ρυθμικούς, που όσο πήγαιναν δυνάμωναν. Και σα να γίνωνται κάπου εκεί κοντά, δίπλα σάλλο δωμάτιο και πάνω σε πλακόστρωτο...

Σηκώθηκα. Ομοια έκανε και ο σύντροφός μου και προχωρήσαμε μέσ' στο σκοτάδι για να δούμε τι συνέβαινε.

Χτύπησα πάνω σε τοίχο. Ψάχνοντας όμως βρήκα την έξοδο και πέρασα. Ενοιωσα το σύντροφό μου κοντά μου.

Πηγαίναμε προς τους κρότους...

Ενα φως είδα πέρα μικρό να βγαίνει από κάτου και να φωτίζει τον ερειπωμένο διάδρομο.

Πλησιάσαμε, αλλά σταθήκαμε στην πόρτα. Μέσα σε μια γιγάντια αποθήκη, στη μέση της, μια γρηά, κάτι έφτιαχνε φωτισμένη απ' τη φλόγα φωτιάς από ξύλα που πάνω της είχε ένα μεγάλο τσουκάλι. Γύρω της πλήθος βαθράκια μεγάλα πηδούσαν ρυθμικά.

Κοίταξα το φίλο μου, το σύντροφό μου καλύτερα, αλλ' αυτός σκοτεινός σα νάχε βαφτεί απ' το σκοτάδι, αλλού κοίταζε.

Εβηξε. Αλλ' η γρηά ούτε τάκουσε. Εκανε μόνο μια κίνηση σα να την ενόχλησε μυίγα, και ξακολούθησε τη δουλειά της σκυμμένη σ' ένα τραπέζι. Και οι βατράχοι πηδούσαν γύρω της...

Μα το κούνημα κείνο που είχε κάνει σα να έδιωξε μυίγα από πάνω της η γρηά, άρχισε να το κάνει συχνά πολύ συχνά. Αφινε τη δουλειά της κ' έκανε σα νάπεφτε πάνω της κοπάδι μυγών και την ενοχλούσε.

Εκανα δυο βήματα μέσα, μέσα στην αποθήκη που είταν γεμάτη από κεραμίδια σπασμένα.

Ο σύντροφός μου με προσπέρασε. Μα εγώ κείνη τη στιγμή τον είδα σα σκιά μου.

Τα βαθράκια τώρα σταμάτησαν το ρυθμικό τους πήδημα κ' έμειναν ακίνητα.

Και μίλησα στη γρηά κάνοντας και κινήσεις με τα χέρια σα νάμουν ηθοποιός, ή πολιτικός. Το ίδιο κάνει. Και είπα στη γρηά:

- Καλέ κυρούλα, τι κάνεις εκεί; Κεραμίδια δε φτιάνεις, αν και είναι κεραμιδαριό εδώ, τόδα, το βλέπω! Μα τι διάλογο κάνεις μέσα στη νύχτα; Μήπως κάνεις μάγια; Αν κάνεις τέτοια κάνε και για μένα κάμποσα. Αν πάλι κάνης κάλπικα χαρτονομίσματα δώσε μου λίγα. Για μένα κάλπικα είναι και κείνα τάλλα που λένε αληθινά!...

Μα μήπως κάνεις ανθρώπους, γιατί βλέπω μια τσουκάλα κει και βράζει! Για πε μου; Και πιστεύω, αν κάνεις τέτοιους πως θάνε πολύ καλύτεροι απ' αυτούς που λένε πως τους έκανε ο αγαθός Θεός...

Αυτό όμως εγώ δεν το πιστεύω, δεν πιστεύω πως τους έφτιασε αγαθό Ον γιατί πώς είναι δυνατόν αγαθό Ον να φτιάξει αυτό το τέρας, αυτό το κακούργο, το ύπουλο, το βρωμερό ζώο, που λέγεται άνθρωπος;

Ο Σατανάς τον έκανε, κυρούλα μου, αυτός τον μαγέρευσε αυτόνα τον άνθρωπον στην κοιλιά της μαντάμ Εύας!...

Το βρήκαμε...

Επαψα να λέω. Και η γρηά που άκουγε σκυμμένη στο τραπέζι της, ακίνητη, σηκώθηκε, στράφηκε σε μένα και μου είπε:

- Ξένε, σε ήξερα, όπως όλα τα ξέρω. Ξέρω την ιστορία σου!...

Τώρα άκουσε: Δεν κάνω μάγια να σου δώσω και να χτυπήσεις τους βρωμερούς εχθρούς σου!... Ούτε χαρτονόμισμα για να σου δώσω νάχεις!... Τίποτα δυστυχώς απ' αυτά!... Θα σου πω όμως τούτο του Δαβίδ:

Αληθώς άρα λαλείτε

δικαιοσύνην; κρίνετε

μετ' ευθύτητος υιοί ανθρώπων;

Και τούτο:

Ο Δίκαιος θέλει ευφρανθεί

όταν ιδεί την εκδίκησιν,

τους πόδας αυτού θέλει νίψει

εν τω αίματι του ασεβούς!

Τώρα στ' άλλα: Ανθρώπους δε φτιάχνω. Καλά είναι φτιαγμένοι για τη μεγάλη συχαμερή κωμωδία! Θα σου πω τι κάνω. Ακουσε καλά:

Ετοιμάζω κεφάλια υπουργών!... Ναι, ναι... Μην κάνεις έτσι. Θα στο πω καλύτερα. Πάψε μην αρχίσουν το χορό τους τα βαθράκια!... Λοιπόν, ετοιμάζω κεφάλια υπουργών, είναι όμως άδεια αυτά τα κεφάλια και μοιάζουν με νεροκολοκύθες!

Τα παραγεμίζω που λες με διάφορα, να απ' εκείνα που βράζουν στην τσουκάλα, και πάντοτε τα ίδια.

Οταν αυτή η νεροκολοκύθα ετοιμαστεί τη στέλνω, κι αυτή αόρατη τρέχει σαν αστραπή να βρει τον νέον υπουργό. Και όταν τον βρει κάθεται στο κεφάλι του, νέα κεφαλή αόρατη. Κανείς δεν τη βλέπει, ούτε κείνος το καταλαβαίνει.

Και απ' τη στιγμή εκείνη δε σκέπτεται πια ο άνθρωπος που έγινε υπουργός, με το μυαλό του αλλά με κείνο πούχε η νεροκολοκύθα!...

Και γι' αυτό έχουν όλοι το ίδιο χαμόγελο...

Συμβαίνει όμως κάποτε, σπάνιο λιγάκι πράγμα, αυτή η νεροκολοκύθα καθώς κατεβαίνει αόρατη προς το νέο υπουργό, να ξεφύγει και αντί να καθίσει στο κεφάλι του υπουργού, να πάει να πιάσει θέση στο κεφάλι του Γενικού Γραμματέα!...

Ξύπνησα. Είταν όνειρο. Η γρηά, το κεραμιδαριό, όλα χάθηκαν! Αλλά τι είχε να κάνει; Εγώ είπα σιγά:

- Ο δίκαιος θέλει ευφρανθεί όταν ιδεί την εκδίκησιν, τους πόδας αυτού θέλει νίψει εν τω αίματι του ασεβούς!


Του Δημοσθένη Ν. ΒΟΥΤΥΡΑ




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org