ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 14 Γενάρη 2001
Σελ. /24
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΔΙΗΓΗΜΑ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ Ν. ΚΟΣΜΑ

Ο Νίκος Β. Κοσμάς γεννήθηκε στο Μιχαλίτσι Ιωαννίνων το 1920. Τελείωσε το Γυμνάσιο «Ζωσιμαία Σχολή» και τη «Ζωσιμαία Ακαδημία» Ιωαννίνων. Δημοσίευσε ποιήματα και φιλολογικές συνεργασίες.

Από μαθητής στο Γυμνάσιο προσχώρησε στο προοδευτικό κίνημα. Ελαβε μέρος στη μεγάλη μαθητική απεργία της «Ζωσιμαίας Σχολής» το Μάρτη του 1936. Στην κατοχή πήρε ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση.

Υπηρέτησε δάσκαλος στο νομό Θεσσαλονίκης, στη Χίο, στον Πειραιά και στην Αθήνα.

Η αγάπη του για το λαό, απ' τον οποίο προέρχεται, τον έσπρωξε στη μελέτη του λαϊκού βίου. Εγραψε πολλές λαογραφικές, γλωσσικές, ιστορικές και παιδαγωγικές εργασίες. Για την επίδοσή του αυτή βραβεύτηκε το 1983 από την Ακαδημία Αθηνών. Είναι μέλος της «Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας», της «Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών» και αντεπιστέλλον μέλος της «Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών».


Θρήνος

Πέμπτη 1 Φλεβάρη του 19... Μέρα ηλιόλουστη και γεμάτη χαμόγελα. Η ατμόσφαιρα είναι τόσο καθαρή, που το λιμάνι του Πειραιά αστράφτει σαν ένα κομμάτι ασήμι. Χαρούμενοι και πολύ εκφραστικοί οι όγκοι του Υμηττού, της Πεντέλης και της Πάρνηθας. Οι άνθρωποι περπατάνε κι ανασαίνουν το φλεβαριάτικο ήλιο, που είναι όλο όνειρα κι ελπίδες για την Ανοιξη, που προσμένουν μ' έναν ανείπωτο καημό. Και την προσμένουν καλύτερη. Την προσμένουν να 'ρθει με τα χρυσά κλειδιά για ν' ανοίξει τις σφαλιστές καρδιές των ανθρώπων. Κι είναι πολλές οι σφαλιστές και πληγωμένες καρδιές των ανθρώπων.

Ετσι είναι. Ο εμφύλιος πόλεμος που μας επέβαλαν ντόπιοι και ξένοι δεν άφησε τίποτα όρθιο. Εκαψε χωριά και πολιτείες. Απλωσε ένα πένθος στις πλαγιές και κέντησε με χαρακώματα τους λόφους. Ανάσκαψε με τις νάρκες τους δρόμους και σώριασε τα γιοφύρια και τα περάσματα στις ρεματιές. Τα χτίρια μαυρισμένα, ξεσχισμένα και καψαλισμένα διηγούνται τη φρίκη και την τρομάρα του εμφύλιου πολέμου. Οι άνθρωποι που τον έζησαν υπάρχουν. Ζούνε. Αγωνίζονται. Δεν ξέχασαν το παρελθόν. Το ιστορούν στις κουβέντες τους, στις εφημερίδες, στα βιβλία, στα τραγούδια και στους πίνακες. Αλίμονο αν το ξεχάσουν. Θα γυρίσουν πάλι σ' αυτό. Δεν ξεχνούν όμως και το μέλλον. Ζούνε με τ' όνειρο και την ελπίδα μιας δικαιότερης ζωής. Παλεύουν και σήμερα ενάντια στην ασχήμια και στη βία. Παλεύουν για μια ζωή δίκαιη κι ωραία.

Ζει κι η θεια-Πανάγιω, μια χαροκαμένη γυναίκα από 'να πετρωμένο βουνό της Ηπείρου. Ζει με τις δυο κόρες της εκεί στην Καισαριανή. Την ξερίζωσε απ' το χωριό ο εμφύλιος πόλεμος. Τη φοβόνταν, λέει, μήπως και συνεργάζονταν με τους αντάρτες.

Δίπλα στο Σκοπευτήριο κάθεται η θεια-Πανάγιω. Κι έχει το λόγο της. Εδώ στο Σκοπευτήριο την Πρωτομαγιά του 1944 σκότωσαν οι Γερμανοί το γιο της το Δημήτρη, το δάσκαλο, μαζί με τους άλλους διακόσιους αγωνιστές. Το χώμα τούτο του μαρτυρίου κάθε Πρωτομαγιά πλημμυρίζει από αίμα αχνιστό. Διακόσιοι γενναίοι στήθηκαν όρθιοι και πέθαναν όρθιοι, σαν τα κυπαρίσσια, από 'να γερμανικό μυδράλιο. Και πέθαναν για μια όμορφη πατρίδα. Πέθαναν για ένα κομμάτι ήλιο. Πρωί και βράδυ η θεια-Πανάγιω έρχεται σε τούτον το ματωμένο τόπο για να καλημερίσει και να καληνυχτίσει το Δημήτρη της.

- Καλημέρα, Δημήτρη μου... Σαν τις καλοσυνάτες μέρες του χωριού μας, που άστραφτες σαν ήλιος, να 'ναι κι η σημερινή. Το ξέρω, μ' ακούς. Σε σκότωσαν, παιδί μου, γιατί ζήτησες να δεις τον ήλιο. Ζήτησες μια καλύτερη ζωή. Ζήτησες μια δικαιοσύνη στο έχος. Πάλεψες ενάντια στην ασχήμια και τη βία. Σε παρέδωσαν στους Γερμανούς παιδί μου στην Ακροναυπλία, να σε σκοτώσουν, γιατί οι ίδιοι δεν είχαν ψυχή. Ηταν πτώματα βρωμισμένα. Τέτοιοι είναι και σήμερα. Τέτοιοι θα 'ναι και αύριο. Δεν αλλάζουν. Μα, ησύχασε, παιδί μου. Οι άνθρωποι συνεχίζουν τον αγώνα σου. Οι σύντροφοί σου σου στέλνουν χαιρετίσματα με την πνοή του ανέμου. Ο Νίκος απ' τη φυλακή, ο Κώστας απ' τη Μακρόνησο, ο Βασίλης απ' τη Γυάρο, η Ρήνα απ' το εργοστάσιο, ο Αλέκος απ' τη σκαλωσιά κι η Νίτσα απ' το χωράφι...

Καληνύχτα, Δημήτρη μου, όνειρα γλυκά και ρόδινα σαν τα σύνορα τ' ουρανού στο ηλιοβασίλεμα του χωριού μας.

Αυτά λέει κάθε μέρα η θεια-Πανάγιω σκυμμένη στον τόπο του Σκοπευτηρίου, που 'πεσε ο γιος της.

Σήμερα όμως η θεια-Πανάγιω σηκώθηκε πολύ πρωί. Η αυγή μόλις είχε βάψει με το πινέλο της την κορφογραμμή του Υμηττού, είχε απλώσει το ατλάζι της στο Σαρωνικό και προχωρούσε, για ν' αποτελειώσει τον πίνακα. Με μια εφημερίδα στο χέρι και με το μαύρο τσιμπέρι λυτό και χυμένο στις πλάτες της τραβάει με ανοιχτά βήματα για τον τόπο του θυσιαστηρίου.

Φτάνει. Στέκεται. Γονατίζει. Ανοίγει την εφημερίδα και την απλώνει πάνω στο μέρος που 'πεσε ο γιος της χτυπημένος κατάστηθα απ' το γερμανικό μυδράλιο. Τα μάτια της που είναι σαν τ' ακίνητο νερό του πηγαδιού χύνουν βροχή τα δάκρυα. Τα χείλη της τρέμουν, σαν τα ξερόφυλλα του Φθινοπώρου. Πάει να λυγίσει, σαν την ντελικάτη λεύκα, μα κρατιέται.

- Δημήτρη μου, γλυκό μου αγόρι. Παλικάρι μου ξαρμάτωτο. Σε σκότωσαν, παιδί μου, γιατί ζήτησες να βγεις στον ήλιο. Ζήτησες, βλαστάρι μου, μια καλύτερη ζωή. Σε σκότωσαν γιατί ζήτησες μια δικαιοσύνη στο έχος. Σε είπαν προδότη για να σε σκοτώσουν, παιδί μου. Είπαν πως δούλευες για την «απόσπαση μέρους του πατρίου εδάφους». Ψέματα... Ψέματα, λεβέντη μου... Ψέματα... Εσύ, παιδί μου, δεν πρόδωσες. Το ξέρω εγώ η δόλια μάνα σου. Εγώ δε γέννησα προδότες. Γέννησα παλικάρια. Μόνο τούτα τα λόγια έλεγες: «Γιατί να πεινάμε; Γιατί να μη μου δίνουν δουλιά; Γιατί; Γιατί;». Αυτά τα λόγια παιδί μου, έλεγες. Μάρτυρας εγώ η μάνα σου που τ' άκουγα κι έκλαιγε η ψυχή μου. Σ' άκουγα η δόλια κι έτρεμαν τα φύλλα της καρδιά μου. Γι' αυτά τα λόγια, καμάρι μου, σε στείλαν αλυσοδεμένον και χιλιοχτυπημένον στα ξερονήσια, και στις ανήλιαγες φυλακές οχτώ ολάκερα χρόνια. Και σάμπως σταμάτησαν εδώ; Οχι. Στο τέλος σε παρέδωσαν στους Γερμανούς, για να σε σκοτώσουν. Γιατί; Γιατί δεν είχαν τη δύναμη να σκοτώσουν διακόσια παλικάρια που θα τους κοίταζαν κατάματα. Ετσι αγόρι μου γλυκό, προδότης εσύ δεν ήσουν.

Και ξέρεις ποιοι είναι οι προδότες; Ακουσε τι έγραψαν οι σημερινές εφημερίδες;

«Αφήστε την Κυρήνεια να την πάρουν οι Τούρκοι...»

(Οι Εφημερίδες)

Κι αυτή τη διαταγή την έδωσε, γιε μου, Ελληνας αξιωματικός. Αυτός που έλεγε ότι τάχα «υπερασπίζονταν το πάτριο έδαφος» και πολεμούσε για υψηλά ιδανικά, Πατρίδα... και... και...

...............................................................

«Αλλαξαν τα χρόνια, θεια-Πανάγιω», της είχε πει κάποτε ο γείτονάς της, ο Καρβέλας. Ηταν τότε που μετά την απελευθέρωση πρόεδρος του χωριού διορίστηκε ο ψευτο-Γιάννης, ο συνεργάτης των Ιταλών και των Γερμανών. Αυτός που οδήγησε τους Γερμανούς κι έκαψαν τα χωριά της περιοχής. Εκαψαν, σκότωσαν, ρήμαξαν. Κρέμασαν γέρους, ξεκοίλιασαν γυναίκες και κάρφωσαν με τις ξιφολόγχες μικρά παιδιά.

«Τώρα, της είχε πει ο Καρβέλας, οι προδότες είναι όχι μόνο πατριώτες, αλλά υπερπατριώτες. Κι αυτοί που αγωνίστηκαν για την πατρίδα έγιναν προδότες».

- Να 'ναι αλήθεια!... Κι όμως είναι αλήθεια. Αυτοί, παιδί μου, ζούνε. Αυτοί υπηρετούν και την πατρίδα. Να, παιδί μου, γιατί σήμερα σε ξύπνησα τόσο πρωί. Ηθελα να σου φέρω τα νέα. Θα γελάσουν με την ψυχή τους κι όλοι οι νεκροί στρατιώτες των βουνών της Αλβανίας, των Μικρασιατικών οροπεδίων, των Μακεδονικών πεδιάδων και των Ηπειρωτικών βουνών. Κι ακόμα του Μαραθώνα, των Θερμοπυλών και της Σαλαμίνας, που ίσως κι αυτοί να μ' αφουγκράζονται.


Του Νίκου ΚΟΣΜΑ




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org