ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 11 Μάρτη 2001
Σελ. /24
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΔΙΗΓΗΜΑ
Μακρόνησος

Ομαδική απόπειρα

Η μέρα ήταν γελαστή και χαρούμενη...

Χαρούμενος κι ο «αναμορφωτής» του «Γραφείου Ηθικής Αγωγής», που, με βοηθούς τους Αλφαμίτες με τα ρόπαλα, είχε αναλάβει την «Εθνική διαπαιδαγώγηση» των ανηλίκων, μας ανακοίνωσε την ευχάριστη είδηση...

«Σήμερα, παιδιά, ο κύριος διοικητής σας κάνει και ένα ωραίο δώρο! Μια χάρη... Εδωσε την άδεια και σας επιτρέπει, μετά το μάθημα, να κάνετε ένα ωραίο μπανάκι στη θάλασσα. Μαζί με τον εξαγνισμό των ψυχών πρέπει να καθαρίζουμε και να δροσίζουμε και το σώμα. Δε συμφωνείτε;.. "Νίψον ανομήματα, μη μόναν όψιν", όπως έλεγαν και οι Βυζαντινοί μας πρόγονοι!..».

Είχα πιάσει παράμερα μια πέτρα, και καθόμουν, κοιτάζοντας πέρα βαθιά στη θάλασσα. Μια αηδία ένιωθα να μου ανακατεύει από μέσα το στομάχι.

Ο «διαφωτιστής» πλησίαζε τα παιδιά που στέκονταν αδιάφορα γύρω στα βράχια.

«Εσείς εδώ, δε θα κάνετε μπανάκι;..».

Ηρθε και στάθηκε πάνω απ' το κεφάλι μου.

«Εσύ, γιατί δεν κάνεις μπάνιο;».

«Είμαι κρυωμένος. Δεν μπορώ».

Οταν ήμουν πολύ μικρός, ο πατέρας μου, που ήταν κυνηγός, είχε φέρει στο σπίτι έναν πληγωμένο αϊτογέρακα. Δεν είχε κανένα άλλο τραύμα. Μονάχα ένα σκάγι τον πέτυχε στη μια φτερούγα και του την τσάκισε.

Είχαμε φτιάξει με σανίδες και με σύρμα ένα μεγάλο κλουβί, και τον βάλαμε μέσα. Του δέσαμε και με μια λουρίδα πανί τη σπασμένη φτερούγα του, να μείνει ακίνητη, μήπως «πιάσει» το κόκαλο και ξαναγίνει καλά. Προσπαθούσαμε να τον ταΐσουμε, να του δώσουμε να πιει νερό. Δεν άπλωνε να πάρει τίποτα. Περήφανος και ασυμβίβαστος. «Απ' το χέρι σας, φονιάδες, τίποτα!», έμοιαζε να λέει με το άγριο μάτι του. Στεκόταν εκεί στη μέση του κλουβιού, ασάλευτος. Και μας κοίταζε με περιφρόνηση, με αηδία. Ισως, ακόμα και με οίκτο... Εμεινε έτσι νηστικός και διψασμένος, εκεί μέσα στο συρματένιο κλουβί, τρεις μέρες, ώσπου πέθανε όρθιος!..

Τον νιώθω τώρα αδερφό μου... Σύντροφο στην αιχμαλωσία μου και στα βασανιστήρια. Αναδρομικά...

...Προτιμώ να πεθάνω, παρά να πάρω απ' το χέρι σας έστω και ένα τσιγάρο.

Δε θέλω καμιά «χάρη» απ' τους βιαστές. Πάτησαν κάτω την τιμή και την αξιοπρέπειά μας, και τώρα μας κάνουν και χάρες... Τα σκουλήκια!..

Να μπορούσα να γίνω ένας Τατάκης... Ενας στρατιώτης Τσιρογιάννης... Να σταθώ όρθιος εκεί στον ήλιο του καταμεσήμερου και στ' αγιάζι της νύχτας, τριάντα τρία ολόκληρα μερόνυχτα!.. Να τους βγάζω τη γλώσσα και να τους φτύνω κατάμουτρα. Να μουντζώνω με τα δυο τα χέρια, και να σαρκάζω προς όλες τις κατευθύνεις. Προς όλα τα επιτελεία τους!..

...Μακάρι να μη με είχαν εξαιρέσει, τότε στη Λαμία, απ' το θάνατο, «λόγω του νεαρού της ηλικίας». Χίλιες φορές να με είχαν στήσει και μένα στη μάντρα της Ξηριώτισσας, μαζί με την αθάνατη Βαγγελιώ και τ' άλλα παλικάρια... Θα είχα γλιτώσει τώρα απ' όλα αυτά. Θα είχα πεθάνει, πιασμένος χέρι με χέρι, με τον Τσιρώνη, τον Χαλκιά, τον Γαλανίτσα, τον μπαρμπα - Μήτσιο και τ' άλλα πέντε ανταρτόπουλα. Θα είχα πεθάνει όρθιος, χορεύοντας μαζί τους και τραγουδώντας: «για μια ιδέα ευγενικιά δίνουμε τη ζωή μας».

Στεκόμουν, θαρρείς, κι έβλεπα από μακριά τον εαυτό μου, διπλωμένον εκεί απάνω στο βραχάκι, με το πρόσωπο κρυμμένο μέσα στις παλάμες... Παρακολουθούσα ετούτο το άτυχο παιδί το εικοσάχρονο, που του φαρμάκωσαν τη ζωή και του κόψαν τα φτερά, πριν προλάβει να τ' ανοίξει για τους μεγάλους ορίζοντες...

Δεν τον άγγιξε τίποτα. Ούτε η γλυκιά ηλιόλουστη μέρα, ούτε η θάλασσα, που απλωνόταν μπροστά στα πόδια του καταγάλανη. Τον έβλεπα να κάθεται εκεί στο ξερολίθι, πιο πέρα απ' το αντίσκηνο. Ολομόναχος. Μπροστά του τα σκουριασμένα συρματοπλέγματα, φαγωμένα απ' την αρμύρα. Τα βράχια. Η στενή λωρίδα της θάλασσας. Κι απέναντι το Λαύριο. Τα σπίτια, τα εργοστάσια με τα καπνισμένα φουγάρα τους.

...Παππούδες ανέμελοι... Εδώ ο κόσμος βουλιάζει, κι αυτοί πέρα βρέχει... Καπνίζουν, όλο καπνίζουν τα βαριά τσιμπούκια τους, σα να μη συμβαίνει τίποτα...

Η ματιά του αγναντεύει αόριστα, βαθιά στον ορίζοντα, κάτι άσπρα στενόμακρα συννεφάκια. Δε σκέφτεται. Δε θέλει να σκέφτεται τίποτα.

Ενα βαθύ χαντάκι νιώθει να χωρίζει στα δυο το στέρνο του. Κάθετα, από πάνω ως κάτω. Σαν να έχει αδειάσει το στήθος του... Ενα απέραντο κενό...

Ενα μεγάλο κάτασπρο καράβι, βγάζοντας καπνό κι απ' τα τρία φουγάρα του, περνούσε ανοιχτά απ' τη μύτη του Σουνίου.

...Ταξιδεύει, ξέγνοιαστο... Για τις Κυκλάδες, για τα Δωδεκάνησα...

Το πρωί, τους είχαν καλέσει πάλι στο «Γραφείον Ηθικής Αγωγής». Τους προειδοποίησαν, για τελευταία φορά.

«Τα ψέματα τέλειωσαν! Ο καθένας να ξεκαθαρίσει τη θέση του. `Η με την Ελλάδα, ή με τη Βουλγαρία και τον ξενοκίνητο κομμουνισμό...».

«Αυτά που υπογράψατε ήταν μπουρμπουλήθρες! Θα υπογράψετε νέες δηλώσεις. Οικειοθελώς. Θα στείλετε και από δύο επιστολές στις Αρχές. Μία στον πρόεδρο και μία στον παπά του χωριού σας. Θα διαβάσετε και μια ομιλία εδώ. Θα σας βοηθήσουμε εμείς. Οποιος δεν μπορεί να γράψει ομιλία, θα του τη δώσουμε εμείς έτοιμη. Θα εξηγείτε πώς παρασυρθήκατε από τα κηρύγματα και τα συνθήματα των ξενοκίνητων κομμουνιστών, και πώς τώρα, με τη βοήθεια του Οργανισμού Αναμορφωτηρίων Μακρονήσου, ξαναβρήκατε τον εαυτόν σας και τάσσεσθε παρά το πλευρόν της μητέρας πατρίδος. Αλλιώς, ετοιμαστείτε να πεθάνετε!..».

Το καράβι χάθηκε πίσω απ' τον κάβο, και μονάχα ο καπνός απ' τα φουγάρα του απόμενε, να σέρνεται και να ξεφτίζει σιγά - σιγά στον καταγάλανο ουρανό.

...Να μπορούσε να πεθάνει... Ετσι, ήσυχα κι αθόρυβα, όπως καθόταν εκεί στο ξερολίθι, να σταματούσε η καρδιά και να 'ρθει γρήγορο και ανώδυνο το τέλος... Δε θα 'νιωθε καμιά λύπη. Κανένα παράπονο, που αφήνει τόσο πρόωρα ετούτον τον άδικο, τον χαλασμένο κόσμο. Το βασανιστή...

Το κλάμα ανεβαίνει επίμονο μέχρι το στόμα του. Πικρή αρμύρα στα χείλια του και μέσα στο καρύδι του λαιμού, που ανεβοκατεβαίνει απελπισμένα.

«...Περίλυπος εστίν η ψυχή μου έως θανάτου...». Κάπου την έχει ακούει ετούτη τη φράση. Στο σχολείο... στην εκκλησία... Ερχεται και ξανάρχεται τώρα σαν επίμονο ρεφρέν, και κουδουνίζει μέσα στο κεφάλι του, που του φαίνεται άδειο σαν σπηλιά...

...Να μπορούσε να πεθάνει... Να γλιτώσει απ' όλη ετούτη την αηδία... Να πάρει τουλάχιστο μαζί του τη λίγη ανθρώπινη υπόσταση που του απόμεινε.

Κρίμα στα σχέδια... Κρίμα στα όνειρα που έκανε παιδί...

...«Παιδί»... Αυτή η λέξη τού φαινόταν τώρα σαν να ερχόταν από εκατό χρόνια πίσω. Απ' τον άλλο κόσμο... Ενιωθε σαν να είχε γεράσει, μέσα σε μια βδομάδα...

Την άλλη μέρα, πρωί - πρωί, τους ξανακάλεσαν στο «Γραφείο».

«Ναι ή όχι;»!..

Ξύλο, φάλαγγα, βασανιστήρια. Τρεις ώρες, πέντε ώρες...

Υστερα, μια ανάπαυλα. Να κάνουν τσιγάρο οι «διαφωτιστές». Και σε λίγο, πάλι, όλοι μαζί, «δάσκαλοι» και Αλφαμίτες, πάνοπλοι, τους κύκλωσαν γύρω - γύρω, με τα ματσούκια στα χέρια.

«Ναι ή όχι;»!..

Τότε, τους έπαιζαν και κείνοι μια «ματσαραγκιά».

«Αφήστε μας να πάμε για λίγο στις σκηνές. Να το ξανασκεφτούμε».

...«Τσάκισαν»... είπαν αυτό μέσα τους με χαρά οι βασανιστές και τους άφησαν να πάνε για λίγο στις σκηνές τους.

Το συζήτησαν μεταξύ τους.

«Καλύτερα να πεθάνουμε!».

«Ν' αυτοκτονήσουμε; Είναι πράξη δειλίας».

«Τα παλικάρια δεν αυτοκτονάνε. Αντέχουν σε όλα, όπως ο Τατάκης». «Μακάρι να μπορούσαμε να σταθούμε δίπλα στον Τατάκη και τους άλλους ήρωες. Μα, είμαστε παιδιά. Η αντοχή μικρή. Καλύτερα να πεθάνουμε».

«Μπροστά στον εξευτελισμό και την ατίμωση, χίλιες φορές προτιμότερος ο θάνατος!».

«Αν υποκύψουμε, και στείλουμε "επιστολές" και διαβάσουμε "ομιλίες", θα ζήσουμε - αν ζήσουμε - μια ζωή γεμάτη περιφρόνηση και τύψεις. Ράκη ψυχικά στον κάλαθο των αχρήστων της Ιστορίας».

«Καλύτερα να πεθάνουμε. θα γράψει κάποιος μια μέρα και για μας δυο λέξεις κατανόησης και συμπόνιας...». «Ν' αυτοκτονήσουμε! Είναι η καλύτερη λύση. Δεν έχουμε άλλη εκλογή. Και γιατί είναι δειλία; Οι Σουλιώτισσες στο Ζάλογγο ήταν δειλές; Ο Καψάλης, ο Σαμουήλ, ήταν δειλοί; Οι Κρητικοί στ' Αρκάδι;..».

Ηταν μεσημέρι. Αυγούστου 18, 1949. Κι ήταν όλοι τους, γύρω στα δεκαοχτώ τους χρόνια...

Σκόρπισαν, καθένας στη σκηνή του. Αλλοι τσάκισαν τις ουρές απ' τα κουτάλια τους και τις κατάπιαν, σπρώχνοντάς τες βαθιά στον ουρανίσκο με το δάχτυλο. Αλλοι ήπιαν πετρέλαιο, που το 'κλεψαν απ' τα μαγειρεία. Σου καίει μέσα τ' άντερα, μία και τέρμα... Αλλοι κοπάνισαν στην πέτρα γυαλιά, ψιλά - ψιλά, και τα κατάπιαν. Αλλος, κομμάτι σύρμα διπλωμένο, άλλος αναπτήρα, ό,τι βρήκε ο καθένας κατάλληλο, για να δώσει τέλος. Μια ώρα αρχύτερα...

Ξάπλωσαν, καθένας στη σκηνή του, και περίμεναν.

Και οι άλλοι, απάνω στο «Γραφείο», περίμεναν...

Μισή ώρα. Μια ώρα... Τίποτα!..

Υστερα ακούστηκαν από τ' αντίσκηνα σπαραχτικές φωνές.

«Βοήθεια! Βοήθεια!.. Ο Γιώργος ήπιε πετρέλαιο. Πεθαίνει!..».

«Ο Μιλτιάδης!..».

«Ο Φώτης!..».

«Ο Κυριάκος!.. Πεθαίνουν!..».

Εγινε αναστάτωση. Αλφαμίτες, «διαφωτιστές», βαθμοφόροι, τρέχουν ξαναμμένοι. Περικυκλώνουν το στρατόπεδο. Ψάχνουν μία μία τις σκηνές.

Εδώ είναι δυο!.. Κι άλλος εδώ. Κι άλλος...

Αρχίζουν να τους κουβαλάνε. Αλλους οι Αλφαμίτες, σβαρνώντας τους απ' τα ποδάρια, άλλους τα ίδια τα παιδιά, σηκώνοντάς τους στα χέρια.

Τους συγκέντρωσαν κάτω στην «πλατεία», στην είσοδο του κλωβού. Δέκα, είκοσι, είκοσι οχτώ παιδιά! Κάτω στο χώμα. Αραδιασμένα στη σειρά, σαν τ' αρνιά τα σφαγμένα...

Η εξουσία αισθάνθηκε ξαφνικά αφοπλισμένη. Στέκονταν όλοι γύρω - γύρω, και τους κοίταζαν σαν χαμένοι. «Τι να τους κάνουμε τώρα;..».

Τι μπορούσαν πια να τους κάνουν...

Ο Λιούμπης, ο καινούριος διοικητής του κλωβού, έφτασε λαχανιασμένος. Δεν ήταν πολλές μέρες που είχε αναλάβει αυτή τη «διοίκηση», και έβλεπε τώρα τη θέση του να κλονίζεται. Αναλογίστηκε ίσως και τις ευθύνες του. Τριάντα παιδιά!.. Να τα πάρει στο λαιμό του... Πώς να το σηκώσει τόσο βάρος...

«Σταματήστε! Σταματήστε!», φώναξε απελπισμένα στ' άλλα παιδιά, και δεν ήξερες αν διέταζε ή αν παρακαλούσε. «Σταματήστε! Και μην κάνετε τίποτα. Ούτε δηλώσεις, ούτε επιστολές...».

Εδωσε εντολή να μαζέψουν γρήγορα απ' τις σκηνές τα κουτάλια και ό,τι άλλο, που θα μπορούσε να χρησιμέψει σαν όργανο αυτοκτονίας.

Να σταματήσει τουλάχιστον ως εδώ το κακό...

Εφεραν αυτοκίνητα. Φόρτωσαν άρον άρον τους «αποπειραθέντες» απάνω στις καρότσες και τους μεταφέρανε στο Γ` Κέντρο.

Τους ξάπλωσαν και κει κατάχαμα, μπροστά στο «ιατρείο», και δεν ήξεραν τι να κάνουν.

Ο κύριος διοικητής ζήτησε και τη γνώμη της επιστήμης. «Τι λες και συ, γιατρέ;», ρώτησε έναν στρατιωτικό γιατρό, «ανανήψαντα». «Μπλέξαμε τώρα εδώ, με τούτα τα τσογλάνια...». Ο γιατρός, ως ειδικός χειρουργός που ήταν, βρήκε τη λύση. «Να τους περάσουμε έναν έναν στη σκηνή. Να τους ξαπλώσω απάνω στον πάγκο και να τους ανοίξω τα στομάχια. Κι όποιος ζήσει, κι όποιος ψοφήσει! Κοίταξε, φίλε μου, πείσμα! Τα παλιοτόμαρα...».

Τελικά, προτίμησαν να μας διώξουν για την Αθήνα. Κι όσοι φτάσουμε ζωντανοί. Ας βγάλουν άλλοι, πιο πέρα, το φίδι απ' την τρύπα.

Στον κλωβό των ανηλίκων έφτασε σε λίγη ώρα και ο «μεγάλος». Ο κύριος Ξαρουχάκος. «Γενικός στρατοπεδάρχης Μακρονήσου»!..

Εφυγαν τ' άλλα παιδιά, οι μελλοθάνατοι. Μα αυτοί που έμειναν πίσω, ζωντανοί, δεν έπρεπε να τρέφουν καμιά αυταπάτη. Καμιά ελπίδα.

«Δώστε τους πίσω τα κουτάλια τους!». Διέταξε με ύψος αυστηρό και αγέρωχο. «Είναι ελεύθεροι να καταπιούν όσα κουταλοπίρουνα θέλουν!». Υψωσε με στόμφο τη φωνή του, για να τον ακούσουν όλα τα παιδιά.

«Νεκροταφεία έχουμε μπόλικα. Και τους χωράνε όλους! Οι Ελληνίδες μητέρες θα γεννήσουν άλλα παιδιά. Και θα είναι καθαρά, γνήσια Ελληνόπουλα!..».

Υστερα γύρισε στα παιδιά.

«Το κράτος είναι πανίσχυρον!», ούρλιαξε, χαλκοπράσινος απ' το θυμό του. «Το κράτος δεν πτοείται»! Ούτε συγκινείται από τας μαχητικάς κομμουνιστικάς εκδηλώσεις. Εάν δε συμμορφωθείτε προς τα εντολάς της Διοικήσεως και τας υποδείξεις του Γραφείου Ηθικής Αγωγής, δεν πρόκειται να φύγει κανείς σας ζωντανός από τη Μακρόνησον!».

Τα ρουθούνια του ανοιγόκλειναν, σφυρίζοντας και γύρω γύρω είχαν κιτρινίσει, σαν το ράμφος του κότσυφα. Εσταζε ολόκληρος φαρμάκι.

Κίνησε να φύγει, αλλά σταμάτησε απότομα και ξαναγύρισε προς τα παιδιά.

«Εχετε να πείτε τίποτε; Μήπως θέλει κανείς να μου πει τίποτε;..».

Μια νεκρική σιγή και χίλια μάτια βουβά και παγερά απάντησαν στην ερώτηση του κυρίου γενικού.

Σαν κουρδισμένο ρομπότ έκανε πάλι στροφή, κι άρχισε ν' απομακρύνεται, σέρνοντας πίσω του μια κουστωδία από αξιωματικούς και ροπαλοφόρους μπράβους.

Αλλά δεν πρόφτασε να περάσει την πύλη, κι αναγκάστηκε να κοκαλώσει για λίγο εκεί μπροστά στην είσοδο του στρατοπέδου, κι αυτός και όλη η κουστωδία του.

«- Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή

σε γνωρίζω από την όψη που μια βια μετράει τη γη»!

Ακίνητοι, σε στάση προσοχής, όλοι οι νεαροί αγωνιστές άρχισαν - τραγική απόκοσμη χορωδία - να ψέλνουν τον Εθνικό Υμνο!

Κι αυτός, ο «μέγας» γενικός στρατοπεδάρχης, αναγκάστηκε να μείνει ακίνητος, μαζί με όλη την ακολουθία του, εκεί στο έμπα του κλωβού, ώσπου τέλειωσαν τα παιδιά το τραγούδι τους.

Υστερα ξεκίνησε πάλι για το Διοικητήριο, ξεφυσώντας και ρουθουνίζοντας, σαν το θηρίο που του τσάκισαν τα δόντια και δεν μπορεί πια να δαγκώσει...


Ο Βασίλης Φυτσιλής γεννήθηκε στη Σέκλιζα της Καρδίτσας, το 1927. Από τους νεαρότερους ΕΠΟΝίτες, ανήκει στη νεότερη γενιά της Αντίστασης 1941 - 1944. Πριν προλάβει να τελειώσει το Γυμνάσιο, υποχρεώθηκε να ξαναπάρει το «δρόμο του βουνού» και κατατάχθηκε στο Δημοκρατικό Στρατό. Πιάστηκε αιχμάλωτος, στο πέρασμα της Νιάλας, τον Απρίλη του 1947. Καταδικάστηκε σε ισόβια δεσμά και έμεινε στη φυλακή και στα ξερονήσια συνολικά δώδεκα χρόνια. Είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Εργα του: «Το γιοφύρι» μυθιστόρημα, «Φυλακισμένα Τραγούδια» ποιήματα, «Φωνές απ' τα σίδερα» ποιήματα, «Κουβέντες του Κυνηγιού» διηγήματα, «Βαγγελίτσα Κουσιάντζα» ιστορικό, βιογραφικό, «Ο Τσιριφλίνος» παιδικό παραμύθι, «Θρήνος και Τραγούδι για το μικρό Καπετάνιο» ποιητική σύνθεση, «Γιασμίνα» μυθιστόρημα, «Ο Σιδέρης και το κακό αφεντικό» παραμύθι, «Κουβεντιάζοντας με τον Γιάννη» μαρτυρία.




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org