ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Κυριακή 10 Αυγούστου 2003
Σελ. /24
ΕΝΘΕΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: "7 ΜΕΡΕΣ ΜΑΖΙ"
ΔΙΗΓΗΜΑ
Βιογραφικό της Λίζας Κοντομιχάλου

Η Λίζα Κοντομιχάλου γεννήθηκε στην Αθήνα από γονείς Κεφαλονίτες. Σπούδασε φιλολογία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο. Εργάστηκε στη Μέση Εκπαίδευση και το 1980 μετανάστευσε στη Γερμανία.

Εχει γράψει ένα μυθιστόρημα και διάφορα άλλα πεζογραφήματα που δεν έχουν ακόμη εκδοθεί... «Το γράψιμο είναι για μένα, που ζω μόνιμα στο εξωτερικό, ανάσα ζωής και η ενασχόληση με τη γλώσσα της πατρίδας πολύτιμο κομμάτι!», θα πει η ίδια.


Η μετάφραση

ΜΕΡΟΣ Α΄

Παπαγεωργίου Βασίλης

Σκεφτήκατε, αλήθεια, καμιά φορά τι σημαίνει πρόβλημα της μετάφρασης; Ή, να θέσω διαφορετικά την ερώτηση, αναγκαστήκατε κάποτε να μεταφράσετε ένα κομμάτι λόγου από τη δική μας γλώσσα σε μια άλλη ή το αντίθετο;

- Ναι, θα ανακράξετε με όλη τη δύναμη της φωνής σας οι περισσότεροι. Ξέχασες τα μαθητικά μας χρόνια, θα μου πείτε, και τη γνωστή επιταγή: Να μεταφράσετε στη νεοελληνική το παρακάτω κείμενο.

Ακολουθούσε, τις πιο πολλές φορές, μια φριχτή εργασία. Το αθώο απόσπασμα των αρχαίων ελληνικών υπέφερε τα πάνδεινα και ο ταλαίπωρος αναγνώστης, συνήθως ο διδάξας καθηγητής, τραβούσε -το λιγότερο - τα μαλλιά του.

Ας είναι καλά η παμπάλαιη τέχνη της παπαγαλίας! Γνωστά αυτά από πάντων των σχολικών αιώνων!

Ομως το ερώτημά μου, το σχετικό με τη μετάφραση, δεν αναφέρεται σε μαθητικές επιδόσεις. Οχι βέβαια. Κάτι άλλο θέλω να μάθω.

Σας απασχόλησε ποτέ, διαβάζοντας βιβλίο ξένου συγγραφέα μεταφρασμένο στα ελληνικά, αν ο μεταφραστής πέτυχε ή όχι στο έργο του; Σίγουρα ναι! Ισως ανήκετε σε κείνους που ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για τέτοιου είδους λεπτομέρειες.

Ισως λατρέψατε, παραδείγματος χάριν, κάποιον δημιουργό, ας πούμε τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές, χάρη στη θαυμάσια μετάφραση των μυθιστορημάτων του, που ζωντανεύει τόσο μαγικά τον μαγικό ρεαλισμό του.

Ισως - σε άλλες περιπτώσεις - διαολοστείλατε μεταφραστή και εκδότη για τις ανακρίβειες, τους πλατειασμούς και τους παραλογισμούς που συναντήσατε σε βιβλία, τα οποία ατύχησαν πέφτοντας σε ακατάλληλα χέρια...

Πόσες φορές δε γέλασα - διαβάζοντας δικούς μας συγγραφείς - στη σκέψη της απόδοσης σε ξένη γλώσσα των τόσο πολυσήμαντων και βαρυφορτωμένων νόημα ακραιφνώς ελληνικών διατυπώσεων.

Πώς θα αποδώσουμε στα γαλλικά, στα ιταλικά, δεν έχει σημασία, «μου την έδωσε στο δόξα πατρί» «μας άλλαξε τον Ανανία», «ας πάει και το παλιάμπελο», «και του χρόνου τούμπανο», και άλλες άπειρες καλλικέλαδες εκφράσεις, που τις λέμε και δροσίζεται το σώψυχό μας!

Αλήθεια, σώψυχο, πώς θα το μεταφράζατε;

Κάποτε με εντυπωσίασε η γνώμη γνωστού θεατρικού μας συγγραφέα: «Δε χρειάζεται να ξέρει κανείς την ξένη γλώσσα. Δώσε μου εμένα λεξικό και θα σου μεταφράσω και από τα κινέζικα».

Οποία μεγαλοφυής σκέψη, σκέφτηκα. Το πρόβλημα δεν είναι η γλώσσα. Είναι το λεξικό! Ή το έχεις και μεταφράζεις ακόμα και Λάο-Τσε ή δεν το έχεις και κάθεσαι με σταυρωμένα τα χέρια!

Ισως ρωτήσετε - και δικαίως - γιατί σας διηγούμαι τέτοιου είδους αυτονόητες κοινοτοπίες.

Επιτρέψτε μου να σας εξηγήσω - θα προσπαθήσω στα γρήγορα - πώς έχει το πράγμα.

Εδώ στη Γερμανία, horrida Germania, έλεγαν οι Ρωμαίοι, ο καιρός είναι κατά κάποιον τρόπο τρελός, δηλαδή ακατανόητος, αν τον μετρήσω με τα δικά μου αθηναϊκά μέτρα.

Στην Αθήνα, όταν ήμουν παιδί, προ αμνημονεύτων ετών, λέγαμε συχνά για τον Μάρτη, και υποθέτω θα το λένε και σήμερα, μια κλαίει, μια γελάει.

Ε, λοιπόν, εδώ στη μεγάλη τούτη χώρα, την ατμομηχανή της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ο καιρός είναι ένας αιώνιος, αδιόρθωτος Μάρτης.

Πότε ανοίγοντας πρωί - πρωί τα παράθυρά σου σε θαμπώνει ένας κατάξανθος ήλιος με τα χρυσά του βλέμματα και σου φτιάχνει αυτομάτως το κέφι, πότε σε πλακώνει με τη μαυρίλα του ένας μολυβένιος ουρανός έτσι, που λες τώρα θα πέσει στο κεφάλι μου. Μπορεί να είναι Ιούλιος και να ρίχνει χιονόνερο. Να είναι Οκτώβρης και να σου κάνει ο ήλιος έγκαυμα. Πράγματα θεότρελα, δηλαδή. Το ίδιο και τον φετινό Μάη.

Μερικές μέρες του ζωντάνεψαν μέσα μου τα ζεστά καλοκαίρια στον Αλιμο και τη Βουλιαγμένη. Αλλες με ξεπάγιασαν όπως εκείνο το αγιάζι που κατέβαινε από τον Υμηττό - τέλη Γενάρη, αρχές Φλεβάρη - και πάγωνε τα νερά στις λακκούβες των δρόμων.

Τέλος πάντων. Γιατί τα είπα όλα αυτά; Μα για να προσδιορίσω τον τόπο και το χρόνο! Γερμανία, Μάης, σωτήριον έτος 2000 μ.Χ.

Εκείνη τη μέρα το τηλέφωνό μου, που όταν είμαι στο σπίτι δε γνωρίζει ούτε ενός λεπτού σιγή, σιωπούσε πεισματικά από το πρωί! Εντάξει, ο κόσμος δουλεύει, προσπάθησα να παρηγορηθώ. Δεν είναι οι φίλοι και οι φίλες αργόσχολοι. Σίγουρα όμως κάποια στιγμή δεν κάνουν διάλειμμα; Δε βγαίνουν να καπνίσουν ένα τσιγάρο; Αλλες φορές μου τηλεφωνούν ακόμη και τα μεσάνυχτα. Σήμερα τι γίνεται, έπεσε περονόσπορος;

Κόντευε μεσημέρι, η σιγή σιγή, κι εγώ - τι να κάνω; - είχα δεχτεί το μοιραίο. Καλύτερα έτσι, σκεφτόμουν κάνοντας διάφορες άχρηστες δουλιές, ας σου λείψει μια μέρα η πολυλογία. Λίγη αυτοσυγκέντρωση δε βλάπτει, το ξέρεις ότι χρειάζεσαι και μια σταλίτσα περισυλλογής.

Μηχανικά έφτιαξα έναν πελώριο καφέ στο πιο μεγάλο μου φλιτζάνι, του ενός λίτρου, πήρα την εφημερίδα μου, το περιοδικό με τις κριτικές λογοτεχνικών έργων και το τελευταίο βιβλίο της Ινγκριτ Νολ, αποφασίζοντας να περάσω μερικές απολαυστικές ώρες.

Είχα αγκυροβολήσει στον πελώριο δερμάτινο καναπέ, είχα ξεχάσει το χρόνο, όταν το τηλέφωνο με γύρισε - κουδουνίζοντας εκκωφαντικά - στην πραγματικότητα. Ομολογώ ότι η ιδέα πως στο επόμενο δευτερόλεπτο θα επικοινωνήσω με κάποιον με νευρίασε. Ημουν ευτυχής και εντελώς αυτάρκης παρέα με τα αναγνώσματά μου, όμως δε βαριέσαι, σκέφτηκα, ας παραμείνω - όπως πάντα -κοινωνικό ον, είπα και σήκωσα το ακουστικό.

- Ορίστε. Η φωνή μου ουδέτερη, ανούσια, άχρωμη όπως συνήθως. Δεν ξέρεις τι γίνεται, ποιος μπορεί να είναι στην άλλη άκρη. Αν είναι φίλος, έστω και αλλόγλωσσος, με γνωρίζει και δε με παρεξηγεί. Αν είναι υπηρεσιακός παράγων, θα μιλήσει με ευγένεια και σοβαρότητα, εφόσον έπεσε σε ομιλούσα σφίγγα. Αν είναι επίδοξος φαρσέρ, θα μαζέψει τα βρεμένα του, διαπιστώνοντας ότι αυτή η αντιπαθητική, μεταλλική φωνή δεν καταλαβαίνει από πλάκες. Και αν παρ' όλα αυτά δεν υποχωρήσει, δίπλα στη συσκευή μου έχω πάντα μια σφυρίχτρα! Ενα σφύριγμα και θα του τρυπήσω το τύμπανο.

- Bonjour, Katrin, ακούστηκε από την άλλη μεριά του σύρματος μια γνωστή αντρική φωνή.

- Εσύ είσαι; είπα προσπαθώντας - χωρίς πολλή επιτυχία - να κρύψω τη μικρή μου απογοήτευση.

Ηθελα να συμπληρώσω «τώρα τα πιάσαμε τα λεφτά μας», αλλά δεν ήξερα μια αντίστοιχη έκφραση στα γερμανικά.

- Ναι, αγάπη μου, εγώ ο Herr..., ακολούθησε ένα δυσκολοπρόφερτο γερμανικό επίθετο, δηλαδή ο μικρός σου Φρανκ.

Ο συνομιλητής μου, γιος της καλύτερης Γερμανίδας φίλης μου, νεόκοπος δημοσιογράφος, δραστήριος και εκνευριστικός τύπος επιτυχημένου γιάπη, ήταν έτοιμος να μου ζητήσει κάποια χάρη. Τον ξέρω εγώ, σαν με βλέπεις και σε βλέπω. Η φωνή του, χρωματισμένη με τη γλυκανάλατη αύρα που χρησιμοποιούν οι Γερμανοί, όταν θέλουν να σε ρίξουν, παραδόξως δε με νευρίασε... Εντελώς ανεξήγητα ένιωσα ότι επιτέλους έφτασε η ώρα για μια μικρή δόση διασκέδασης. Φυσικά, πολύ θα ήθελα να του πω, χρησιμοποιώντας το κατά Καραγκιόζη πασίγνωστο λεξιλόγιο, «άσε αυτό το ύφος, όταν μιλάς με μένα, μαλαγάνα», αλλά πέστε μου, πώς θα μπορούσα αυτή την τελευταία λέξη να τη μεταφράσω; Επομένως, περιορίστηκα στα πεζά και τα τετριμμένα, όσα μας επιβάλλουν οι καλοί τρόποι και οι κοινωνικές συμβάσεις.

Στην πραγματικότητα δεν έχω κανένα πρόβλημα με τον νεαρό μου συνομιλητή. Παιδί, όπως είπα, της πολύ αγαπητής φίλης, τον γνωρίζω από τη μέρα που γεννήθηκε, τον βλέπω όλα τα είκοσι έξι χρόνια της ζωής του σε γιορτές και πανηγύρια και δε βαραίνει την καρδιά μου κανένα παράπονο. Το στιλ του δε μου πάει, εντάξει, όμως αυτό δεν έχει καμιά σημασία, ίσως είναι κάτι το φυσιολογικό. Παιδί του '68 εγώ, της παγκοσμιοποίησης αυτός, σαν να λέμε, η νύχτα και η μέρα. Η μαμά του, και κείνη του '68, μεταλλάχτηκε, έβαλε νερό στο κρασί της και έδωσε στην κοινωνία αυτόν τον ανθό προσαρμοστικότητας. Χαμαιλέων ο μικρός μου ο Φρανκ. Εγώ πού! Αγύριστο κεφάλι, παλαιολιθική και με ...ξύλινη γλώσσα, όπως λένε κάποιοι φίλοι ξαχνισμένοι ροζ!

Οι διαφορετικές απόψεις και εκτιμήσεις των καιρών είναι λόγος ψυχρότητας; Οχι ακριβώς, είπα μέσα μου και συγκεντρώθηκα στο τηλεφώνημά μου.

- Σε χρειάζομαι, αντήχησε η αντρική φωνή κι εγώ έλιωσα ελαφρώς, καθώς έφερα στον νου μου τον νεαρό Γκρέγκορι Πεκ, ακαταμάχητο ψυχοπαθή με ψυχίατρο του την Ινγκριντ Μπέργκμαν στην πασίγνωστη ταινία του Χίτσκοκ.

- Τι θέλεις, καμάρι μου; είπα πρόθυμα. Αυτό μεταφράζεται άνετα στα γερμανικά.

- Θα κάνεις κάτι για μένα, γλυκιά μου; με καλόπιασε ο μικρός.

- Τα πάντα, ακόμη και ό,τι δεν μπορώ, απάντησα ακραία για να τονίσω την υπερβολή του.

- Θα αναλάβεις για χάρη μου μια μετάφραση;

- Τι; Μια μετάφραση; Εγώ; Ω, σαν δύσκολο μου φαίνεται...

Προσπάθησα με τρόπο να ξεφύγω. Προφασίστηκα ότι δεν ξέρω άψογα γερμανικά, δεν είναι καλό το λεξικό μου, δεν κατέχω την πρόσφατη μεταρρύθμιση της γερμανικής ορθογραφίας... Ομως ο φιλόδοξος ρεπόρτερ με διέκοψε.

- Τίποτε δεν πιστεύω από όσα λες. Τη μετάφραση θα την κάνεις θέλεις δε θέλεις... Και πρόσθεσε κάτι ανάλογο μ' αυτό που λέμε εμείς «και θα πεις κι ένα τραγούδι»!

Το θράσος του, όσο κι αν ήταν χαριτωμένα διατυπωμένο και τρυφερό, με άφησε άναυδη. Δεν μπόρεσα με τίποτε να τον αντικρούσω.

- Ξέρεις γιατί; συνέχισε βέβαιος για την επιτυχία του. Γιατί το θέμα σε ενδιαφέρει. Ετοιμάζω μια καμπάνια για την εφημερίδα μου, συνεντεύξεις με μετανάστες της πρώτης γενιάς... Ιταλοί, Τούρκοι, Πορτογάλοι...

Πάλι θυμήθηκα τον Καραγκιόζη... Ακούσατε, ακούσατε, Αγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι... Και φυσικά Ελληνες, συνέχισε ο Φρανκ. Ε, αυτά που θα πουν οι Ελληνες θα μεταφράσεις, μόνο αυτά. Ελληνικά ξέρεις, δεν ξέρεις;

Και γέλασε δυνατά τρυπώντας μου το αυτί. Δεν μπορούσα παρά να συμφωνήσω. Σε μισή ώρα ο αεικίνητος νεαρός χτυπούσε την πόρτα μου. Σαν δροσερός σίφουνας κατέκλυσε του διαμερίσματός μου το χολ, με φίλησε σταυρωτά και, δίνοντας μου ένα πακετάκι με κασέτες και ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, μου ψιθύρισε:

- Εχεις προθεσμία μέχρι αύριο στις οχτώ. Θα φέρω ψωμάκια, έχε έτοιμο τον καφέ... Θα πάρουμε μαζί πρωινό.

Με φίλησε ξανά και έφυγε σαν να τον κυνηγούσαν.

Ασυναίσθητα τα μάτια μου έπεσαν στο ρολόι. Ηταν ήδη τέσσερις το απόγευμα, στις πέντε είχα οδοντογιατρό. Ενας θεός ξέρει πότε θα τελειώσω, σκέφτηκα. Με τη μετάφραση θα με πάρει η νύχτα... Τι να κάνουμε;

Πράγματι έτσι κι έγινε. Οι προφητικές μου ικανότητες επιβεβαιώθηκαν ακόμα μια φορά. Κάτι από δω, κάτι από κει, ήταν εννιά περασμένες, όταν άρχισα την, πώς τη λένε; απομαγνητοφώνηση.

Στην αρχή μίλησε στα ελληνικά ένας άντρας, από τη φωνή του φαινόταν πολύ νεαρός, με το στιλ και τον αέρα του Αγκόπ.

Αυτός, λοιπόν, ο Αγκόπ, εξηγούσε στον μετανάστη τι ήθελε η εφημερίδα.

Τρόμαξα να καταλάβω τι έλεγε, πόσο μάλλον ο μετανάστης που -όπως υπέθεσα από τις ερωτήσεις που υπέβαλε - δεν άκουγε και καλά.

Τελικά, συμφώνησαν να διηγηθεί ο συνεντευξιαζόμενος ό,τι θέλει, ό,τι κρίνει άξιο λόγου από τη ζωή του.

Με πραγματικό ενδιαφέρον συγκεντρώθηκα στην ακρόαση, δίνοντας υπόσχεση στον εαυτό μου να αφήσω στην άκρη τους συναισθηματισμούς και τα συμπαρομαρτούντα - σε ανάλογες περιπτώσεις - δάκρυα.


Λίζα ΚΟΝΤΟΜΙΧΑΛΟΥ




Διαβάστε στο «Ρ»
Ο καιρός
Weather data from openweathermap.org