ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 11 Μάη 2014
Σελ. /40
ΔΙΕΘΝΗ
ΙΤΑΛΙΑ
Αλλο ένα παράδειγμα ευρωενωσιακής βαρβαρότητας

Η οργάνωση της ταξικής αντεπίθεσης είναι ανάγκη και για τους Ιταλούς εργάτες (φωτ. από περσινή απεργιακή κινητοποίηση)
Η οργάνωση της ταξικής αντεπίθεσης είναι ανάγκη και για τους Ιταλούς εργάτες (φωτ. από περσινή απεργιακή κινητοποίηση)
Απάντηση σε όσους ισχυρίζονται ότι αντεργατικές ανατροπές συντελούνται μόνο στην «Ελλάδα του μνημονίου», σε όσους δηλώνουν ότι υπάρχει περίπτωση, στο πλαίσιο της ΕΕ, να δοθούν φιλολαϊκές λύσεις, αλλά και σε όσους συνολικά καλούν τους εργάτες να στοιχηθούν πίσω από τις ανάγκες των μονοπωλίων, γιατί δήθεν έτσι θα σωθούν, δίνουν οι εξελίξεις στη γειτονική Ιταλία. Στην τρίτη μεγαλύτερη οικονομία της ιμπεριαλιστικής ΕΕ, όπου ο 39χρονος Ματέο Ρέντσι έχει κάνει πολλούς να ...ανακαλύπτουν έναν πολλά υποσχόμενο συνομιλητή στο πλαίσιο της «απόκρουσης» του ... «ευρωπαϊκού Βορρά» και της «κακιάς» Μέρκελ (ο Αλέξης Τσίπρας έχει δηλώσει από την αρχή ότι δε θα διστάσει να ζητήσει τη συνεργασία του «αν ως πρωθυπουργός της Ελλάδας ηγηθώ μιας σκληρής διαπραγματευτικής διαδικασίας στην ΕΕ, για λογαριασμό όχι μόνο του ελληνικού λαού, αλλά ολόκληρου του Ευρωπαϊκού Νότου»), η εργατική τάξη μετρά διαρκείς απώλειες, στο όνομα ακριβώς της ανάκαμψης της κερδοφορίας του μεγάλου κεφαλαίου.

Μόλις πριν από μερικές μέρες, η ιταλική Γερουσία ενέκρινε ένα ακόμα «πακέτο» μεταρρυθμίσεων που μειώνουν παραπέρα το «εργατικό κόστος», προτεραιότητα που η κυβέρνηση Ρέντσι είχε ξεκαθαρίσει ότι έχει από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε τη διακυβέρνηση. Κεντρικός άξονας του νέου «πακέτου» είναι η δυνατότητα που εξασφαλίζεται στους μεγαλοεργοδότες να κάνουν καθεστώς τη διαρκή ανακύκλωση των εργαζομένων τους, χωρίς καμιά υποχρέωση να τους προσλαμβάνουν, δηλαδή χωρίς υποχρέωση να απασχολούν εργατικό δυναμικό με πλήρη δικαιώματα.

Συγκεκριμένα, ένας μεγαλοεπιχειρηματίας έχει πλέον το δικαίωμα να ανανεώνει μέχρι και τρία χρόνια τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου του προσωπικού του, «χωρίς να αποκαλύπτει τα κίνητρά του» μάλιστα, όπως διευκρίνιζε τουλάχιστον το πρακτορείο «Ρόιτερς» σε σχετικό του ρεπορτάζ. Αυτό σημαίνει ότι τα ιταλικά μονοπώλια αποκτούν νέα όπλα στην «κούρσα» για την αναβάθμιση της θέσης τους, περιφερειακά, αλλά και διεθνώς. Μπορούν πλέον να αντικαθιστούν «παλιότερους» εργαζόμενους με «νέους» που θα απασχολούνται ...μόνιμα με προσωρινή σύμβαση, μέχρι να εκπνεύσει η τριετία και να πάρουν σειρά οι επόμενοι άνεργοι που στο όνομα της εξασφάλισης μιας θέσης δουλειάς θα δέχονται να δουλεύουν με πετσοκομμένα ή και ανύπαρκτα δικαιώματα. Μέχρι σήμερα, ένας εργοδότης στην Ιταλία ήταν τυπικά υποχρεωμένος να εξηγεί τους λόγους που ήθελε να ανανεώσει συμβάσεις ορισμένου χρόνου για διάστημα που ξεπερνούσε τους 12 μήνες.

Σχέδια για βαθιές ανατροπές

Το νέο αυτό «δωράκι» στους μεγαλοεργοδότες φαίνεται να είναι ένα μόνο μέρος ενός σχεδιασμού ευρύτερων ανατροπών στις εργασιακές σχέσεις που η κυβέρνηση Ρέντσι σκοπεύει να προωθεί βήμα - βήμα. Ολα δείχνουν ότι μετά τις ευρωεκλογές η ένταση της επίθεσης θα κλιμακωθεί, καθώς προς το παρόν αναλογίζεται το πολιτικό κόστος, αλλά και αναζητά τρόπους «διευθέτησης» ενδοαστικών αντιπαραθέσεων που εκφράζονται και με «διαφωνίες» στο εσωτερικό του κυβερνητικού συνασπισμού, αλλά και του κόμματος του Ρέντσι.

Πάντως, οι άξονες που είχε θέσει τόσο ο 39χρονος σημερινός πρωθυπουργός όσο και μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου πριν ακόμα ορκιστεί το νέο κυβερνητικό σχήμα, δεν αφήνουν περιθώρια για αμφιβολίες σχετικά με την αγριότητα που θα έχει η επίθεση: «Ευκολότερες απολύσεις», ιδιωτικοποιήσεις, μείωση δημοσίων δαπανών, «απλοποίηση» των εργασιακών σχέσεων, τσακίζοντας τη μόνιμη και σταθερή εργασία.

Στο όνομα της «αντιμετώπισης της ανεργίας» και μάλιστα πρώτα απ' όλα των νέων, η κυβέρνηση επιδιώκει και αλλαγές στο καθεστώς της μαθητείας, ώστε οι εργοδότες να μην υποχρεώνονται να προσλαμβάνουν με πλήρη απασχόληση όποιον ολοκληρώνει ένα σχετικό πρόγραμμα.

Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι, όταν πρόσφατα ο Ρέντσι βρέθηκε στο Βερολίνο, έπλεξε το εγκώμιο των εργασιακών μεταρρυθμίσεων που έχουν γίνει στη Γερμανία. Μεταρρυθμίσεις όπως αυτές που αύξησαν κατακόρυφα τις θέσεις «ελαστικής» απασχόλησης και τους χαμηλόμισθους που πασχίζουν να τα φέρουν βόλτα μέσα από τα λεγόμενα «mini-jobs», δηλαδή προσωρινά μεροκάματα με 400 - 500 ευρώ το μήνα.

Καμία έκπληξη δεν προκαλεί, φυσικά, το γεγονός ότι, τέτοιες αντεργατικες ρυθμίσεις προχωρούν ταυτόχρονα με μείωση της φορολογίας για τις επιχειρήσεις, μείωση του ενεργειακού κόστους για μεγάλες εταιρείες κ.τ.λ.

Ορκοι στις ανάγκες της «ανταγωνιστικότητας»

Δε θα μπορούσε, άλλωστε, να συμβεί διαφορετικά. Η ανάκαμψη της καπιταλιστικής κερδοφορίας έρχεται μόνο μέσα από μείωση της τιμής της εργατικής δύναμης. Η μείωση του «κόστους εργασίας» είναι το πάγιο αίτημα της Confidustria (της βασικότερης εργοδοτικής οργάνωσης στη χώρα) και όλων των Ιταλών μεγαλοεπιχειρηματιών. Ενα από τα τελευταία παραδείγματα είναι η μερική μεταφορά τμημάτων της παραγωγής στην Αλβανία, που αποφάσισε η «Teleperformance», γκρινιάζοντας για το «δυσβάστακτο κόστος». Ετσι, όποιος ορκίζεται στις ανάγκες και τις αρετές της «ανταγωνιστικότητας», δεν μπορεί παρά να υιοθετεί και να συνδιαμορφώνει τις αντιλαϊκές κατευθύνσεις των ιμπεριαλιστικών οργανισμών.

Ανάμεσα σε αυτές, για την περίπτωση της Ιταλίας, ξεχωρίζει η πρόταση που έχει διατυπώσει και ο Οργανισμός για την Οικονομική Συνεργασία και Ανάπτυξη (ΟΟΣΑ) για μείωση και του κατώτατου μισθού.

Χαρακτηριστική είναι και έκθεση που συντάχθηκε πέρυσι για λογαριασμό του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ). Απαριθμώντας «προβλήματα» της ιταλικής οικονομίας ανέφερε ως τέτοια:

-- Την «αποσύνδεση μισθού - παραγωγικότητας» που διακρίνει σήμερα την αγορά εργασίας, ζητώντας ουσιαστικά απόλυτη προσαρμογή των μισθολογικών δικαιωμάτων στις απαιτήσεις των επιχειρήσεων, χωρίς καμιά σταθερά και κανέναν έλεγχο.

-- Την «ανεπαρκή χρήση των επιχειρησιακών συμβάσεων», απαιτώντας κατάργηση των κλαδικών συμβάσεων, ώστε οι εργαζόμενοι να είναι ακόμα πιο ανυπεράσπιστοι στις μεθοδεύσεις και τους εκβιασμούς των πολυεθνικών, που είναι να μειωθούν δραστικά μια σειρά από κατακτήσεις που αφορούν στην προστασία της μητρότητας, συνδέονται με την επικινδυνότητα της εργασίας κ.τ.λ.

-- Το «απαγορευτικά υψηλό κόστος για απολύσεις» και την «υποχρεωτική αποκατάσταση και αποζημίωση σε περίπτωση άδικης απόλυσης», ζητώντας πλήρη απελευθέρωση των απολύσεων.

Χωρίς περιστροφές, η έκθεση αντιπρότεινε ως «λύσεις», τη μείωση του ελάχιστου ορίου διάρκειας της μαθητείας, «συμβάσεις βασισμένες στην παραγωγικότητα», αλλά και «συμφωνίες μεταξύ κοινωνικών εταίρων για την προώθηση της αποκέντρωσης των εργασιακών διαπραγματεύσεων». Είναι ολοφάνερο, δηλαδή, πως μεταξύ άλλων θα στοχοποιηθούν και οι εργατικές οργανώσεις που αντιστέκονται στην αντεργατική λαίλαπα. Ευχής έργον θα ήταν για την εργοδοσία, άλλωστε, η κυριαρχία των ατομικών συμβάσεων και διαπραγματεύσεων, η απομόνωση κάθε εργάτη, ώστε να υποκύπτει έτσι ακόμα πιο γρήγορα στις αντεργατικές απαιτήσεις.

Σ' αυτό το πλαίσιο, η κατάσταση και για την εργατική τάξη της Ιταλίας γίνεται ακόμα πιο δύσκολη. Ωστόσο, η δική της πείρα (όπως η πείρα κάθε λαού κράτους - μέλους της ΕΕ) προσφέρει υλικό για γόνιμα συμπεράσματα στους εργάτες όλης της Ευρώπης. Επιβεβαιώνει ότι δεν υπάρχει φιλολαϊκή διαχείριση ή λύση χωρίς σύγκρουση με τα μονοπωλιακά συμφέροντα. Γι' αυτό και η ψήφος στις ερχόμενες ευρωεκλογές πρέπει να είναι ψήφος αντίστασης στην Ευρωένωση των μονοπωλίων, ψήφος που θα χρησιμεύσει ως βήμα στην οργάνωση της εργατικής και λαϊκής αντεπίθεσης σε όλους όσοι υπηρετούν το μεγάλο κεφάλαιο.


Α. Μ.




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org